Βιβλία

Anthologie Junger Österreichischer Lyriker*innen | Ανθολογία Νέων Αυστριακών ποιητών

Φυσικά και είναι μεγάλος ο πειρασμός το να ερμηνεύουμε ποιήματα, και σε αυτόν τον πειρασμό δεν υποκύπτουν μόνο οι αναγνώστες. Όμως, δεν θα όφειλε η ποίηση να μιλά από μόνη της; Κατ’ επανάληψη, τα ποιήματα θεωρούνται μια προσπάθεια αυτών που γράφουν να έρθουν σε διάλογο με τον προϋπάρχοντα κόσμο για να τον καταστήσουν πιο κατανοητό και πιο υποφερτό. Αυτοί οι ανιχνευτές της ασάφειας, που αποσκοπούν στην ανάκτηση της σαφήνειας, αποτελούν βοηθήματα για τους αναγνώστες. Επιπλέον, αποτελούν προτάσεις συλλογισμού για εκείνους που, παράλληλα με τη συνήθης κενολογία των μέσων μαζικής ενημέρωσης, ενδεχομένως και να περιμένουν να αντιτάξουν τα δικά τους επιχειρήματα ή να συμφωνήσουν με αυτή. Αυτή η συμφωνία υποδηλώνει πως δεν είναι μονάχοι τους με τις απόψεις τους. Η παραδοχή αυτή βρίσκει επιβεβαίωση κατά την ατομική αναζήτηση για γνώση. Κανείς δεν θα έπρεπε να προσδοκά περισσότερα από τη λογοτεχνία.
από τον πρόλογο του Helmut Niederle 

 

 

diPgeneration | “Requiem για ένα χρυσόψαρο” του Jörg Fauser

REQUIEM ΓΙΑ ΕΝΑ ΧΡΥΣΟΨΑΡΟ

Το ξυπνητήρι χτύπησε ακριβώς στις οχτώ, τη στιγμή που ο Καρλ παρακολουθούσε τη βασίλισσα της Σάμπα, στο μπαρ Spitfire, στην Αλεξάνδρεια. Η βασίλισσα της Σάμπα είχε χρυσαφένια μαλλιά και πράσινα μάτια και αλυσίδες με πέρλες στους καρπούς των χεριών και των ποδιών, και χόρευε με παράξενους παρτενέρ, με φίδια, πουλιά και ψάρια, και ο άντρας δίπλα στον Καρλ –που είχε μια κάποια ομοιότητα με τον ίδιο τον Καρλ– είπε, «τρέλα! Όλες τους κουβαλούν, δυστυχώς, μια τρέλα», και όταν ο Καρλ θέλησε να του ορμήσει στο λαρύγγι, εκείνος είπε χαμογελώντας, «λυπάμαι, το τμήμα μισθοδοσίας ακύρωσε κάθε άλλη ταξιδιωτική δαπάνη», και τότε ήταν που ο Καρλ ψηλαφώντας αναζήτησε το ξυπνητήρι που χτύπαγε, και έχυσε το μπουκάλι με το κρασί δίπλα στο κρεβάτι, και έπειτα έπαψε το ξυπνητήρι να χτυπά.

Για ένα λεπτό όλα ήταν ήσυχα, και ο Καρλ ξαπλωμένος και ακίνητος προσπαθούσε να θυμηθεί τη βασίλισσα της Σάμπα, και έπειτα κάτω στη στάση κροτάλισε το τραμ και σταμάτησε και έπειτα συνέχισε να κροταλίζει, και ο Καρλ είδε μια δεσμίδα φωτός στο σημείο όπου η κουρτίνα δεν κάλυπτε εντελώς τον τοίχο, και έπειτα μύρισε το κρασί, και το όνειρο χάθηκε, και έφερε το μπουκάλι στο στόμα και άρχισε να πίνει.

Φυσικά, ήταν άλλη μια φορά αργοπορημένος. Στους διαδρόμους του ΟΑΕΔ γινόταν στις δέκα μεγάλος χαμός, όπως παντού άλλωστε. Σκέφτηκε για λίγο αν θα έπρεπε να δοκιμάσει την τύχη του στις θέσεις εργασίας ως καθαριστής ψησταριών ή βοηθός λαντζιέρη, αλλά θυμήθηκε το περιστατικό προ δεκατεσσάρων ημερών, όταν, κατά την προσπάθεια του να δώσει φωτιά στην προϊσταμένη, τής μετακίνησε την περούκα από το κεφάλι. «Τι να γίνει», είπε ο Καρλ, «αυτηνής θα της έρθει κόλπος, και θα φωνάξει τους μπάτσους».

Η προϊσταμένη ήταν καραφλή κάτω από την περούκα.

Ο Καρλ προτίμησε να πάει στο Τμήμα της Εποχικής Απασχόλησης. Περίμενε ώσπου να τελειώσουν ένας Τούρκος, που κανονικά ήθελε να πάει στον Κλάδο Μεταλλουργίας, και ένας πιτσιρικάς που βρισκόταν υπό το καθεστώς της απαγόρευσης εργασίας λόγω ηλικίας, και έπειτα προχώρησε μέσα.

Τα γνώριζε καλά τα δύο κορίτσια που μοίραζαν τις δουλειές. Πάραυτα καμωνόταν πως ερχόταν πρώτη φορά. Το να προσποιείται τον άγνωστο τού ήταν πιο εύκολο από το να προφασίζεται μια κάποια οικειότητα, που ναι μεν θα ανταποκρινόταν σε κάποια εξωτερική πραγματικότητα αλλά καθόλου στη ζητούμενη εσωτερική. Εδώ που τα λέμε και τα κορίτσια κάνανε σαν να μην τον είχαν ξαναδεί. Ίσως, και πράγματι, να μην τον είχαν ξαναδεί.

Στράφηκε, όπως πάντα, σ’ αυτήν που καθόταν πιο κοντά στην πόρτα – είχε φτιαχτές μπουκλίτσες και ένα χλωμό ηλίθιο πρόσωπο – και ξεφούρνισε τα ίδια λόγια, όπως πάντα: «Ψάχνω κάτι, για μερικές εβδομάδες, αλλά θα πρέπει να είναι κάτι απλό… και όσο το δυνατόν πιο κοντά εκεί που μένω… κατά προτίμηση απογευματινό, έτσι δεν θα με νοιάζει και τόσο… ε, να, ξέρετε τι εννοώ…»

Το κορίτσι ούτε που τον κοίταξε, ενώ ρωτούσε τη συνάδελφο της: «Δεν ήταν κάτι με βάφλες;»

Η συνάδελφος άφησε τη λίμα για τα νύχια και τής πέρασε, περισσότερο αδιάφορα παρά χαλαρά, ένα καρτελάκι πάνω από το γραφείο. Το κεφαλάκι με τις μπούκλες διάβασε δυνατά: «Ζητείται πωλητής βάφλας από τον Φούρνο Φίσινγκερ, στο Όφενμπαχ, για έναν πάγκο μπροστά από το πολυκατάστημα στην οδό Στούτγκαρτερ. Ωράριο από τις οχτώ ως τις έξι, δυο ώρες μεσημεριανό διάλειμμα, έξι και πενήντα η ώρα. Για δυο εβδομάδες. Το θέτε;»

«Ναι, δεν ξέρω… δεν έχει τίποτε άλλο;»

«Μπα! Είναι το μόνο που ήρθε αυτή την εβδομάδα. Το θέτε;»

Ο Καρλ άρχισε να λογαριάζει. Ήταν ταπί. Του είχαν μείνει μόνο είκοσι μάρκα και χρωστούσε δυο νοίκια.

«Εντάξει, θα πάω».

Η κοπέλα συμπλήρωσε το καρτελάκι και του το έδωσε, και πάλι δίχως να τον κοιτάξει. Δίπλα στην καρτελοθήκη ήταν ανοιγμένο ένα γυναικείο περιοδικό και ένα πράσινο μάλλινο κουβάρι. Η άλλη λιμάριζε το νύχι του δεξιού της αντίχειρα.

Του Καρλ τού ανέβηκε μια γουλιά κόκκινο κρασί, και έφυγε γρήγορα.

 

Πριν από την έξοδο βρισκόταν το τμήμα για τις επιχειρήσεις σεκιούριτι, ασφάλειας, προστασίας και εστίασης. Δεν έβλαπτε να ρίξει κι εκεί μια ματιά, σκέφτηκε ο Καρλ. Η νυχτερινή απασχόληση συνέφερε ούτως ή άλλως.

Μπροστά του στέκονταν δύο ηλικιωμένοι με παλτά που πρέπει να προέρχονταν από τη βοήθεια στήριξης για τον χειμώνα. Ο ένας τραύλιζε χαμηλόφωνα έναν μονόλογο. Ο άλλος διάβαζε ως μύωπας μια βρώμικη αλλά επιμελώς διπλωμένη εφημερίδα. Ο Καρλ διέκρινε ότι διάβαζε τις αγγελίες για μασάζ. Ανοιγόκλεινε και τα χείλη του ταυτόχρονα. Κάθε τόσο στρεφόταν, μ’ ένα δυσαρεστημένο, σχεδόν γεμάτο με μίσος, βλέμμα, προς τον άλλον, που στεκόταν πίσω του και συνέχιζε τον μονόλογό του. Ο Καρλ άκουγε με προσοχή.

«…Μάργκοτ, της είπα, δεν κάνει να σκουπίζεις έτσι απλά τις κάμπιες από το χαλί, γιατί θα πηδήξουν στο πουρί της σόμπας, και δεν θα μπορούμε να θερμάνουμε, και έπειτα θα θυμώσει ο αρχίατρος, και το πόδι μου θα είναι πάλι στο Στάλινγκρατ, και φυσικά δεν θα το πιστέψει ότι οι κάμπιες βγαίνουν από το πόδι και ότι τα φασματώδη[1] βουίζουν μέσα από τον τοίχο μόλις σβήσει το φως, γιατί η Μάργκοτ θέλει να κάνει οικονομία στο ρεύμα, και το χαρτί της απόλυσης ανεμίζει μέσα από την κουζίνα υγραερίου, και έπειτα τα νερόφιδα στις παντόφλες, Μάργκοτ, και ο στρατιωτικός γιατρός μού πιέζει ένα νερόφιδο μέσα στην παλάμη και λέει, προσέξτε μην σας πετύχει κάνα θραύσμα στο λαιμό, ωχ Θεέ, κύριε δημοτικέ σύμβουλε, απάντησα εγώ, ας μην μου κατατρώγαν οι κάμπιες συνεχώς το σκέπασμα του κρεβατιού, που τα λεφτά δεν φτάνουν για τίποτα…»

Αμάν, αυτοί περιμένουν κάτι εντελώς διαφορετικό, μονολόγησε ξαφνικά ο Καρλ, άναψε ένα τσιγάρο και προσπερνώντας τους δυο ηλικιωμένους μπήκε στο γραφείο.

 

Μέσα, καθισμένος ένας μεγαλόσωμος με ένα καρό κουστούμι, ξεφύσαγε τον καπνό ενός πούρου.

«Είναι οι παλαβοί ακόμη έξω; Μα, καθίστε!»

Ο Καρλ κάθεται. «Όχι, έξω δεν είναι κανένας παλαβός», απάντησε.

«Αλήθεια;» Ο μεγαλόσωμος έτριψε τη μύτη του. «Νωρίς όμως εγκατέλειψαν σήμερα… ή ο Κόβαλεκ τους τακτοποίησε επιτέλους στην πόλη». Τίναξε τη στάχτη στο πάτωμα. «Και εσείς τι θέλετε; Μήπως επίδομα ανεργίας; Μονάχα μη σας περάσει από τον νου…»

«Μπα», βιάστηκε να αρνηθεί ο Καρλ, «ψάχνω για μια κανονική δουλειά».

Ο μεγαλόσωμος έδειχνε απογοητευμένος.

«Δουλειά; Ρε άνθρωπε, δουλειά ψάχνει ο καθένας. Δεν μπορείτε να σκεφτείτε κάτι πιο πρωτότυπο;»

Ο Καρλ άρχισε να ιδρώνει. Γιατί πάντα να πέφτει σε σαδιστές. Κατάπιε ένα ρέψιμο.

«Μια άλλη φορά, αφεντικό, τώρα έχω στερέψει από ιδέες, χρειάζομαι πραγματικά μια δουλειά, κάτι τελείως νορμάλ, σεκιουριτάς σε επιχείρηση, πορτιέρης, πορτιέρης νύχτας, το έχω κάνει συχνά…»

Ο μεγαλόσωμος έκανε μια κίνηση αποδοκιμασίας, «δεν μπορείτε να με εντυπωσιάσετε, νεαρέ, όχι με το δικό σας παρουσιαστικό… κοιταχτήκατε σήμερα στον καθρέφτη; Σαν τριών ημερών χαλβάς είστε, σας το δηλώνω, έτσι, δουλειά από μένα δεν έχει!»

Έσβησε το πούρο του. Ο Καρλ έσβησε το τσιγάρο του. Γιατί να μην είμαι με μια κούκλα μελαχρινή ξάπλα σε μια αμμουδιά της Ταϊτής, να πίνω ρούμι με πάγο και να γράφω αθάνατα ποιήματα στην άμμο; Εντάξει, σκέφτηκε, αυτό μπορεί να το σκεφτεί ο καθένας. Στην πραγματικότητα πρόκειται για κάτι τελείως διαφορετικό.

«Να σας πω», έσκυψε προς τα μπρος και φύσηξε δαχτυλίδια καπνού προς το μέρος του μεγαλόσωμου, «αν θέλετε να πουλάτε τρέλα, είναι δική σας υπόθεση, αλλά όσο εδώ γυαλίζετε τον κώλο σας με έξοδα των φορολογούμενων, θα μου βρείτε δουλειά! Καπίτο;»

Ο μεγαλόσωμος γούρλωσε τα μάτια, χαχάνισε υπόκωφα και άνοιξε τις καρτέλες του. Όταν ο Καρλ βγήκε ύστερα από δέκα λεπτά, οι δυο γέροι είχαν εξαφανιστεί, μονάχα ο Τούρκος, που ήθελε να μπει στη μεταλλοβιομηχανία, στεκόταν ελπίζοντας, μπροστά από την πόρτα, και περίμενε το μούγκρισμα από τις τουρμπίνες, τον βρυχηθμό από τις υψικάμινους και το ταξί για την Άγκυρα.

 

Το απόγευμα, ο Καρλ στεκόταν όρθιος στην μπάρα. Έπινε ένα Snaps[2] για το κρύο, και ο μοναδικός θαμώνας, εκτός από τον ίδιο, ένας συνταξιούχος, έριχνε κι άλλο κέρμα στον κουλοχέρη κοντά στον τοίχο και τράβαγε και περίμενε και τράβαγε και έχανε και πάλι.

«Απάτη», είπε στον Καρλ χύνοντας μπύρα πάνω στην μπάρα, «το σύστημα βασίζεται στην απάτη. Ήρθα με άδεια χέρια από την Ανατολική Γερμανία, εγώ το ξέρω: το σύστημα βασίζεται στην απάτη». Φώναξε του μπάρμαν, «δώσε μου ακόμη μερικά μάρκα, και σέρβιρε του Καρλ άλλο ένα Snaps, μοιάζει με τους Kickers Offenbach[3] στην κατρακύλα!»

Πίναν. Ο συνταξιούχος πέταγε τα χρήματα του στο μηχάνημα.

«Πρέπει κι εσύ να τινάζεις κάθε νύχτα τις κάμπιες από το μαξιλάρι;», ρώτησε ο Καρλ, «ή τυλίγονται κατευθείαν τα νερόφιδα στον λαιμό σου;»

Ο συνταξιούχος άφησε τον κουλοχέρη, έκλεισε τα μάτια, τα μισάνοιξε, λοξοκοίταξε τον Καρλ και χαμογέλασε. Έπειτα ένευσε στον Καρλ να πλησιάσει και τράβηξε το κεφάλι του να ακουμπήσει στον ώμο του. Ο Καρλ ένιωσε το τρέμουλο. Έτρεμαν και οι δύο τους, και για μισό λεπτό ήταν εκεί σαν έξω από τον χώρο, κεφάλι στον ώμο, φόβο στον φόβο, και έπειτα είπε ο συνταξιούχος, «μεταξύ μας ως θαλασσόλυκοι, εγώ σαν ανοίξω τα μάτια βλέπω πια μόνο μικρά ανδράκια».

«Και σαν τα κλείσεις;»

«Την πατρίδα, παλικάρι», είπε ο συνταξιούχος με έναν μικρό αναστεναγμό.

«Και πώς είναι αυτή;»

Ο συνταξιούχος τον έσπρωξε μακριά και έπιασε το ποτήρι του με την μπύρα.

«Τι ξέρεις εσύ απ’ αυτά;», είπε και έχυσε ακόμη περισσότερη μπύρα.

Ο Καρλ ανασήκωσε τους ώμους και ήπιε το Snaps του. Έπειτα άνοιξε η πόρτα, και με ένα ρεύμα ψύχους και λίγες σταγόνες βροχής μπήκε στο μπαρ η βασίλισσα της Σάμπα.

 

Η βασίλισσα της Σάμπα ήταν μια εξόριστη βασίλισσα, πράγμα που το έβλεπε ο καθένας αν την παρατηρούσε. Το μαύρο μακρύ της παλτό ήταν ξεφτισμένο και γεμάτο λεκέδες. Από κάτω, το πράσινο φουστάνι σκισμένο στα μανίκια, και η ίδια τα είχε κάπως φάει τα ψωμιά της. Ωστόσο, τα πόδια της μέσα στις μεταξωτές κάλτσες εξακολουθούσαν να είναι λιγνά και καυτά, το ξανθό της μαλλί, παρότι βαμμένο, έπεφτε σε φυσικούς κυματισμούς πάνω στους λευκούς της ώμους, και το πρόσωπο της, αν και στιγματισμένο από την εξορία, που διαρκούσε πιότερο και από μια νεότητα, εξακολουθούσε να είναι όμορφο, ακόμη και τώρα που έπεφτε πάνω του η σκιά μιας μέτριας μέθης. Απ’ τα σκουροπράσινα μάτια της κρέμονταν δάκρυα. Τοποθέτησε ένα μικρό δοχείο πάνω στην μπάρα και δίπλα ένα ασημί αστραφτερό τσαντάκι. Ο Καρλ έκατσε κοντά της.

Εκείνη τον κοίταξε, χαμογέλασε και τον ρώτησε, «πώς σε λένε, καλέ;»

«Johnny Tristano», απάντησε ο Καρλ, «κι εσένα;»

«Lola Love», είπε η βασίλισσα της Σάμπα.

 

Ύστερα από τρία Leonardo Cohen και τέσσερα βερμούτ, ο Καρλ δεν μπορούσε πια να συγκρατηθεί.

«Τι είναι λοιπόν εκεί, μέσα σ’ αυτό το πράμα;» ρώτησε, δείχνοντας με το άδειο του ποτήρι το δοχείο, που εξωτερικά ήταν ντυμένο κατ’ αυτόν τον τρόπο με βελούδο ώστε να μην φαίνεται τι περιείχε.

«Σσσσ», έκανε η Lola, «δεν το αντέχει να μιλάνε για εκείνον με αυτόν τον τρόπο.» Η Lola χάιδεψε απαλά τα μαλλιά του Καρλ.

«Ποιος δεν αντέχει τι; Είναι κάποιος εκεί μέσα;»

Η Lola άδειασε το ποτήρι της, έκανε μια γκριμάτσα και καμωνόταν πως έκλαιγε. «Όλοι σας είστε ίδιοι, όλοι ίδιοι, καχύποπτοι, ανάγωγοι, άδικοι, δεν μπορείτε να καταλάβετε κανένα όνειρο και πρέπει να σκάβετε με τα μηχανήματα στις ψυχές… Άντρες!» Σκούπισε τα μάτια της και αγκάλιασε και με τα δυο της χέρια το δοχείο.

«Lola», είπε ο Καρλ και έσπρωξε προς τον μπάρμαν τα ποτήρια, «δεν το εννοούσα έτσι. Απλώς ήμουν περίεργος, δεν τρέχει κάτι».

«Ζηλεύεις, παραδέξου το!»

Πίσω τους κουδούνιζε ο κουλοχέρης με τα μάρκα, και ο συνταξιούχος θριαμβολογούσε, «δεν το ‘λεγα εγώ; Σύστημα, όλα είναι σύστημα, όποιος δεν το καταλαβαίνει, αποβιβάζεται, και καλά να πάθει!»

«Ας πάμε κάπου αλλού», ψιθύρισε η  Lola στο αυτί του Καρλ, «αν μου υποσχεθείς πως δεν θα ζηλεύεις».

«Μα ποιον πρέπει να ζηλεύω;»

«Υποσχέσου μου!»

Το πρόσωπο της τρίφτηκε στο δικό του, τη μύρισε. Ο διάβολος ξέρει, σκέφτηκε ο Καρλ, κάτι μου χρωστά η ζωή.

«Εντάξει», της είπε μέσα στα μαλλιά της, «το υπόσχομαι».

Όταν βγήκαν έξω έβρεχε ακόμη, και ο αέρας έριχνε ριπές στα πρόσωπα τους, αλλά του Καρλ τού έμοιαζε σαν να κατευθυνόταν προς τον ήλιο της Ταϊτής.

«Μου αρέσεις στ’ αλήθεια», είπε η βασίλισσα της Σάμπα, και κούρνιασε κοντά του. «Νομίζω πως σε έχω ερωτευτεί».

Ο Καρλ προσπάθησε να την αγκαλιάσει, ακούμπησε όμως με το χέρι στο δοχείο, που εκείνη είχε πιεσμένο στα στήθη της. Δείλιασε κάπως.

«Τρελά», είπε, «σε γουστάρω τρελά!»

«Σπίτι μου όμως δεν μπορούμε να πάμε», είπε η  Lola, «δεν έχω καν σπίτι».

Τι πειράζει, σκέφτηκε ο Καρλ, κατανοητό. Πώς θα μπορούσε η βασίλισσα της Σάμπα να έχει ένα ηλίθιο σπίτι, δυο δωμάτια, κουζίνα με καθιστικό, μπαλκόνι στο καυσαέριο – αυτή, μια εξόριστη βασίλισσα;

«Λογικό», αποκρίθηκε, «θα πάμε στο δικό μου. Βέβαια, είναι κάπως βρώμικο, και με το νοίκι δεν είμαι και πολύ εντάξει, αλλά ο σπιτονοικοκύρης δεν νομίζω να έρθει σήμερα, και εκτός αυτού, τι μας νοιάζει; Της αγάπης τής αρέσει εκεί, όπου βρίσκεται».

Το ταξί έκανε μια απότομη αναστροφή, και εκείνος ένιωσε τη Lola πολύ κοντά του.

«Αλήθεια;» ψιθύρισε χαμηλόφωνα. «Το λες σοβαρά;»

«Lola Love», είπε ο Καρλ προσπαθώντας να βρει τον αφαλό της, αλλά ακούμπησε και πάλι το δοχείο, «το εννοώ».

«Johnny Tristano», είπε η βασίλισσα της Σάμπα σε επίσημο τόνο, «θα σου αποκαλύψω το μυστικό μου, θα σ’ αγαπώ».

 

Ο Καρλ παραμέρισε τα πολλά σκουπίδια, απομάκρυνε τα άδεια μπουκάλια, τίναξε τα κλινοσκεπάσματα, έπλυνε δυο ποτήρια και άνοιξε το τελευταίο μπουκάλι ουίσκι.

«Υπέροχα», είπε, και έβαλε μερικά παγάκια στα ποτήρια, «τότε λοιπόν ξεκίνα!»

Η Lola Love καθισμένη στην μπερζέρα, απ’ όπου έχασκε η γέμιση κοκοφοίνικα,  ονειροπολώντας κάπνιζε το τσιγάρο της. Το πράγμα, ντυμένο με βελούδο, το είχε τοποθετήσει πάνω στο τραπέζι. Τα μάτια της, αυτά τα πράσινα μάτια της που ωθούσαν τον Καρλ στην τρέλα, ήταν κλειστά.

«Ξέρω τι περιμένεις», είπε.

«Στην υγειά μας», απάντησε ο Καρλ, και έσπρωξε προς το μέρος της το ένα ποτήρι, «ας πιούμε ακόμη ένα για το κρύο, το καλοριφεράκι μου βρίσκεται δυστυχώς στο ενεχυροδανειστήριο».

Εκείνη άνοιξε τα μάτια της. Τα μάτια κολυμπούσαν σε πράσινα δάκρυα.

«Εφόσον δεν μπορείς να περιμένεις, θα πρέπει να σου το δείξω τώρα λοιπόν», απάντησε εκείνη κλαίγοντας πνιχτά.

Γαμώ το, σκέφτηκε ο Καρλ, δεν υπάρχει γυναίκα χωρίς τρέλα. Ονειρεύεσαι τη βασίλισσα της Σάμπα, τη συναντάς, την καταφέρνεις να σε ακολουθήσει σπίτι, και τι κουβάλα; Τρέλα.

Στη συνέχεια, παρακολουθώντας τη Lola να βγάζει το βελούδο από το δοχείο, διαπίστωσε πως επρόκειτο για ένα μικρό τετράγωνο ενυδρείο, γεμάτο νερό και λίγη άμμο και πρασινάδα, όπου καταμεσής βρισκόταν ένα παχουλό χρυσόψαρο.

Ο Καρλ άρχισε να χαχανίζει.

«Κι εγώ που νόμιζα ότι είχες έναν μανδραγόρα εκεί μέσα!»

Άπλωσε το χέρι στο ποτήρι του και κατέβασε το ουίσκι, το ξαναγέμισε και συνέχιζε να γελά, να ξεκαρδίζεται. Τότε πρόσεξε το πρόσωπό της και σταμάτησε απότομα να γελά. Ακολούθησε το βλέμμα της. Το χρυσόψαρο γούρλωσε το ένα μάτι. Επρόκειτο για ένα σχετικά μεγάλο μάτι, μεγάλο για χρυσόψαρο, και το μάτι ήταν καρφωμένο στον Καρλ, και ο Καρλ αναγνώρισε, στο θολό λευκό που λαμπύριζε, παγερό το μίσος, μέσα στο μάτι, και τρόμαξε κάπως, και θυμήθηκε τις κάμπιες και τα νερόφιδα από σήμερα το πρωί, και αναρωτήθηκε αν υπήρχε κάποια σχέση – όνειρο; ντελίριο; σχιζοφρένεια;

«Το καταλαβαίνει ότι τον ζηλεύεις», είπε η Lola χαμογελώντας, και φύσηξε στο γυαλί, και ο Καρλ έβλεπε πως το χρυσόψαρο έτρεμε και κούναγε πιο δυνατά τα βράγχια του και πως ανακάτεψε το νερό με την κοντόχοντρη ουρά του.

Το επόμενο και όλα τα επόμενα ποτά τα κατέβασε ο Καρλ δίχως πάγο, μισός ακουμπισμένος στο κρεβάτι, μισός ξάπλα έβλεπε τη βασίλισσα της Σάμπα να χορεύει μέσα στην παράγκα του, τη μια ντυμένη, την άλλη γυμνή, στον ρυθμό μιας μουσικής που δεν άκουγε με τα αυτιά αλλά με τα νεύρα, και έβλεπε το χρυσόψαρο να παρακολουθεί μέσα από τη γυάλα του τη βασίλισσα και, εν τέλει, να φαίνεται να αναπνέει στον ίδιο ρυθμό με εκείνη, να τρέμει, να γλιστρά, να χορεύει, και έπειτα να στέκεται η Lola εμπρός του, και δάκρυα να χύνονται από τα πράσινά της μάτια σαν ρευστό χρυσάφι, και να λέει: «Ονειρεύεσαι, Johnny Tristano, επιτέλους ονειρεύεσαι!», και άκουσε τον εαυτό του να απαντά: «Έλα, βασίλισσα της Σάμπα, έλα!», και ώρα πολύ αργότερα ξύπνησε και τρίκλισε από το κρεβάτι για να πιεί ένα ποτήρι νερό, και είδε νερό, και στο νερό κολύμπαγε ανάσκελα ένα χρυσόψαρο, και βούτηξε στο νερό ένα δάχτυλο και ακούμπησε το χρυσόψαρο, και το χρυσόψαρο ήταν νεκρό, και έπειτα το έβγαλε έξω και το πέταξε στη σακούλα με τα σκουπίδια και αντί για νερό ήπιε το υπόλοιπο ουίσκι, και έπειτα την έπεσε και πάλι στο κρεβάτι δίπλα στη βασίλισσα της Σάμπα.

Η βασίλισσα κοιμόταν και, όταν παρατήρησε το πρόσωπο της στο φως του φωτιστικού δαπέδου, διέκρινε το ηττημένο πρόσωπο μιας ηλικιωμένης γυναίκας με άσπρα μαλλιά και σακούλες κάτω από τα μάτια. Σύρθηκε κοντά της, και εκείνη κάτι είπε, και εκείνος σύρθηκε ακόμη πιο κοντά της, και την άκουσε να ψιθυρίζει: «Μη ζηλεύεις… ποτέ ξανά δεν κάνει να ζηλέψεις. Και τώρα είναι πολύ αργά». Την κοίταζε για κάμποση ώρα, και έπειτα έσβησε το φως και λίγα δευτερόλεπτα ήταν ξαπλωμένος εκεί, και δεν έβλεπε τίποτα, και έπειτα απομακρύνθηκε με μια βουτιά, αλλά και τότε δεν έβλεπε τίποτα, δεν ένιωθε τίποτα, δεν ονειρευόταν τίποτα.

Όταν την άλλη μέρα ο Καρλ ξύπνησε, ήταν μόνος.

Ήπιε ένα ποτήρι νερό από τη βρύση, ντύθηκε αργά και προσπάθησε να νιώσει ένα οποιοδήποτε συναίσθημα, να νιώσει οτιδήποτε, ωστόσο δεν ένιωθε τίποτα. Ήπιε κι άλλο νερό και κατάπιε δυο ασπιρίνες και ξανακοίταξε γύρω, αλλά δεν είδε τίποτα που να άξιζε τον κόπο να ιδωθεί, και το χρυσόψαρο στη σακούλα σκουπιδιών είχε επίσης εξαφανιστεί. Στη στάση του ηλεκτρικού και ενώ έψαχνε για ένα μάρκο, βρήκε τις δυο κάρτες του ΟΑΕΔ: «Πωλητής για βάφλες» και «Βοηθός πορτιέρη για ανεπιθύμητα πρόσωπα στο Lido-μπαρ. Δεν ακούγεται και άσχημο Lido-μπαρ, σκέφτηκε, άσχημο όμως για τα άλλα πρόσωπα. Με άλλα πρόσωπα δεν ήθελε σήμερα καμία επαφή. Οι βάφλες ήταν απρόσωπες.

Δύο ώρες αργότερα βρισκόταν στον πάγκο του, και ο άντρας από τον φούρνο ξετύλιγε τις βάφλες και του εξηγούσε τι έπρεπε να κάνει. Πούλαγε βάφλες.

Όταν στο μεσημεριανό του διάλειμμα κατευθυνόταν προς το κοντινότερο σνακ-μπαρ, πέρασε μπροστά από ένα κατάστημα με κατοικίδια. Μπήκε μέσα. Μια πωλήτρια με περμανάντ τον πλησίασε.

«Πως μπορώ να βοηθήσω;»

«Ψάχνω για ένα χρυσόψαρο», απάντησε ο Καρλ.

Εκείνη του έδειξε τα χρυσόψαρα.

«Θέλετε κάποιο συγκεκριμένο είδος; Υπάρχουν…»

«Θα κοιτάξω μόνος μου», αποκρίθηκε ο Καρλ. Περιεργάστηκε όλα τα χρυσόψαρα. Εκείνα κινούνταν στα ενυδρεία τους βαριεστημένα. Τότε συνειδητοποίησε ότι σκεφτόταν τη βασίλισσα της Σάμπα και ότι ανακατευόταν από τον δυνατό τον πόνο. Η πωλήτρια τον κοίταξε καχύποπτα.

«Νομίζω πως θα μείνω στις κάμπιες», είπε ο Καρλ και έφυγε.

 

 

 

[1] Τα Φασματώδη ή φασμίδια (Phasmatodea ή Phasmida) αποτελούν μια τάξη εντόμων. Τα είδη των φασματωδών μοιάζουν με κομμάτι ξύλου ή με φύλλα. Ανάλογα λέγονται «κλαράκι», «περιφερόμενο φύλλο» ή παρόμοια.

[2] To schnaps είναι ένας τύπος αλκοολούχου ποτού που παρασκευάζεται από αποσταγμένα φρούτα. Μοιάζει με την ρακί ή το τσίπουρο.

[3] Ποδοσφαιρική ομάδα της Γερμανίας.

Gedichte von Anna Ospelt | Ποιήματα της Άννας Όσπελτ

Στους δρόμους για το Σόνμπεργκ

στρώνω έλατα

στρώνω επιθυμίες

ακολουθώ το αργοπορημένο χιόνι

η ίδια έλατο

η ίδια χιόνι

όμως το πρώιμο χιόνι

τρίζει όταν λάμπει ο ήλιος

ο πατέρας μου μου δίνει το χέρι

ακουμπώ το πρόσωπο μου πάνω

σε αυτή την απαλή

και όλο απαλότερη χειρονομία

ανηφορίζουμε προς το Σόνμπεργκ.

 

∞ | ∞

 

Auf die Wege zum Schönberg

lege ich Tannen

lege ich Wünsche

ich geh den späten Schnee entlang

selbst Tanne

selbst Schnee

aber früher Schnee

der knistert wenn die Sonne hineinscheint

mein Vater gibt mir die Hand

ich lege mein Gesicht hinein

in diese weicher

und weicher werdende Geste

wir gehen zum Schönberg hinauf.

The battle of words | Η πάλη των λέξεων

Με αφορμή την Poetry Expo 23, ο οργανισμός του Versopolis –ό,τι πιο οργανωμένο στην ποίηση έχει να επιδείξει τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη– μας απηύθυνε κάλεσμα για να συμμετάσχουμε ως ένας κατεξοχήν εκδοτικός οίκος της ποίησης στην Ελλάδα. Έχοντας εκδώσει περισσότερες από 200 συλλογές Ελλήνων/Ελληνίδων ποιητών/ποιητριών και κοντά στις 150 συλλογές μεταφρασμένης ποίησης απ’ όλο τον κόσμο, από το 2012, ο πλούτος της backlist του εκδοτικού οίκου είναι μεγάλος και οι καλοί στίχοι εκατοντάδες – αν όχι χιλιάδες.

Σε συνεργασία με την ομάδα της Expo, διαμορφώσαμε το project «Η πάλη των λέξεων/The battle of words», με μια μικρή και στοχευμένη συλλογή ποιημάτων για τον πόλεμο, την κοινωνική αδικία, την ενδοοικογενειακή βία, την έμφυλη βία, την αστυνομική βία… την κάθε μορφή βίας, αλλά και τον ρατσισμό, την εξορία, τη διαφθορά στην πολιτική, την αδιαφορία της πολιτικής, την πείνα, την προσφυγιά, τους αγώνες για ένα καλύτερο μέλλον. Εντοπίσαμε ποιήματα 24 ποιητών και ποιητριών μας με κοινωνική ματιά, με κοινωνική κριτική, με κοινωνική καταγγελία.

Διαβάστε την ανθολογία εδώ

Να ευχαριστήσουμε τον Γιάννη Μακρόπουλο και την Αγγελική Δημοπούλου – χωρίς τον επαγγελματισμό τους δεν θα είχε πραγματοποιηθεί η ανθολογία. Τη Δήμητρα Χροναράκη για την άψογη συνεργασία στη μετάφραση των ποιημάτων. Τον Aleš Šteger και τον Aljaž Koprivnikar, τον ιθύνοντα νου του Versopolis και τον συντονιστή της Poetry Expo 23, που μας πρότειναν/παρότρυναν να φτιάξουμε αυτό το project – οι οποίοι είναι επίσης ποιητές μας.

Εκδόσεις Βακχικόν

Ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης εξ ιδίων

Θανάσιμα ή συγγνωστά

τι σημασία όμως έχει;

αφότου εκείνος ο Θωμάς κατέγραψε

επτά ο Ακινάτης

αμαρτήματα μας κάρφωσαν

μάς κάρφωσαν αυτοί οι άλλοι

πατεράδες σε σταυρό

ανθρώπινο θνητό και αθάνατο

συνάμα ούτε που θυμάμαι

ετούτη την ιστορική

στιγμή αν πρόσβαλλαν

την μεταξύ ημών αγάπη

μήτε αυτήν προς τον πλησίον

μόνο προς εσένα εσένα εσένα

δεν όχι μα διόλου!

πρόδωσαν

 

όμως αυτή δεν είναι η φύση των συντρόφων; δεν στο ψιθυρίσανε πατέρα;

 

ένοχη να νιώσω και ενοχή; τύψεις και ερινύες; it’s ok!

αιωνίου κολάσεως όμως;

βαρύ βαρύ το πυρ

το εξώτερον έλεος

και συγχώρηση κι ίσως ένα ψήγμα από αγάπη, you know?

Πατέρα;

 

Χρησμός

στεφανώσου το χρησμό το διφορούμενο |είπε| και σταύρωσε εκείνους τους ταλαίπωρους χρυσαετούς στη μνήμη ή στον ομφαλό του μονάκριβου πατέρα τρέξε τρέξε στα άδυτα κοντά στη μάντισσα θεά σε εκείνη την ιέρεια με δάφνες πέλανο και άλλους θησαυρούς και αναθεμάτισε την τύχη του κόσμου την λοξή στην έκσταση σου πάνω γιατί κάθαρση ο κόσμος σου δεν πρόκειται να βρει αν δεν την αμφισημία των πραγμάτων πρώτα αγαπήσεις

 

 

Ανθολόγιο μικρού διηγήματος για την νύχτα

[… Λίγα ήταν τα βήματα που κάνατε τρικλίζοντας, για να ισορροπήσετε τον κάθε ενδοιασμό σας. Και τότε ο άγνωστος άρχισε να σου μιλά για έναν παιδικό του φίλο, κάποιον Pessoa, που αυτός θαύμαζε και για ένα Καπνοπωλείο που από μικρός ήθελε να ανοίξει. Τον συναντούσε καθημερινά πίνοντας βυσσινάδα στα τραπεζάκια του Rex. Μιλάγανε ώρες ατελείωτες για ζωή και για γυναίκες και για ανεκπλήρωτους έρωτες. Μιλάγανε συνήθως μέχρι ο ορίζοντας να ροδίσει. Και τότε έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής, δίπλα στο κιγκλίδωμα της παραλίας. Νύχτωνε μέχρι να φτάσει από την μία άκρη ως την άλλη.

Ο άγνωστος σταμάτησε απότομα και σε αγκάλιασε σφιχτά από τους ώμους. Φοβήθηκε μην ήσουνα και συ σαν τον άλλον τον ποιητή, πλάσμα της φαντασίας του και χανόσουν στις πρώτες ηλιαχτίδες του ξημερώματος. Χωρίς προειδοποίηση. Χωρίς εξηγήσεις. Σαν χρόνιος εραστής έσκυψε και μύρισε τα μαλλιά σου. «Ωραία μυρίζεις», είπε και έγειρε και τα φίλησε. Και συ αποκαμωμένη από το ξενύχτι και την αναζήτηση, έγειρες πάνω στο πέτο του κρεμ σακακιού του και έκλεισες τα μάτια. …]

 

Αποκαΐδια ηθικής

Κουβαλώ στις πλάτες μου μια κούραση.

Την κούραση όλου του κόσμου.

Ένας κόσμος που διατείνεται

ότι χειρίζεται την αμφισβήτηση σαν ξίφος

και που διακατέχεται από μια και μόνο ιδέα

μήπως κάποια μέρα

η εγγύτητα του θανάτου

Τον οδηγήσει στη «δειλία της μεταστροφής».

Επιθύμησα έναν τάφο.

Έστω από σκόνη.

Εφ’ ενός γίγνεσθαι; 2

Παράδεισος

ακίνητη ήταν η γη και έτσι παραμένει

κι ας ήθελε ο Πτολεμαίος τον κόσμο

να γυρίσει και τον Παράδεισο

ως Ουρανό και ως Πύρρειο

με σφαίρες να γεμίσει εννιά

γύρω γύρω να πηγαίνουν ψυχές

γεμάτες να στροβιλίζονται

στις ομόκεντρες τροχιές τους.

 

Έλα, Βεατρίκη, πάρε κι εμένα

από το χέρι κι ας βαρύνει

εσένα η αμαρτία

της απόφασης

 

Αφού υποσχέσεις έδωσα και κράτησα και φιλοδοξίες και πράξεις αγάπης μπορεί και σοφίας, θρησκεία δεν θυμάμαι να υπερασπίστηκα μα ούτε και δίκαιους, οραματιστές και ευλογημένους, έχω ελπίδα, φίλη μου, να πάρω θέση στους Αγγέλους;

Η κρεμμυδαποθήκη

Το κρύο είναι τσουχτερό απόψε.

Σε διαπερνά όπως ο κάθε Λαύκος, όπως ο κάθε θάνατος.

Η πλατεία σε αποχαιρέτησε στροβιλίζοντας

τα πλατανόφυλλα της. Στρώμα υπόκωφων ήχων

στο πέρασμα μου. Κάνει κρύο μέσα

στην εκκλησία. Είμαστε παγωμένες Κατίνα.

Η καμπάνα ηχεί πένθιμα. Ποια από τις δυο μας πεθαίνει;

Το χώμα μυρίζει μούχλα. Καιρό είχε να αεριστεί.

Να που ήρθε η ώρα. Για όλα έρχεται η γαμημένη η ώρα.

Τα κοράκια δεν βλέπουν την ώρα να αποδημήσουνε.

Το Πήλιο φόρεσε τα γιορτινά του.

Η μελέτη των ριζών [Wurzelstudien]

10. Μαΐου

Γερή. Χλωμή. Επιθυμία για. Φοβία για.

Μου φαίνεται πως είμαι ένας σπόρος λουλουδιού, που δεν κάνει να τον φυτέψεις πολύ κοντά σε άλλους σπόρους λουλουδιών.  Ή μάλλον, κάνει, μόνο που δεν έχω ανακαλύψει ακόμη κοντά σε ποιους. Μέχρι τώρα η μεταφύτευση ήταν απαραίτητη μετά από κάποια χρόνια.

Το να κατοικείς με παρέα σε μια γλάστρα, μου φαίνεται κάπως στενάχωρο. Αλλά ούτε και μόνη μου θα ήθελα να κατοικώ εκεί μέσα, αλλά ούτως ή άλλως δεν θέλω να κατοικώ σε γλάστρα!

Κάθομαι στο τρένο και περνάω δίπλα από χωράφια, χωράφια με γογγύλια, χωράφια με καλαμπόκια, χωράφια με παπαρούνες. Ούτε και σε χωράφι θέλω, παραείναι μονότονο. Σ’ ένα λιβάδι με λουλούδια; Πολύ διακοσμητικό. Στον κήπο του κυρίου Μπούχελ;

Σφαλίζω τα μάτια και ριζώνω στον κήπο του κυρίου Μπούχελ.

Η ποίηση ταξιδεύει εις Εύριπον

Ασύνειδα επιμένεις στην στερεότητα

των ουράνιων σχημάτων, επιμένεις

να δρασκελίσεις αμνήμονες

στιγμές και φριχτές συνειδήσεις

και κρυμμένη στο μισόφωτο

σαν πόρνη η λύτρωση

ανησυχεί μην ανιχνεύσεις

το ανθρώπινο της πρόσωπο

που υμνεί χαμηλόφωνα με λόγχες

σκεπάρνια και λόγιες κορώνες

το προφανές

που κατακλύζει ένα ποίημα

που διαμελίζει το θυμικό.

 

 

Θερίσματα ζωής και ερώτων | Lebens und Liebesernten

Από τις Εκδόσεις Στίξις κυκλοφορεί το νέο βιβλίο του Νίκου Μυλόπουλου «Θερίσματα ζωής και ερώτων / Lebens und Liebesernten». Η έκδοση αυτή είναι μία ευτυχής συνάντηση δύο ποιητών. Η ποιήτρια και μεταφράστρια Κατερίνα Λιάτζουρα επέλεξε και μετέφρασε στα γερμανικά ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου. Όπως γράφει και στην Εισαγωγή ο Γιώργος Ρούσκας: «Η μεταφορά ενός έργου σε μία άλλη γλώσσα είναι από μόνη της σπουδαία υπόθεση, γιατί δίνει τη δυνατότητα στον ομιλούντα ή γνωρίζοντα τη μία από τις δύο να έχει πρόσβαση στην άλλη». Και προσθέτει: «Ποιήματα συχνά με δομή μικρού μονολόγου ή συμπυκνωμένου μονόπρακτου, με ένα ποιητικό υποκείμενο να μιλά για όλα, να αισθάνεται πεντακάθαρα τα τεκταινόμενα, με μνήμη αλώβητη».

Ο Νίκος Μυλόπουλος υπηρετεί την ποίηση με ειλικρίνεια και ευγένεια. Με βαθύ στοχασμό προσεγγίζει τον κόσμο που κάποιες φορές καταρρέει, όμως στο τέλος ανασυγκροτείται και προχωράει μπροστά. Δεν μένει στη μοναξιά του εαυτού του. Περνάει αβίαστα στο Εμείς, νιώθοντας αυτή τη μετάβαση σαν ανάγκη, σαν υποχρέωση και σαν κληρονομιά στους μεταγενέστερους.

Ιστορίες πάθους και μαγειρικής

[… Μια κρεατομηχανή θα ήθελα, είπα και γύρισα την πλάτη μου καληνυχτίζοντας. Ναι, μια κρεατομηχανή θα ήθελα για δώρο επετείου. Αφού με ρώτησες, έχω το δικαίωμα να ζητήσω αυτό, που επιθυμώ περισσότερο από όλα τα δώρα του κόσμου. Ούτε κοσμήματα, ούτε ταξίδια. Ούτε λουλούδια, ούτε σοκολατάκια σε περίτεχνα κουτάκια. Μία κρεατομηχανή θα ήθελα, σαν αυτές που διαφημίζουν στη τηλεόραση. Αλέθουν λέει, όλα τα κομμάτια κρέατος και τα κάνουνε κιμά. Ναι, αυτή θέλω. Ένα μηχάνημα, όπου χώνεις ολόκληρα κομμάτια κρέατος και απ’ όπου βγαίνουν τέλεια στρογγυλοποιημένα σκουληκάκια. Τόσες και τόσες πολιτισμένες συζητήσεις κάναμε για το φαινόμενο του κρεοπώλη που βαριέται να αλέσει τον κιμά δύο και τρεις φορές. Το φρέσκο κρέας για να γίνει κιμάς, και ο κιμάς για να γίνει σουτζουκάκια, σαν αυτά της μανούλας μου, πρέπει να αλεστεί δύο και τρεις φορές, μου έλεγες, ενώ άστραφτε και βρόνταγε γύρω μου. Εντάξει, ας μην αδικήσω τον γάμο μας. Όλα άρχισαν να κατρακυλάνε, όταν θέλησα να σου φτιάξω το αγαπημένο σου φαγητό. …]

Κάποτε πρέπει να περπάτησα σε τρυφερό χορτάρι [Einmal muss ich über weiches Gras gelaufen sein]

Αφήνομαι στη κίνηση του τρένου να με λικνίσει πίσω στην πιθανότητα μιας παιδικής ηλικίας, σε μια παιδική ηλικία, που θα μπορούσε να είναι πιθανή, στην πιθανή ανάμνηση μιας γιαγιάς που αναμένει την άφιξη της μάνας μου και της δικής μου, που στέκει κοντά στο φράχτη, εδώ και ώρες, που έχει τελειώσει τις προετοιμασίες της, εδώ και ώρες. Στο τραπέζι της κουζίνας ένα σκούρο μπλε δοχείο από πορσελάνη γεμάτο αμυγδαλωτά, το Bortschtsch σιγοβράζει στο μάτι, αλμυρά αγγουράκια τουρσί στο αποθηκάκι, αποξηραμένα μανιτάρια, πατάτες, κρεμμύδια, σπιτικό ψωμί. Το πάτωμα της εισόδου είναι στρωμένο με μαλακά πατάκια, κιλίμια με ηλιοτρόπια και βολβοειδείς τρούλους στους τοίχους, στην κάμαρα, τον κύριο χώρο του σπιτιού, μια κορνιζαρισμένη φωτογραφία με τη μάνα κι εμένα. Πάνω στο ένα και μοναδικό κρεβάτι τα δώρα έτοιμα (η γιαγιά θα κοιμηθεί στο καμαράκι, παρόλο που η μάνα θα φέρει αντιρρήσεις): μια Ματριόσκα, η ομορφότερη που μπόρεσε η γιαγιά να ξετρυπώσει, παραδίπλα ένα κουκλάκι με ματάκια που ανοιγοκλείνουν, κεντημένα πουκάμισα, ένα ζακετάκι μάλλινο, τραπεζομάντιλα όπου αναρριχώνται λουλούδια, κεντημένα, σε πείσμα των παγω-μένων κρυστάλλινων σχημάτων στα παράθυρα, τις ατελείωτες, παγωμένες νύχτες του χειμώνα.

 

Η μυρωδιά του σπιτιού που αναδύεται από αντικείμενα, που την αναγνωρίζει ο καθένας που έχει επισκεφτεί, έστω και μια μόνο φορά, ξύλινο σπίτι στη Λευκορωσία, μια μυρωδιά που περιγράφεται μόνο μέσω των αντικειμένων. Η γιαγιά προσπάθησε να διώξει όλες τις μύγες έξω, έκλεισε τις κουρ-τίνες στα παράθυρα. Η κουρτίνα για μύγες στην εξώπορτα, τα πολύχρωμα κορδόνια με τις χάντρες κροταλίζουν από το ελαφρύ αεράκι. Ακούγονται οι κότες. Όταν κάθεσαι στην κουζίνα ακούγεται το σιγαλό βράσιμο της σούπας, ο σκύλος που τρέχει πέρα δώθε μέσα στο κλουβί του και μασουλάει ένα κόκκαλο. Το θρόισμα του υφάσματος σαν χαϊδεύει η γιαγιά το παιδί. Τόσο ήσυχα είναι που α-κούγεται το χάιδεμα.

 

Εγώ, θα είχα κρυφτεί πίσω από τη μάνα μου, θα περνάγανε λίγα δευτερόλεπτα έως ότου η γιαγιά να αγκαλιάσει την κόρη της, και των δυο θα τρέχανε δάκρυα στο πρόσωπο, κι εγώ δεν θα ήξερα τι να κάνω. Και έπειτα, μετά από αρκετή ώρα, η γιαγιά θα στρέφονταν προς τα μένα, και με προσοχή θα έπαιρνε το πρόσωπο μου στα τραχιά της χέρια, θα κούναγε το κεφάλι σαν να μην μπορούσε να πι-στέψει, ότι τώρα, ναι τώρα, μπορούσε να δει επιτέλους την εγγονή της.

Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες | Wörter spitz wie Nägel

Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες ο τίτλος τούτης εδώ της δίγλωσσης ανθολογίας Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης. Τίτλος που δεν επιλέχτηκε απερίσκεπτα ή τυχαία. Εμπνευσμένος είναι ο τίτλος από το ποίημα Ποιητική του Μανόλη Αναγνωστάκη, να μας θυμίζει πως η ποίηση οφείλει να χρησιμοποιεί λέξεις που να καρφώνονται στο χαρτί, να καρφώνονται στη γλώσσα, στο νου και στην καρδιά. Αυτές ήταν οι σκέψεις μου όταν άρχισα να καταπιάνομαι με την μελέτη της Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης. Γιατί ναι, έχουν περάσει από την ελληνική ποιητική σκηνή, από την Αρχαιότητα ως και την Μεταπολίτευση, ονόματα τρανά, παγκοσμίως αναγνωρισμένα, αφήνοντας αμύθητα ποιητικά κληροδοτήματα στους νεότερους. Αλλά σταμάτησε η ποιητική παραγωγή άραγε εκεί; Δεν έχουμε ποιητικές φωνές, στα πιο πρόσφατα χρόνια, στην σύγχρονη, την σημερινή εποχή, στον 21ο αιώνα, που να καρφώνουν τις λέξεις τους σαν πρόκες; Και αφού το ερώτημα δεν είναι ρητορικό, απαντώ με μια λέξη-πρόκα: όχι! Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Οι ελληνικές ποιητικές φωνές και έχουν να πουν και θέλουν να μιλήσουν. Και έχουν να μοιραστούν και θέλουν να επικοινωνήσουν. Και είναι πολλές που όλο και πληθαίνουν που όλο και δυναμώνουν.

Λευκοί Νάνοι

και έπειτα∙

 

με τούτο δω το ποίημα
δεν θα διεκδικήσω καμιά πρωτοτυπία
για μένα, τον Μαμωνά και τη malaise du siècle∙
σαδιστική εξάλλου ήταν πάντοτε
η φλέβα του ειδώλου
σαν αντάμωνε το μαύρο με τον χρυσό
και το θειάφι με το φυτίλι
ντενεκέδες κοσμοκαλόγεροι, Εαυτούληδες της πόλης
ζυγίζουν νευρόσπαστα τη νοερή αξία
μέσα στην ασάφεια του χρόνου
και πυκνώνουν και πυκνώνουν ολοένα
στα πέπλα της αρένας

 

Πάμπολλες οι αλήθειες, κι εσύ δεν γνώρισες καμία;
Γιγαντώθηκες στη λογική, ποιο να’ ναι το σημάδι;

 

Στον πύργο της Βαβέλ σκαρφάλωσες
στον ουρανό και στον βωμό
και πιο πάνω και πιο πάνω και όλο πιο πάνω θέλησες
την πτώση να αποφύγεις

 

μα, εκείνο το φρούτο άλλοτε, μήλο κόκκινο δεν ήταν;

1 2