Εκδόσεις

Emmy Hennings | Φυλακή

Η νουβέλα Φυλακή εκδόθηκε το 1919 από τον εκδοτικό οίκο Erich Reiss Verlag στο Βερολίνο και προκάλεσε μεγάλη αίσθηση στα λογοτεχνικά τεκταινόμενα της εποχής. Με μια επιβλητική, εξπρεσιονιστική γλώσσα, η Hennings ανατέμνει την εμπειρία του εγκλεισμού με τα πιο λεπτά γλωσσικά εργαλεία. Πολλά χρόνια απασχόλησαν τη Hennings ζητήματα όπως η παραβατικότητα και η τιμωρία, φιλοσοφικές έννοιες όπως η αθωότητα, η ενοχή και η λύτρωση, η επίδραση των αστυνομικών και των σωφρονιστικών υπαλλήλων στον ψυχισμό των εγκλείστων, ο εκφοβισμός, η γραφειοκρατία, η δυσλειτουργία του δικαστικού σώματος, αλλά και η αναγκαστική συνύπαρξη και συμβίωση των συγκρατουμένων στον πολύ μικρό και αφιλόξενο χώρο ενός κελιού.

«Η ομορφιά του κόσμου»

Της νύχτας*

Σαν μόλις τώρα να ξύπνησα· εφιάλτης
δεν ξέρω αν ήτανε ή το φως του πρωινού
παρηγοριά στα κάθιδρα σεντόνια

Όταν εικόνες απόκοσμες καρφώθηκαν πάνω μου
καρφώθηκαν πάνω μου και οι σκέψεις
να φλερτάρουν με αναμνήσεις ενός άλλου
κόσμου άγνωστου σε μένα·
“ξεφλουδισμένο πορτοκάλι το παιχνίδι
του απόκληρου του νου”,
με ξάφνιασα με την φωνή μου

Κάθιδρη ανασηκώνομαι ν’ αγγίξω
την ηλιαχτίδα στη σχισμή
Να παρηγορήσω το σήμερα που πονάει
στη διάρκεια της νύχτας
Να παρηγορήσω το αύριο που πονάει
στη διάρκεια της ημέρας

Θα ‘θελα εφιάλτης να ήτανε το αποψινό
κι ένα ποίημα ωδή
στην ομορφιά του κόσμου
να ‘γραφα.
Μα τα όνειρα, όνειρα παραμένουν
κι εγώ μονάχα την ασχήμια ονειρεύομαι
του κόσμου όλου
μέσα στο ποίημα αυτό
της νύχτας.

 

* Τα βουνά είχανε ορθώσει το ανάστημα τους λέει, λιθοβολούσαν [μ’ ό,τι δεν είχε από τα σπάργανα τους λεηλατηθεί] τους σιδερένιους μύλους που στις ράχες τους καρφώθηκαν, τα δέντρα ξεριζώθηκαν από των προγόνων τους τις εστίες, καμένα απολιθώματα ενός μακρινού πράσινου παρελθόντος, τα ζώα μεταλλάχτηκαν, τα λουλούδια άχρωμα και άοσμα, δέχονταν εξ ουρανού την όξινη ψιχάλα, η θάλασσα αλαφιασμένη ξέρναγε, από την μιά νεκρά κουφάρια ανθρώπων και από την άλλη σκουπίδια και σκουπίδια και σκουπίδια ανθρώπων. Η γη και ο ουρανός σείονταν. Σείονταν η φύση. Σείονταν η πλάση όλη. Ο άνθρωπος κήρυξε πόλεμο στον εαυτό. Αφανισμός εκούσιος, είπανε στις ειδήσεις.

«Κραυγές από τη Γη | Grida dalla terra»

Ahoo Daryaei

ο νους ασύμμετρα λογίζεται το μεγαλείο του πλάσματος αυτού, φυλάκισε μέσα στα άλογα τη χαίτη την πλούσια, ευθυτενής κορμί στην εκκωφαντική σιωπή να περιφέρεται. τα μπράτσα τυλίχτηκαν κάτω από τα στήθη της γυναίκας και συγκράτησαν κάθε στεναγμό αναστολής, κάθε όνειρο απελπισίας που άφησε με τις μικρές γυμνές πατούσες της, σημάδι· όχι πάνω στην άμμο ούτε στον έναστρο ουρανό έχτισε εκείνη την ελευθερία, αλλά πάνω στην τόλμη της στα νιάτα της πάνω στο βλέμμα των περαστικών. που άλλοι κρυφογέλασαν με την τρέλα άλλες κρύφτηκαν πιότερο πίσω από την χιτζάμπ και οι άλλοι -όλοι οι εμείς- στρέψαμε το βλέμμα μας μακριά· όχι γιατί ντραπήκαμε τη γύμνια της, όχι· στρέψαμε το βλέμμα για να μην αντικρίσουμε το ανάστημα που γιγαντώνονταν μέσα από το πολύ βαθύ, το πιο βαθύ ίσως σκοτάδι.

«Εκδοχή / poesia grega contemporânea»

Οι άντρες που γνώρισα φιγούρες από βιβλία. Κάτι από Μπουκόφσκι, Σάρτρ, Έσσε, Pessoa, σκιές από Καβάφη, Σκαρίμπα και Καββαδία. Δεν έχουνε πρόσωπο ή όνομα ούτε και ιστορία. Μόνο τα ίδια πάθη. Μόνο τα ίδια λάθη. Μοναχικοί λύκοι χαμένοι μέσα στην αγέλη ταξιδεύουν τον εαυτό τους με στιχάκια μουσικοσυνθετών. Παρηγορούν με αφιερώσεις περιωπής παρακμιακούς στο περιθώριο της ζωής, παραγκωνισμένους σε μπάρες συναλλαγής, χαμαιτυπεία, πεζοδρόμια και φθηνά ξενοδοχεία. Σαν όμως κοιτούν απέναντι εκεί όπου βλέπουν την αλήθεια διακρίνουν ένα έφηβο με ασπρισμένα τα μαλλιά και αναρωτιούνται που πήγανε τα χρόνια; πως γλίστρησε η νιότη; πως κάποτε νέοι ακόμα, αρυτίδωτοι, ανυποψίαστοι, αθώοι, όρκο δώσανε την αδάμαστη ζωή να τιθασεύσουν; Απονήρευτοι αθώες σκέψεις κάνανε. Αθώα προσέγγιζαν και αθώα προσεγγίζουν. Αθώα θα σπαρταρίσουν. Αθώα θα μαρτυρήσουν σ’ αυτό τον απόηχο των τόσων συγγραμμάτων μου.

 

(από την ποιητική μου συλλογή Η Κρεμμυδαποθήκη)

Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

Η ποίηση της Κατερίνας Λιάτζουρα, υπερρεαλιστική, με έντονους καταγγελτικούς τόνους αλλά και εκφράσεις οργής και αγανάκτησης, με εξομολογήσεις των διαψεύσεων αλλά και συναίσθηση της προσωπικής ευθύνης, αποζητά την ηθική (ποιητική και κοινωνική) και στηλιτεύει την πολιτιστική ελαφρότητα. (σελ. 393)