Κατερίνα Λιάτζουρα
Katharina Liatzoura
Λίγα λόγια
Γεννήθηκε το 1972 στην Στουτγκάρδη της Γερμανίας. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στην Πολιτιστική Διαχείριση από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Ζει στην Χαλκίδα και εργάζεται στην Μέση Εκπαίδευση Εύβοιας ως Φιλόλογος της Γερμανικής Γλώσσας. Είναι μέλος του PEN Ελλάδας.
Τα βιβλία μου
Περιοδικό diPgeneration
[… «Πλησιάστε, κύριοι μου!» ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή. «Είσαστε βαθιά νυχτωμένοι». Ήταν ο φύλαρχος Φέγγος της Φωτιάς. «Πού περιφέρεστε νυχτιάτικα; Και τι αμφίεση είναι αυτή; Βγάλτε τις μύτες από σελιλόιντ! Ξεμασκαρευτείτε! Σας γνωρίζουνε. Τι μουσικά όργανα με κουδουνάκια είν’ αυτά που κουβαλάτε μαζί σας;»
«Είναι κουδουνάκια και σείστρες και τα μαστίγια του γελωτοποιού, με την άδεια σας».
«Και τι πνευστό είναι αυτό;»
«Είναι το χωνί της Νυρεμβέργης*».
«Και τι σβώλος από βαμβάκι είναι αυτός εκεί, στο σχοινί;»
«Είναι το καρουζελοαλογάκι Ιωάννης, με προσοχή τυλιγμένο σε βαμβάκι».
«Κουταμάρες! Τι δουλειά έχετε με το καρουζελοαλογάκι στην λιβυκή έρημο; Που το ’κονομήσατε το άλογο;» …]
* Η έννοια Nürnberger Trichter αναφέρεται, ειρωνικά και περιπαιχτικά, στο πώς μπορεί κανείς, χρησιμοποιώντας ένα χωνί, να γεμίσει γνώσεις τα κεφάλια των ανθρώπων.
Ιστορίες πάθους και μαγειρικής
[… Μια κρεατομηχανή θα ήθελα, είπα και γύρισα την πλάτη μου καληνυχτίζοντας. Ναι, μια κρεατομηχανή θα ήθελα για δώρο επετείου. Αφού με ρώτησες, έχω το δικαίωμα να ζητήσω αυτό, που επιθυμώ περισσότερο από όλα τα δώρα του κόσμου. Ούτε κοσμήματα, ούτε ταξίδια. Ούτε λουλούδια, ούτε σοκολατάκια σε περίτεχνα κουτάκια. Μία κρεατομηχανή θα ήθελα, σαν αυτές που διαφημίζουν στη τηλεόραση. Αλέθουν λέει, όλα τα κομμάτια κρέατος και τα κάνουνε κιμά. Ναι, αυτή θέλω. Ένα μηχάνημα, όπου χώνεις ολόκληρα κομμάτια κρέατος και απ’ όπου βγαίνουν τέλεια στρογγυλοποιημένα σκουληκάκια. Τόσες και τόσες πολιτισμένες συζητήσεις κάναμε για το φαινόμενο του κρεοπώλη που βαριέται να αλέσει τον κιμά δύο και τρεις φορές. Το φρέσκο κρέας για να γίνει κιμάς, και ο κιμάς για να γίνει σουτζουκάκια, σαν αυτά της μανούλας μου, πρέπει να αλεστεί δύο και τρεις φορές, μου έλεγες, ενώ άστραφτε και βρόνταγε γύρω μου. Εντάξει, ας μην αδικήσω τον γάμο μας. Όλα άρχισαν να κατρακυλάνε, όταν θέλησα να σου φτιάξω το αγαπημένο σου φαγητό. …]
Αποκαΐδια ηθικής
Κουβαλώ στις πλάτες μου μια κούραση.
Την κούραση όλου του κόσμου.
Ένας κόσμος που διατείνεται
ότι χειρίζεται την αμφισβήτηση σαν ξίφος
και που διακατέχεται από μια και μόνο ιδέα
μήπως κάποια μέρα
η εγγύτητα του θανάτου
Τον οδηγήσει στη «δειλία της μεταστροφής».
Επιθύμησα έναν τάφο.
Έστω από σκόνη.
Ο πλοηγός του απείρου | Der Lotse der Unendlichkeit
Σπάνια μπορεί να βρει κανείς μια τόσο πλούσια ποιητική φωνή, σε διάρκεια, εύρος και βάθος, σαν του Τόλη Νικηφόρου, που να μπορεί να εκφράζει την πολιτισμική ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου και Έλληνα. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1938, έχει μέχρι σήμερα εκδώσει 39 βιβλία, 23 ποιητικά και 16 πεζογραφικά. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε 9 ευρωπαϊκές γλώσσες και έχουν συμπεριληφθεί σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες, καθώς και σε βιβλία της Μέσης Εκπαίδευσης στην Ελλάδα και την Κύπρο. Το έργο του αποτελεί ένα καλλιτεχνικό παλίμψηστο της μεταπολεμικής λογοτεχνίας και ιστορίας. Ξεκινώντας από το 1966 η λογοτεχνική του παραγωγή διαγράφει όλο το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και φτάνει μέχρι και σήμερα. 60 χρόνια συνεχούς δημιουργίας και προσφοράς.
από τον πρόλογο της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου
Εφ’ ενός γίγνεσθαι; 2
Παράδεισος
ακίνητη ήταν η γη και έτσι παραμένει
κι ας ήθελε ο Πτολεμαίος τον κόσμο
να γυρίσει και τον Παράδεισο
ως Ουρανό και ως Πύρρειο
με σφαίρες να γεμίσει εννιά
γύρω γύρω να πηγαίνουν ψυχές
γεμάτες να στροβιλίζονται
στις ομόκεντρες τροχιές τους.
Έλα, Βεατρίκη, πάρε κι εμένα
από το χέρι κι ας βαρύνει
εσένα η αμαρτία
της απόφασης
Αφού υποσχέσεις έδωσα και κράτησα και φιλοδοξίες και πράξεις αγάπης μπορεί και σοφίας, θρησκεία δεν θυμάμαι να υπερασπίστηκα μα ούτε και δίκαιους, οραματιστές και ευλογημένους, έχω ελπίδα, φίλη μου, να πάρω θέση στους Αγγέλους;
Σκέψεις
Τα μάτια μου μέσα από γκρίζες πηχτές βλέννες
αντικρίζουν τον κόσμο ανάποδα.
Το καλααζάρ μου κατατρώει τα σωθικά.
Το κορμί μου κάτω από το μαδημένο τρίχωμα
τόπους τόπους φωλιά παρασίτων έγινε.
Μου ρουφούνε το αίμα.
Κουράστηκα. Άδειασα. Γέρασα.
Οι πατούσες μου κοντέρ πιστό στη ζωή
προσμετρά χιλιόμετρα και χιλιόμετρα νυχτερινής αλητείας.
Αγέλαστη η μουσούδα μου οσφραίνεται
και σαλιώνει παλάμες τυχαίων περαστικών.
Μερικές φορές γρυλλίζω από αγαλλίαση
όταν χέρι συμπόνιας μου χαϊδεύει το πηγούνι.
Μα θυμώνω όταν η συμπόνια γίνεται απορία
και με σίχαμα του τολμήματος μου στερεί το χάδι.
Οίστρος βαθύς και ανεξέλεγκτος με ζευγάρωσε κάποτε
έσπειρα ομοιώματα της ράτσας μου στον δρόμο
και εσύ που μύριζες τα σκέλια
σπαρτάρισες πανευτυχής που έλαχε σε σένα η διαιώνιση της τύχης.
Από τότε πέρασαν χρόνια ή και αιώνες αναζήτησης.
Όμως χτες βρήκα στο κάδο των ανομημάτων μου ένα κοκαλάκι να γλείψω
και τσακώθηκα άγρια μαζί σου,
που θέλησα να το καταχωρήσω στη σκυλίσια συλλογή μου.
Μα και που με υπερβάλλοντα ζήλο από τα δόντια σου το άρπαξα,
τι έγινε;
Άλλο ένα με σήψη αμπαλαρισμένο γεγονός.
Η ποίηση ταξιδεύει εις Εύριπον
Ασύνειδα επιμένεις στην στερεότητα
των ουράνιων σχημάτων, επιμένεις
να δρασκελίσεις αμνήμονες
στιγμές και φριχτές συνειδήσεις
και κρυμμένη στο μισόφωτο
σαν πόρνη η λύτρωση
ανησυχεί μην ανιχνεύσεις
το ανθρώπινο της πρόσωπο
που υμνεί χαμηλόφωνα με λόγχες
σκεπάρνια και λόγιες κορώνες
το προφανές
που κατακλύζει ένα ποίημα
που διαμελίζει το θυμικό.
«24»
κδ’
Μέσα από τους συμβολισμούς
μυστικιστική ήταν πάντα η σύμβαση
που συναρμόζει άνθρωπο και σύμπαν
κι ας προστάζει στην κδ’
ως δόνηση την ανταμοιβή
από προηγούμενη ζωή
ή/και από μελλούμενες
[μετ]ενσαρκώσεις
Εκείνη όρισε τον χρόνο
στην περιστροφή της Γης
– αριθμός αγγέλων, βλέπεις-
εκείνη χάραξε ραβδώσεις
στους κίονες από την Ιωνία
εκείνη πάλι ήτανε που διαλάλησε
του Ομήρου τη ραψωδία
βαρύ πολύ το μέταλλο
βαριά κι η χρυσή γραφίδα
Ας σιωπήσουμε λοιπόν
με την έξω μας φωνή
ας αφουγκραστούμε
τον μέγα μέσα κόσμο
Ανθολόγιο μικρού διηγήματος για την νύχτα
[… Λίγα ήταν τα βήματα που κάνατε τρικλίζοντας, για να ισορροπήσετε τον κάθε ενδοιασμό σας. Και τότε ο άγνωστος άρχισε να σου μιλά για έναν παιδικό του φίλο, κάποιον Pessoa, που αυτός θαύμαζε και για ένα Καπνοπωλείο που από μικρός ήθελε να ανοίξει. Τον συναντούσε καθημερινά πίνοντας βυσσινάδα στα τραπεζάκια του Rex. Μιλάγανε ώρες ατελείωτες για ζωή και για γυναίκες και για ανεκπλήρωτους έρωτες. Μιλάγανε συνήθως μέχρι ο ορίζοντας να ροδίσει. Και τότε έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής, δίπλα στο κιγκλίδωμα της παραλίας. Νύχτωνε μέχρι να φτάσει από την μία άκρη ως την άλλη.
Ο άγνωστος σταμάτησε απότομα και σε αγκάλιασε σφιχτά από τους ώμους. Φοβήθηκε μην ήσουνα και συ σαν τον άλλον τον ποιητή, πλάσμα της φαντασίας του και χανόσουν στις πρώτες ηλιαχτίδες του ξημερώματος. Χωρίς προειδοποίηση. Χωρίς εξηγήσεις. Σαν χρόνιος εραστής έσκυψε και μύρισε τα μαλλιά σου. «Ωραία μυρίζεις», είπε και έγειρε και τα φίλησε. Και συ αποκαμωμένη από το ξενύχτι και την αναζήτηση, έγειρες πάνω στο πέτο του κρεμ σακακιού του και έκλεισες τα μάτια. …]
«Η ομορφιά του κόσμου»
Της νύχτας*
Σαν μόλις τώρα να ξύπνησα· εφιάλτης
δεν ξέρω αν ήτανε ή το φως του πρωινού
παρηγοριά στα κάθιδρα σεντόνια
Όταν εικόνες απόκοσμες καρφώθηκαν πάνω μου
καρφώθηκαν πάνω μου και οι σκέψεις
να φλερτάρουν με αναμνήσεις ενός άλλου
κόσμου άγνωστου σε μένα·
“ξεφλουδισμένο πορτοκάλι το παιχνίδι
του απόκληρου του νου”,
με ξάφνιασα με την φωνή μου
Κάθιδρη ανασηκώνομαι ν’ αγγίξω
την ηλιαχτίδα στη σχισμή
Να παρηγορήσω το σήμερα που πονάει
στη διάρκεια της νύχτας
Να παρηγορήσω το αύριο που πονάει
στη διάρκεια της ημέρας
Θα ‘θελα εφιάλτης να ήτανε το αποψινό
κι ένα ποίημα ωδή
στην ομορφιά του κόσμου
να ‘γραφα.
Μα τα όνειρα, όνειρα παραμένουν
κι εγώ μονάχα την ασχήμια ονειρεύομαι
του κόσμου όλου
μέσα στο ποίημα αυτό
της νύχτας.
* Τα βουνά είχανε ορθώσει το ανάστημα τους λέει, λιθοβολούσαν [μ’ ό,τι δεν είχε από τα σπάργανα τους λεηλατηθεί] τους σιδερένιους μύλους που στις ράχες τους καρφώθηκαν, τα δέντρα ξεριζώθηκαν από των προγόνων τους τις εστίες, καμένα απολιθώματα ενός μακρινού πράσινου παρελθόντος, τα ζώα μεταλλάχτηκαν, τα λουλούδια άχρωμα και άοσμα, δέχονταν εξ ουρανού την όξινη ψιχάλα, η θάλασσα αλαφιασμένη ξέρναγε, από την μιά νεκρά κουφάρια ανθρώπων και από την άλλη σκουπίδια και σκουπίδια και σκουπίδια ανθρώπων. Η γη και ο ουρανός σείονταν. Σείονταν η φύση. Σείονταν η πλάση όλη. Ο άνθρωπος κήρυξε πόλεμο στον εαυτό. Αφανισμός εκούσιος, είπανε στις ειδήσεις.


