Κατερίνα Λιάτζουρα
Katharina Liatzoura
Λίγα λόγια
Γεννήθηκε το 1972 στην Στουτγκάρδη της Γερμανίας. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στην Πολιτιστική Διαχείριση από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Ζει στην Χαλκίδα και εργάζεται στην Μέση Εκπαίδευση Εύβοιας ως Φιλόλογος της Γερμανικής Γλώσσας. Είναι μέλος του PEN Ελλάδας.
Τα βιβλία μου
The battle of words | Η πάλη των λέξεων
Με αφορμή την Poetry Expo 23, ο οργανισμός του Versopolis –ό,τι πιο οργανωμένο στην ποίηση έχει να επιδείξει τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη– μας απηύθυνε κάλεσμα για να συμμετάσχουμε ως ένας κατεξοχήν εκδοτικός οίκος της ποίησης στην Ελλάδα. Έχοντας εκδώσει περισσότερες από 200 συλλογές Ελλήνων/Ελληνίδων ποιητών/ποιητριών και κοντά στις 150 συλλογές μεταφρασμένης ποίησης απ’ όλο τον κόσμο, από το 2012, ο πλούτος της backlist του εκδοτικού οίκου είναι μεγάλος και οι καλοί στίχοι εκατοντάδες – αν όχι χιλιάδες.
Σε συνεργασία με την ομάδα της Expo, διαμορφώσαμε το project «Η πάλη των λέξεων/The battle of words», με μια μικρή και στοχευμένη συλλογή ποιημάτων για τον πόλεμο, την κοινωνική αδικία, την ενδοοικογενειακή βία, την έμφυλη βία, την αστυνομική βία… την κάθε μορφή βίας, αλλά και τον ρατσισμό, την εξορία, τη διαφθορά στην πολιτική, την αδιαφορία της πολιτικής, την πείνα, την προσφυγιά, τους αγώνες για ένα καλύτερο μέλλον. Εντοπίσαμε ποιήματα 24 ποιητών και ποιητριών μας με κοινωνική ματιά, με κοινωνική κριτική, με κοινωνική καταγγελία.
Διαβάστε την ανθολογία εδώ
Να ευχαριστήσουμε τον Γιάννη Μακρόπουλο και την Αγγελική Δημοπούλου – χωρίς τον επαγγελματισμό τους δεν θα είχε πραγματοποιηθεί η ανθολογία. Τη Δήμητρα Χροναράκη για την άψογη συνεργασία στη μετάφραση των ποιημάτων. Τον Aleš Šteger και τον Aljaž Koprivnikar, τον ιθύνοντα νου του Versopolis και τον συντονιστή της Poetry Expo 23, που μας πρότειναν/παρότρυναν να φτιάξουμε αυτό το project – οι οποίοι είναι επίσης ποιητές μας.
Εκδόσεις Βακχικόν
Gedichte von Anna Ospelt | Ποιήματα της Άννας Όσπελτ
Στους δρόμους για το Σόνμπεργκ
στρώνω έλατα
στρώνω επιθυμίες
ακολουθώ το αργοπορημένο χιόνι
η ίδια έλατο
η ίδια χιόνι
όμως το πρώιμο χιόνι
τρίζει όταν λάμπει ο ήλιος
ο πατέρας μου μου δίνει το χέρι
ακουμπώ το πρόσωπο μου πάνω
σε αυτή την απαλή
και όλο απαλότερη χειρονομία
ανηφορίζουμε προς το Σόνμπεργκ.
∞ | ∞
Auf die Wege zum Schönberg
lege ich Tannen
lege ich Wünsche
ich geh den späten Schnee entlang
selbst Tanne
selbst Schnee
aber früher Schnee
der knistert wenn die Sonne hineinscheint
mein Vater gibt mir die Hand
ich lege mein Gesicht hinein
in diese weicher
und weicher werdende Geste
wir gehen zum Schönberg hinauf.
«Εκδοχή / poesia grega contemporânea»
Οι άντρες που γνώρισα φιγούρες από βιβλία. Κάτι από Μπουκόφσκι, Σάρτρ, Έσσε, Pessoa, σκιές από Καβάφη, Σκαρίμπα και Καββαδία. Δεν έχουνε πρόσωπο ή όνομα ούτε και ιστορία. Μόνο τα ίδια πάθη. Μόνο τα ίδια λάθη. Μοναχικοί λύκοι χαμένοι μέσα στην αγέλη ταξιδεύουν τον εαυτό τους με στιχάκια μουσικοσυνθετών. Παρηγορούν με αφιερώσεις περιωπής παρακμιακούς στο περιθώριο της ζωής, παραγκωνισμένους σε μπάρες συναλλαγής, χαμαιτυπεία, πεζοδρόμια και φθηνά ξενοδοχεία. Σαν όμως κοιτούν απέναντι εκεί όπου βλέπουν την αλήθεια διακρίνουν ένα έφηβο με ασπρισμένα τα μαλλιά και αναρωτιούνται που πήγανε τα χρόνια; πως γλίστρησε η νιότη; πως κάποτε νέοι ακόμα, αρυτίδωτοι, ανυποψίαστοι, αθώοι, όρκο δώσανε την αδάμαστη ζωή να τιθασεύσουν; Απονήρευτοι αθώες σκέψεις κάνανε. Αθώα προσέγγιζαν και αθώα προσεγγίζουν. Αθώα θα σπαρταρίσουν. Αθώα θα μαρτυρήσουν σ’ αυτό τον απόηχο των τόσων συγγραμμάτων μου.
(από την ποιητική μου συλλογή Η Κρεμμυδαποθήκη)
Η κρεμμυδαποθήκη
Το κρύο είναι τσουχτερό απόψε.
Σε διαπερνά όπως ο κάθε Λαύκος, όπως ο κάθε θάνατος.
Η πλατεία σε αποχαιρέτησε στροβιλίζοντας
τα πλατανόφυλλα της. Στρώμα υπόκωφων ήχων
στο πέρασμα μου. Κάνει κρύο μέσα
στην εκκλησία. Είμαστε παγωμένες Κατίνα.
Η καμπάνα ηχεί πένθιμα. Ποια από τις δυο μας πεθαίνει;
Το χώμα μυρίζει μούχλα. Καιρό είχε να αεριστεί.
Να που ήρθε η ώρα. Για όλα έρχεται η γαμημένη η ώρα.
Τα κοράκια δεν βλέπουν την ώρα να αποδημήσουνε.
Το Πήλιο φόρεσε τα γιορτινά του.
Λευκοί Νάνοι
και έπειτα∙
με τούτο δω το ποίημα
δεν θα διεκδικήσω καμιά πρωτοτυπία
για μένα, τον Μαμωνά και τη malaise du siècle∙
σαδιστική εξάλλου ήταν πάντοτε
η φλέβα του ειδώλου
σαν αντάμωνε το μαύρο με τον χρυσό
και το θειάφι με το φυτίλι
ντενεκέδες κοσμοκαλόγεροι, Εαυτούληδες της πόλης
ζυγίζουν νευρόσπαστα τη νοερή αξία
μέσα στην ασάφεια του χρόνου
και πυκνώνουν και πυκνώνουν ολοένα
στα πέπλα της αρένας
Πάμπολλες οι αλήθειες, κι εσύ δεν γνώρισες καμία;
Γιγαντώθηκες στη λογική, ποιο να’ ναι το σημάδι;
Στον πύργο της Βαβέλ σκαρφάλωσες
στον ουρανό και στον βωμό
και πιο πάνω και πιο πάνω και όλο πιο πάνω θέλησες
την πτώση να αποφύγεις
μα, εκείνο το φρούτο άλλοτε, μήλο κόκκινο δεν ήταν;
Όσα ο αφρός φλοισβίζει
Στο θώκο [που θρονιάστηκες]
Αν δεν τυφλωθείς
δεν μαζέψεις τις κραυγές
και τα λασπωμένα φύλλα
δεν κυλιστείς στο δάκρυ
με τα χαμένα πρόσωπα
αν δεν αγαπήσεις το αίμα
γλύψεις το φυτίλι
μνημονεύσεις τα πουλιά και τα λιοντάρια
δύσκολα θα μυρίσεις
μπαρούτι
καμένη σάρκα
και φρέσκο χώμα.
Ανθολόγιο μικρού διηγήματος για την νύχτα
[… Λίγα ήταν τα βήματα που κάνατε τρικλίζοντας, για να ισορροπήσετε τον κάθε ενδοιασμό σας. Και τότε ο άγνωστος άρχισε να σου μιλά για έναν παιδικό του φίλο, κάποιον Pessoa, που αυτός θαύμαζε και για ένα Καπνοπωλείο που από μικρός ήθελε να ανοίξει. Τον συναντούσε καθημερινά πίνοντας βυσσινάδα στα τραπεζάκια του Rex. Μιλάγανε ώρες ατελείωτες για ζωή και για γυναίκες και για ανεκπλήρωτους έρωτες. Μιλάγανε συνήθως μέχρι ο ορίζοντας να ροδίσει. Και τότε έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής, δίπλα στο κιγκλίδωμα της παραλίας. Νύχτωνε μέχρι να φτάσει από την μία άκρη ως την άλλη.
Ο άγνωστος σταμάτησε απότομα και σε αγκάλιασε σφιχτά από τους ώμους. Φοβήθηκε μην ήσουνα και συ σαν τον άλλον τον ποιητή, πλάσμα της φαντασίας του και χανόσουν στις πρώτες ηλιαχτίδες του ξημερώματος. Χωρίς προειδοποίηση. Χωρίς εξηγήσεις. Σαν χρόνιος εραστής έσκυψε και μύρισε τα μαλλιά σου. «Ωραία μυρίζεις», είπε και έγειρε και τα φίλησε. Και συ αποκαμωμένη από το ξενύχτι και την αναζήτηση, έγειρες πάνω στο πέτο του κρεμ σακακιού του και έκλεισες τα μάτια. …]
Τα Άνθη του Καπνού | Εικαστικές Τέχνες & Ποίηση
Εκμέκ καβγατζή
Στη διασταύρωση με την Ανατολή
-ένα τσιγάρο δρόμος-
το χώμα ξαναστρώνεται
(Μπασμάς, Μπασί μπαγλί, Καπά Κουλάκ)
κάτω από την πάνινη ποδιά
μπροστά απ’ το ψάθινο πανέρι
διπλωμένες καταγής
οι χαρακιές των χεριών, χαραγματιές στα πρόσωπα
οι χαραματιές των ζυμώσεων, σιωπές στα πνευμόνια
αρμαθιές, παστάλιασμα και στου σαμαρτζή το αρκαλίκι
Νεύρα διαπερνούν τα φύλλα του καπνού
αποξηραμένα, κίτρινα
νεύρα και τους καπνεργάτες
Όμως αυτά, τα δεύτερα
ερεθισμένα είναι, κόκκινα
σαν το αποτύπωμα
μιας καύτρας πάνω στο δέρμα
ή πάνω στην άσφαλτο
ενός νεκρού το αίμα
Βελονιές κεντήματα οι μόχθοι
μα, τα καπνά δεν γνώρισαν γλώσσα ή θεό
Ένα είναι το χαρμάνι τους, ένα κι τ’ άρωμα τους
Κι ας έκλαψες μάνα το σπουργίτι
κι ας έγραψε ο ποιητής το ποίημα
Από τον πλούτο ξεφύτρωσε ο καπνός
από την φτώχεια η θυσία
Σημείωση: “Εκμέκ καβγατζή” σημαίνει “Ο καβγάς για το ψωμί”. Έτσι ονομάστηκε η μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση και η εξέγερση των καπνεργατών που πραγματοποιήθηκε το 1896 στην Καβάλα.
Περιοδικό diPgeneration
[… «Πλησιάστε, κύριοι μου!» ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή. «Είσαστε βαθιά νυχτωμένοι». Ήταν ο φύλαρχος Φέγγος της Φωτιάς. «Πού περιφέρεστε νυχτιάτικα; Και τι αμφίεση είναι αυτή; Βγάλτε τις μύτες από σελιλόιντ! Ξεμασκαρευτείτε! Σας γνωρίζουνε. Τι μουσικά όργανα με κουδουνάκια είν’ αυτά που κουβαλάτε μαζί σας;»
«Είναι κουδουνάκια και σείστρες και τα μαστίγια του γελωτοποιού, με την άδεια σας».
«Και τι πνευστό είναι αυτό;»
«Είναι το χωνί της Νυρεμβέργης*».
«Και τι σβώλος από βαμβάκι είναι αυτός εκεί, στο σχοινί;»
«Είναι το καρουζελοαλογάκι Ιωάννης, με προσοχή τυλιγμένο σε βαμβάκι».
«Κουταμάρες! Τι δουλειά έχετε με το καρουζελοαλογάκι στην λιβυκή έρημο; Που το ’κονομήσατε το άλογο;» …]
* Η έννοια Nürnberger Trichter αναφέρεται, ειρωνικά και περιπαιχτικά, στο πώς μπορεί κανείς, χρησιμοποιώντας ένα χωνί, να γεμίσει γνώσεις τα κεφάλια των ανθρώπων.


