Κατερίνα Λιάτζουρα
Katharina Liatzoura
Λίγα λόγια
Γεννήθηκε το 1972 στην Στουτγκάρδη της Γερμανίας. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στην Πολιτιστική Διαχείριση από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Ζει στην Χαλκίδα και εργάζεται στην Μέση Εκπαίδευση Εύβοιας ως Φιλόλογος της Γερμανικής Γλώσσας. Είναι μέλος του PEN Ελλάδας.
Τα βιβλία μου
Όσα ο αφρός φλοισβίζει
Στο θώκο [που θρονιάστηκες]
Αν δεν τυφλωθείς
δεν μαζέψεις τις κραυγές
και τα λασπωμένα φύλλα
δεν κυλιστείς στο δάκρυ
με τα χαμένα πρόσωπα
αν δεν αγαπήσεις το αίμα
γλύψεις το φυτίλι
μνημονεύσεις τα πουλιά και τα λιοντάρια
δύσκολα θα μυρίσεις
μπαρούτι
καμένη σάρκα
και φρέσκο χώμα.
Ημερολόγιο 2026 – PEN Greece
Στην άκρη ενός κόσμου,
ένα παιδί-άνθρωπος φυτεύει σπόρους μέσα σε κονσερβοκούτια. Τους ποτίζει με λέξεις όπως «συμμετοχή», «φροντίδα», «δικαιοσύνη». Οι λέξεις βλασταίνουν, απλώνουν ρίζες μέσα από τις ρωγμές, αναρριχώνται, αγκαλιάζουν, στεριώνουν μες στο σύμπαν. Οι μεγάλοι-άνθρωποι γελούν, μα το παιδί ξέρει: κάθε φύλλο είναι ανάσα, κάθε ανάσα μια πράξη αντίστασης. Όταν φυσά ο άνεμος, οι λέξεις ψιθυρίζουν μεταξύ τους, υπερασπίζονται τη ζωή· για τον αέρα που μολύνεται, τις θάλασσες που στερεύουν, τα
ποτάμια που ξεραίνονται, για τα δέντρα που καίγονται, για τους ανθρώπους που διψούν για ένα καλύτερο αύριο. Και τότε: η πόλη σαν να μυρίζει βροχή και το τσιμέντο να γεμίζει χρώματα. Ο σπόρος φυτεύτηκε, ξεκίνησε η αλλαγή.
Ψηφιδωτό Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης
αντιΙστορία
Ι
Κανείς δεν αναρωτήθηκε
σαν είδε τα καδρόνια
να φλέγονται στοιβαγμένα
σε εστία προβληματισμού
Κανείς δε κοκκίνησε
σαν είδε τα ζύγια
να γκρεμίζονται αβέβαια
σε ζυγαριά θαυμασμού
Κανείς δεν σκίρτησε
από επιθυμία δεν ρώτησε
από ηδονή έστω να μάθει
γιατί;
ανακωχή δεν διαφαίνεται
στη διαμάχη των ανθρώπων
στη σελίδα
μιας ακόμη Ιστορίας
Ι Ι
Διδάχοι υπήρξαν οι θρησκείες
στις αδιέξοδες θεωρήσεις
στις συλλογικές τελετουργίες
μιας θολής εξάλειψης
Το τιποτένιο, το κενό
απότοκος
μιας κάποτε ελληνικής σκέψης
παράκμασε την φιλική λέξη του δωρήματος
απονέκρωσε την εμπειρία
αφαίρεσε από την χειρονομία μου
κάθε δισταγμό, κάθε περίσκεψη
με υπόταξε στο ασυμφιλίωτο
σαν χωρίς Ιστορία
στην απαίτηση των πραγμάτων.
Μόνο μια-δύο αποχρώσεις
του αίματος χειρότερα.
Ι Ι Ι
Στο μεγάλο κοιμητήριο
θυσιάζω όλες τις εκδηλώσεις μου·
πεθαίνω και ενταφιάζω
κάθε πολιτικό δικαίωμα
κάθε ηθική αξία
κάθε ανθρώπινη θυσία.
Στο βωμό επάνω
θυσιάζω όλη μου την Ιστορία·
σκοτώνω και ακρωτηριάζω
κάθε πολιτικό μεγαλείο
κάθε πραγματική ελευθερία
κάθε ψευδεπίγραφη προσδοκία.
Έγινα κράτος τώρα.
«Κραυγές από τη Γη | Grida dalla terra»
Ahoo Daryaei
ο νους ασύμμετρα λογίζεται το μεγαλείο του πλάσματος αυτού, φυλάκισε μέσα στα άλογα τη χαίτη την πλούσια, ευθυτενής κορμί στην εκκωφαντική σιωπή να περιφέρεται. τα μπράτσα τυλίχτηκαν κάτω από τα στήθη της γυναίκας και συγκράτησαν κάθε στεναγμό αναστολής, κάθε όνειρο απελπισίας που άφησε με τις μικρές γυμνές πατούσες της, σημάδι· όχι πάνω στην άμμο ούτε στον έναστρο ουρανό έχτισε εκείνη την ελευθερία, αλλά πάνω στην τόλμη της στα νιάτα της πάνω στο βλέμμα των περαστικών. που άλλοι κρυφογέλασαν με την τρέλα άλλες κρύφτηκαν πιότερο πίσω από την χιτζάμπ και οι άλλοι -όλοι οι εμείς- στρέψαμε το βλέμμα μας μακριά· όχι γιατί ντραπήκαμε τη γύμνια της, όχι· στρέψαμε το βλέμμα για να μην αντικρίσουμε το ανάστημα που γιγαντώνονταν μέσα από το πολύ βαθύ, το πιο βαθύ ίσως σκοτάδι.
Τα Άνθη του Καπνού | Εικαστικές Τέχνες & Ποίηση
Εκμέκ καβγατζή
Στη διασταύρωση με την Ανατολή
-ένα τσιγάρο δρόμος-
το χώμα ξαναστρώνεται
(Μπασμάς, Μπασί μπαγλί, Καπά Κουλάκ)
κάτω από την πάνινη ποδιά
μπροστά απ’ το ψάθινο πανέρι
διπλωμένες καταγής
οι χαρακιές των χεριών, χαραγματιές στα πρόσωπα
οι χαραματιές των ζυμώσεων, σιωπές στα πνευμόνια
αρμαθιές, παστάλιασμα και στου σαμαρτζή το αρκαλίκι
Νεύρα διαπερνούν τα φύλλα του καπνού
αποξηραμένα, κίτρινα
νεύρα και τους καπνεργάτες
Όμως αυτά, τα δεύτερα
ερεθισμένα είναι, κόκκινα
σαν το αποτύπωμα
μιας καύτρας πάνω στο δέρμα
ή πάνω στην άσφαλτο
ενός νεκρού το αίμα
Βελονιές κεντήματα οι μόχθοι
μα, τα καπνά δεν γνώρισαν γλώσσα ή θεό
Ένα είναι το χαρμάνι τους, ένα κι τ’ άρωμα τους
Κι ας έκλαψες μάνα το σπουργίτι
κι ας έγραψε ο ποιητής το ποίημα
Από τον πλούτο ξεφύτρωσε ο καπνός
από την φτώχεια η θυσία
Σημείωση: “Εκμέκ καβγατζή” σημαίνει “Ο καβγάς για το ψωμί”. Έτσι ονομάστηκε η μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση και η εξέγερση των καπνεργατών που πραγματοποιήθηκε το 1896 στην Καβάλα.
Στο Ξάφνιασμα της Ομορφιάς
Ω Τσαρλς,
απλώνεις το χέρι και πιάνεσαι από μια λέξη
κάθεσαι στον ήλιο, μιλάς μιλάς καπνίζεις και πίνεις και αναρωτιέσαι:
μια λέξη που να μην ειπώθηκε;
και διαβάζεις και ξαναδιαβάζεις και σημειώνεις και τσαλακώνεις
μια σελίδα για να θυμηθείς μετά από χρόνια
ότι εδώ κάτι ήθελες
να θυμηθείς αλλά τώρα;
πια δεν θυμάσαι και αναρωτιέσαι:
μια λέξη που να μην ειπώθηκε;
διαβάζεις δυνατά τη λέξη, εκείνη που δεν ειπώθηκε, και την βάζεις πίσω
από την άλλη και την άλλη, και την άλλη που επίσης δεν ειπώθηκε· εις βάθος
μελετάς την κάθε μία λέξη στο εξώφυλλο
στο ψυγείο
στο μπουκάλι
στο ποίημα
στο ποίημα;
ποίημα;
και μελετάς τη λέξη στο βάθος, τη λέξη στο εξώφυλλο και στο ψυγείο, τη λέξη στο μπουκάλι, στο μπουκάλι στο χέρι, στο χέρι του Τσαρλς
και αναρωτιέσαι: ποια λέξη δεν ειπώθηκε;
και το μυαλό αρχίζει
να θολώνει και η σκέψη
αρχίζει να ξεμακραίνει και ο Τσαρλς
να επιμένει
να κρατά το μπουκάλι με τη λέξη·
και η λέξη να παραμένει άφαντη
και το ποίημα να παραμένει άφαντο
και ο Τσάρλς κι εγώ άφαντοι
και η λέξη, η λέξη αυτή που δεν ειπώθηκε και αυτή! και η λέξη! και η λέξη αυτή που δεν ειπώθηκε κι αυτή παραμένει άφαντη!
και να!
εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση
«Εκδοχή / poesia grega contemporânea»
Οι άντρες που γνώρισα φιγούρες από βιβλία. Κάτι από Μπουκόφσκι, Σάρτρ, Έσσε, Pessoa, σκιές από Καβάφη, Σκαρίμπα και Καββαδία. Δεν έχουνε πρόσωπο ή όνομα ούτε και ιστορία. Μόνο τα ίδια πάθη. Μόνο τα ίδια λάθη. Μοναχικοί λύκοι χαμένοι μέσα στην αγέλη ταξιδεύουν τον εαυτό τους με στιχάκια μουσικοσυνθετών. Παρηγορούν με αφιερώσεις περιωπής παρακμιακούς στο περιθώριο της ζωής, παραγκωνισμένους σε μπάρες συναλλαγής, χαμαιτυπεία, πεζοδρόμια και φθηνά ξενοδοχεία. Σαν όμως κοιτούν απέναντι εκεί όπου βλέπουν την αλήθεια διακρίνουν ένα έφηβο με ασπρισμένα τα μαλλιά και αναρωτιούνται που πήγανε τα χρόνια; πως γλίστρησε η νιότη; πως κάποτε νέοι ακόμα, αρυτίδωτοι, ανυποψίαστοι, αθώοι, όρκο δώσανε την αδάμαστη ζωή να τιθασεύσουν; Απονήρευτοι αθώες σκέψεις κάνανε. Αθώα προσέγγιζαν και αθώα προσεγγίζουν. Αθώα θα σπαρταρίσουν. Αθώα θα μαρτυρήσουν σ’ αυτό τον απόηχο των τόσων συγγραμμάτων μου.
(από την ποιητική μου συλλογή Η Κρεμμυδαποθήκη)
6ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Πάτρας 2023 | 6th Patras World Poetry Festival 2023
Δελτίο Ειδήσεων
Ραμμένα στόματα εκκενωμένα βλέμματα καμένες ψυχές ανθρώπινα ναυάγια χαμένες γενιές δακρυσμένα μάτια ματωμένα πόδια ανέλπιδοι ώμοι παλάμες πληγωμένες από των ανθρώπων τα καρφιά.
Υπομονή, καρτερικότητα.
Εμπόλεμες ζώνες πουλημένες πατρίδες εξαργυρωμένες ελπίδες φιλεύσπλαχνοι αλληλέγγυοι ζωντανοί ανταποκριτές ακατανόητες ηθικές αξίες επαναπροσδιορισμένες ευρωπαϊκές πολιτικές βαθύπλουτα εμβάσματα στο Panama συσσίτια και ξέχειλη φιλανθρωπιά αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες κοινωνίες αυτόχειρες και τρομοκρατίες.
«The borders are closed».
Τι δεν καταλαβαίνετε;
Κι όμως τα βρέφη γεράσανε πρόωρα.
Κυρτώσανε οι ράχες τους
καμπούριασε η ελπίδα.
ποίημα από την συλλογή «Αποκαΐδια ηθικής» (εκδόσεις Βακχικόν, 2017), μετάφραση Μαργαρίτα Παπαγεωργίου
Newscast
Sewn mouths shut evacuated eyes burnt souls human wrecks lost generations tearful eyes bloody feet hopeless shoulders palms wounded by people’s nails.
Patience, stiff upper lip.
War zones sold homelands redeemed hopes compassionate solidary living correspondents incomprehensible moral values redefined European politics fabulously rich remittances to Panama charity handouts overflowing philanthropy developed and developing societies suicides and terrorists.
«The borders are closed».
Don’t you get it?
Yet the babies grew old prematurely.
Their back hunched
hope humped.
poem from the book «Ethic’s cinders» (Vakxikon Publications, 2017) Translated in English by Margarita Papageorgiou
«Η ομορφιά του κόσμου»
Της νύχτας*
Σαν μόλις τώρα να ξύπνησα· εφιάλτης
δεν ξέρω αν ήτανε ή το φως του πρωινού
παρηγοριά στα κάθιδρα σεντόνια
Όταν εικόνες απόκοσμες καρφώθηκαν πάνω μου
καρφώθηκαν πάνω μου και οι σκέψεις
να φλερτάρουν με αναμνήσεις ενός άλλου
κόσμου άγνωστου σε μένα·
“ξεφλουδισμένο πορτοκάλι το παιχνίδι
του απόκληρου του νου”,
με ξάφνιασα με την φωνή μου
Κάθιδρη ανασηκώνομαι ν’ αγγίξω
την ηλιαχτίδα στη σχισμή
Να παρηγορήσω το σήμερα που πονάει
στη διάρκεια της νύχτας
Να παρηγορήσω το αύριο που πονάει
στη διάρκεια της ημέρας
Θα ‘θελα εφιάλτης να ήτανε το αποψινό
κι ένα ποίημα ωδή
στην ομορφιά του κόσμου
να ‘γραφα.
Μα τα όνειρα, όνειρα παραμένουν
κι εγώ μονάχα την ασχήμια ονειρεύομαι
του κόσμου όλου
μέσα στο ποίημα αυτό
της νύχτας.
* Τα βουνά είχανε ορθώσει το ανάστημα τους λέει, λιθοβολούσαν [μ’ ό,τι δεν είχε από τα σπάργανα τους λεηλατηθεί] τους σιδερένιους μύλους που στις ράχες τους καρφώθηκαν, τα δέντρα ξεριζώθηκαν από των προγόνων τους τις εστίες, καμένα απολιθώματα ενός μακρινού πράσινου παρελθόντος, τα ζώα μεταλλάχτηκαν, τα λουλούδια άχρωμα και άοσμα, δέχονταν εξ ουρανού την όξινη ψιχάλα, η θάλασσα αλαφιασμένη ξέρναγε, από την μιά νεκρά κουφάρια ανθρώπων και από την άλλη σκουπίδια και σκουπίδια και σκουπίδια ανθρώπων. Η γη και ο ουρανός σείονταν. Σείονταν η φύση. Σείονταν η πλάση όλη. Ο άνθρωπος κήρυξε πόλεμο στον εαυτό. Αφανισμός εκούσιος, είπανε στις ειδήσεις.
Λευκοί Νάνοι
και έπειτα∙
με τούτο δω το ποίημα
δεν θα διεκδικήσω καμιά πρωτοτυπία
για μένα, τον Μαμωνά και τη malaise du siècle∙
σαδιστική εξάλλου ήταν πάντοτε
η φλέβα του ειδώλου
σαν αντάμωνε το μαύρο με τον χρυσό
και το θειάφι με το φυτίλι
ντενεκέδες κοσμοκαλόγεροι, Εαυτούληδες της πόλης
ζυγίζουν νευρόσπαστα τη νοερή αξία
μέσα στην ασάφεια του χρόνου
και πυκνώνουν και πυκνώνουν ολοένα
στα πέπλα της αρένας
Πάμπολλες οι αλήθειες, κι εσύ δεν γνώρισες καμία;
Γιγαντώθηκες στη λογική, ποιο να’ ναι το σημάδι;
Στον πύργο της Βαβέλ σκαρφάλωσες
στον ουρανό και στον βωμό
και πιο πάνω και πιο πάνω και όλο πιο πάνω θέλησες
την πτώση να αποφύγεις
μα, εκείνο το φρούτο άλλοτε, μήλο κόκκινο δεν ήταν;


