Κατερίνα Λιάτζουρα
Katharina Liatzoura
Λίγα λόγια
Γεννήθηκε το 1972 στην Στουτγκάρδη της Γερμανίας. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στην Πολιτιστική Διαχείριση από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Ζει στην Χαλκίδα και εργάζεται στην Μέση Εκπαίδευση Εύβοιας ως Φιλόλογος της Γερμανικής Γλώσσας. Είναι μέλος του PEN Ελλάδας.
Τα βιβλία μου
Για τον μεγάλο Gabo
Μπαλόνι κόκκινο
Ό,τι και να έκανε
τα νύχια δεν μαλάκωναν.
Ποδόλουτρα μαλάξεις λάδια αιθέρια έλαια
λίμες νυχοκόπτες εργαλεία τελευταίας τεχνολογίας.
Εκείνα εκεί.
άκαμπτα κα αγέρωχα
όπως τα χρόνια που κουβαλούσε πάνω του. Και
δεν ήταν και λίγα όσα έζησε.
Διαδρομές αναζητήσεις ερωτικοί σύντροφοι στην Ομόνοια
απώλειες υπαρξιακά διαδηλώσεις στην Πλατεία Συντάγματος
φεγγάρια ολόγιομα με ξεπλυμένες αντιφάσεις στον Λυκαβηττό
Και τώρα να τος με θολό βλέμμα και καταπονημένα τα οστά
με δόντια ατρόχιστα και στομωμένες σκέψεις
απολάμβανε [εν μέρει] τη φροντίδα.
Και τότε άρχισε.
να ξεχύνεται ένας χείμαρρος η πνοή
Και να γαβγίζει ασταμάτητα και να γρυλίζει από πόνο
Και να αλυχτά για τη ζωή που πέρασε
μπαλόνι κόκκινο.
Ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης εξ ιδίων
Θανάσιμα ή συγγνωστά
τι σημασία όμως έχει;
αφότου εκείνος ο Θωμάς κατέγραψε
επτά ο Ακινάτης
αμαρτήματα μας κάρφωσαν
μάς κάρφωσαν αυτοί οι άλλοι
πατεράδες σε σταυρό
ανθρώπινο θνητό και αθάνατο
συνάμα ούτε που θυμάμαι
ετούτη την ιστορική
στιγμή αν πρόσβαλλαν
την μεταξύ ημών αγάπη
μήτε αυτήν προς τον πλησίον
μόνο προς εσένα εσένα εσένα
δεν όχι μα διόλου!
πρόδωσαν
όμως αυτή δεν είναι η φύση των συντρόφων; δεν στο ψιθυρίσανε πατέρα;
ένοχη να νιώσω και ενοχή; τύψεις και ερινύες; it’s ok!
αιωνίου κολάσεως όμως;
βαρύ βαρύ το πυρ
το εξώτερον έλεος
και συγχώρηση κι ίσως ένα ψήγμα από αγάπη, you know?
Πατέρα;
Χρησμός
στεφανώσου το χρησμό το διφορούμενο |είπε| και σταύρωσε εκείνους τους ταλαίπωρους χρυσαετούς στη μνήμη ή στον ομφαλό του μονάκριβου πατέρα τρέξε τρέξε στα άδυτα κοντά στη μάντισσα θεά σε εκείνη την ιέρεια με δάφνες πέλανο και άλλους θησαυρούς και αναθεμάτισε την τύχη του κόσμου την λοξή στην έκσταση σου πάνω γιατί κάθαρση ο κόσμος σου δεν πρόκειται να βρει αν δεν την αμφισημία των πραγμάτων πρώτα αγαπήσεις
Η μελέτη των ριζών [Wurzelstudien]
10. Μαΐου
Γερή. Χλωμή. Επιθυμία για. Φοβία για.
Μου φαίνεται πως είμαι ένας σπόρος λουλουδιού, που δεν κάνει να τον φυτέψεις πολύ κοντά σε άλλους σπόρους λουλουδιών. Ή μάλλον, κάνει, μόνο που δεν έχω ανακαλύψει ακόμη κοντά σε ποιους. Μέχρι τώρα η μεταφύτευση ήταν απαραίτητη μετά από κάποια χρόνια.
Το να κατοικείς με παρέα σε μια γλάστρα, μου φαίνεται κάπως στενάχωρο. Αλλά ούτε και μόνη μου θα ήθελα να κατοικώ εκεί μέσα, αλλά ούτως ή άλλως δεν θέλω να κατοικώ σε γλάστρα!
Κάθομαι στο τρένο και περνάω δίπλα από χωράφια, χωράφια με γογγύλια, χωράφια με καλαμπόκια, χωράφια με παπαρούνες. Ούτε και σε χωράφι θέλω, παραείναι μονότονο. Σ’ ένα λιβάδι με λουλούδια; Πολύ διακοσμητικό. Στον κήπο του κυρίου Μπούχελ;
Σφαλίζω τα μάτια και ριζώνω στον κήπο του κυρίου Μπούχελ.
Η ποίηση ταξιδεύει εις Εύριπον
Ασύνειδα επιμένεις στην στερεότητα
των ουράνιων σχημάτων, επιμένεις
να δρασκελίσεις αμνήμονες
στιγμές και φριχτές συνειδήσεις
και κρυμμένη στο μισόφωτο
σαν πόρνη η λύτρωση
ανησυχεί μην ανιχνεύσεις
το ανθρώπινο της πρόσωπο
που υμνεί χαμηλόφωνα με λόγχες
σκεπάρνια και λόγιες κορώνες
το προφανές
που κατακλύζει ένα ποίημα
που διαμελίζει το θυμικό.
Λευκοί Νάνοι
και έπειτα∙
με τούτο δω το ποίημα
δεν θα διεκδικήσω καμιά πρωτοτυπία
για μένα, τον Μαμωνά και τη malaise du siècle∙
σαδιστική εξάλλου ήταν πάντοτε
η φλέβα του ειδώλου
σαν αντάμωνε το μαύρο με τον χρυσό
και το θειάφι με το φυτίλι
ντενεκέδες κοσμοκαλόγεροι, Εαυτούληδες της πόλης
ζυγίζουν νευρόσπαστα τη νοερή αξία
μέσα στην ασάφεια του χρόνου
και πυκνώνουν και πυκνώνουν ολοένα
στα πέπλα της αρένας
Πάμπολλες οι αλήθειες, κι εσύ δεν γνώρισες καμία;
Γιγαντώθηκες στη λογική, ποιο να’ ναι το σημάδι;
Στον πύργο της Βαβέλ σκαρφάλωσες
στον ουρανό και στον βωμό
και πιο πάνω και πιο πάνω και όλο πιο πάνω θέλησες
την πτώση να αποφύγεις
μα, εκείνο το φρούτο άλλοτε, μήλο κόκκινο δεν ήταν;
Ποιήματα ανεμοδαρμένα | Poems adrift
Θλίψεις πολλές με κέρασες αιώνα
το είδος μου το εξευτέλισες
η οδύνη της τραγωδίας
η χαρά της τρομολαγνείας
δεν με εξευγένισε.
Δεν ανάρρωσα ακόμη
από την πολύμορφη κακοπάθεια.
Η βούληση μου ατόνησε.
Η σκέψη μου ναυάγησε.
Τα συναισθήματα μου νεκρώθηκαν.
Και συ ένστικτο που καγχάζεις,
πως δεν αποτεφρώνεσαι σε ψευδά μονοπάτια
άνοιξες διάπλατα πυρακτωμένα χαμόγελα
να καταχωνιάσεις σε χωράφι ανόργωτο
τον εαυτό μου.
Θα καταβοθρώσω τα πύρινα μέλη μου σε κερκόπορτα.
Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες | Wörter spitz wie Nägel
Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες ο τίτλος τούτης εδώ της δίγλωσσης ανθολογίας Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης. Τίτλος που δεν επιλέχτηκε απερίσκεπτα ή τυχαία. Εμπνευσμένος είναι ο τίτλος από το ποίημα Ποιητική του Μανόλη Αναγνωστάκη, να μας θυμίζει πως η ποίηση οφείλει να χρησιμοποιεί λέξεις που να καρφώνονται στο χαρτί, να καρφώνονται στη γλώσσα, στο νου και στην καρδιά. Αυτές ήταν οι σκέψεις μου όταν άρχισα να καταπιάνομαι με την μελέτη της Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης. Γιατί ναι, έχουν περάσει από την ελληνική ποιητική σκηνή, από την Αρχαιότητα ως και την Μεταπολίτευση, ονόματα τρανά, παγκοσμίως αναγνωρισμένα, αφήνοντας αμύθητα ποιητικά κληροδοτήματα στους νεότερους. Αλλά σταμάτησε η ποιητική παραγωγή άραγε εκεί; Δεν έχουμε ποιητικές φωνές, στα πιο πρόσφατα χρόνια, στην σύγχρονη, την σημερινή εποχή, στον 21ο αιώνα, που να καρφώνουν τις λέξεις τους σαν πρόκες; Και αφού το ερώτημα δεν είναι ρητορικό, απαντώ με μια λέξη-πρόκα: όχι! Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Οι ελληνικές ποιητικές φωνές και έχουν να πουν και θέλουν να μιλήσουν. Και έχουν να μοιραστούν και θέλουν να επικοινωνήσουν. Και είναι πολλές που όλο και πληθαίνουν που όλο και δυναμώνουν.
Εφ’ ενός γίγνεσθαι; 2
Παράδεισος
ακίνητη ήταν η γη και έτσι παραμένει
κι ας ήθελε ο Πτολεμαίος τον κόσμο
να γυρίσει και τον Παράδεισο
ως Ουρανό και ως Πύρρειο
με σφαίρες να γεμίσει εννιά
γύρω γύρω να πηγαίνουν ψυχές
γεμάτες να στροβιλίζονται
στις ομόκεντρες τροχιές τους.
Έλα, Βεατρίκη, πάρε κι εμένα
από το χέρι κι ας βαρύνει
εσένα η αμαρτία
της απόφασης
Αφού υποσχέσεις έδωσα και κράτησα και φιλοδοξίες και πράξεις αγάπης μπορεί και σοφίας, θρησκεία δεν θυμάμαι να υπερασπίστηκα μα ούτε και δίκαιους, οραματιστές και ευλογημένους, έχω ελπίδα, φίλη μου, να πάρω θέση στους Αγγέλους;
Σκέψεις
Τα μάτια μου μέσα από γκρίζες πηχτές βλέννες
αντικρίζουν τον κόσμο ανάποδα.
Το καλααζάρ μου κατατρώει τα σωθικά.
Το κορμί μου κάτω από το μαδημένο τρίχωμα
τόπους τόπους φωλιά παρασίτων έγινε.
Μου ρουφούνε το αίμα.
Κουράστηκα. Άδειασα. Γέρασα.
Οι πατούσες μου κοντέρ πιστό στη ζωή
προσμετρά χιλιόμετρα και χιλιόμετρα νυχτερινής αλητείας.
Αγέλαστη η μουσούδα μου οσφραίνεται
και σαλιώνει παλάμες τυχαίων περαστικών.
Μερικές φορές γρυλλίζω από αγαλλίαση
όταν χέρι συμπόνιας μου χαϊδεύει το πηγούνι.
Μα θυμώνω όταν η συμπόνια γίνεται απορία
και με σίχαμα του τολμήματος μου στερεί το χάδι.
Οίστρος βαθύς και ανεξέλεγκτος με ζευγάρωσε κάποτε
έσπειρα ομοιώματα της ράτσας μου στον δρόμο
και εσύ που μύριζες τα σκέλια
σπαρτάρισες πανευτυχής που έλαχε σε σένα η διαιώνιση της τύχης.
Από τότε πέρασαν χρόνια ή και αιώνες αναζήτησης.
Όμως χτες βρήκα στο κάδο των ανομημάτων μου ένα κοκαλάκι να γλείψω
και τσακώθηκα άγρια μαζί σου,
που θέλησα να το καταχωρήσω στη σκυλίσια συλλογή μου.
Μα και που με υπερβάλλοντα ζήλο από τα δόντια σου το άρπαξα,
τι έγινε;
Άλλο ένα με σήψη αμπαλαρισμένο γεγονός.
«Η ομορφιά του κόσμου»
Της νύχτας*
Σαν μόλις τώρα να ξύπνησα· εφιάλτης
δεν ξέρω αν ήτανε ή το φως του πρωινού
παρηγοριά στα κάθιδρα σεντόνια
Όταν εικόνες απόκοσμες καρφώθηκαν πάνω μου
καρφώθηκαν πάνω μου και οι σκέψεις
να φλερτάρουν με αναμνήσεις ενός άλλου
κόσμου άγνωστου σε μένα·
“ξεφλουδισμένο πορτοκάλι το παιχνίδι
του απόκληρου του νου”,
με ξάφνιασα με την φωνή μου
Κάθιδρη ανασηκώνομαι ν’ αγγίξω
την ηλιαχτίδα στη σχισμή
Να παρηγορήσω το σήμερα που πονάει
στη διάρκεια της νύχτας
Να παρηγορήσω το αύριο που πονάει
στη διάρκεια της ημέρας
Θα ‘θελα εφιάλτης να ήτανε το αποψινό
κι ένα ποίημα ωδή
στην ομορφιά του κόσμου
να ‘γραφα.
Μα τα όνειρα, όνειρα παραμένουν
κι εγώ μονάχα την ασχήμια ονειρεύομαι
του κόσμου όλου
μέσα στο ποίημα αυτό
της νύχτας.
* Τα βουνά είχανε ορθώσει το ανάστημα τους λέει, λιθοβολούσαν [μ’ ό,τι δεν είχε από τα σπάργανα τους λεηλατηθεί] τους σιδερένιους μύλους που στις ράχες τους καρφώθηκαν, τα δέντρα ξεριζώθηκαν από των προγόνων τους τις εστίες, καμένα απολιθώματα ενός μακρινού πράσινου παρελθόντος, τα ζώα μεταλλάχτηκαν, τα λουλούδια άχρωμα και άοσμα, δέχονταν εξ ουρανού την όξινη ψιχάλα, η θάλασσα αλαφιασμένη ξέρναγε, από την μιά νεκρά κουφάρια ανθρώπων και από την άλλη σκουπίδια και σκουπίδια και σκουπίδια ανθρώπων. Η γη και ο ουρανός σείονταν. Σείονταν η φύση. Σείονταν η πλάση όλη. Ο άνθρωπος κήρυξε πόλεμο στον εαυτό. Αφανισμός εκούσιος, είπανε στις ειδήσεις.


