Κατερίνα Λιάτζουρα
Katharina Liatzoura
Λίγα λόγια
Γεννήθηκε το 1972 στην Στουτγκάρδη της Γερμανίας. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στην Πολιτιστική Διαχείριση από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Ζει στην Χαλκίδα και εργάζεται στην Μέση Εκπαίδευση Εύβοιας ως Φιλόλογος της Γερμανικής Γλώσσας. Είναι μέλος του PEN Ελλάδας.
Τα βιβλία μου
Ο πατέρας έφυγε
Η χαρουπιά
Πάλι τον συνάντησα, εκεί, στο αγαπημένο του σημείο. Στην είσοδο του χωριού. Καθισμένο στο «θρόνο» του, όπως αποκαλούσε το αυτοσχέδιο σκαμνί που ο ίδιος είχε κατασκευάσει. Κάτω από τη χαρουπιά που μετρούσε πλέον πάνω από μισό αιώνα ζωής. Από μικρό παιδί την επισκέπτονταν, μια να τη ποτίσει και να τη φιλέψει φλούδες από φρούτα και ζαρζαβάτια και μια να την ευχαριστήσει, που την είχε συντροφιά. Και κάθονταν στις ρίζες της τότε και της ψιθύριζε λόγια τρυφερά κι εκείνη τον ευχαριστούσε για τα κεράσματα και τις καλές κουβέντες και λικνίζονταν παιχνιδιάρικα πέρα δώθε, και όλο θρόιζε με το πυκνό της φύλλωμα. Εκεί λοιπόν στον θρόνο του, με μια μαγκούρα ανάμεσα στα πόδια και τα χέρια ακουμπισμένα πάνω της, αφουγκράζονταν τους ήχους. Γιατί ήχους, όπως έλεγε, κατείχαν όλα τα πλάσματα της φύσης κι όχι μόνο εκείνα, που ο θεός τα αντάμειψε με τη λαλιά. Και τα λουλούδια και τα χορτάρια είχανε φωνή. Πόσο μάλλον τα δέντρα, όπως ετούτη δω η χαρουπιά, που χειμώνα καλοκαίρι του μίλαγε, κουνώντας τα φύλλα της, κι ας μην άρθρωνε λέξεις κατανοητές στων ανθρώπων το αυτί. Εκεί στην είσοδο του χωριού, άκουγε το θρόισμα των φύλλων της χαρουπιάς, που άλλοτε γλυκομίλητα του μετέφερε μηνύματα και άλλοτε με μένος και οργή του ούρλιαζε τα μαντάτα του κόσμου. Και εκείνος δεν της απάνταγε ποτέ, δεν ανταποκρίνονταν στα παράξενα ετούτα τα καμώματα, μόνο χαμογελούσε κάποιες φορές και άλλοτε αναστέναζε βαθιά, αλλάζοντας πλευρό στο μάγουλο και στο αυτί, που της έδινε προσοχή. Στις άπνοες μέρες πάλι, βυθίζονταν και οι δυο τους στη σιωπή. Όλα αυτά τα χρόνια μόνο μια φορά, θυμάμαι, να χάλασε τη στάση του κορμιού του και να άνοιξε τα μάτια του, ψάχνοντας της χαρουπιάς την ψυχή, να επιβεβαιώσει την είδηση, που μόλις τώρα του μήνυσε εκείνη λυπημένη. Πνίγηκα, λέει, στα μαύρα νερά της Μεσογείου. Ο πατέρας αναρίγησε, τραντάχτηκε σύγκορμος, σαν να ήθελε να αποτινάξει το κακό μα και αμέσως πάλι, σφάλισε τα θολά του μάτια και ακούμπησε το μάγουλο στα χέρια πάνω στη μαγκούρα. Κάτι παιχνίδια, σκέφτηκε, που κάνει ο αγέρας και νομίζεις πως έχει λαλιά η χαρουπιά. «Αύριο θα φέρω το πριόνι» γύρισε και πρώτη φορά της μίλησε.
Όσα ο αφρός φλοισβίζει
Στο θώκο [που θρονιάστηκες]
Αν δεν τυφλωθείς
δεν μαζέψεις τις κραυγές
και τα λασπωμένα φύλλα
δεν κυλιστείς στο δάκρυ
με τα χαμένα πρόσωπα
αν δεν αγαπήσεις το αίμα
γλύψεις το φυτίλι
μνημονεύσεις τα πουλιά και τα λιοντάρια
δύσκολα θα μυρίσεις
μπαρούτι
καμένη σάρκα
και φρέσκο χώμα.
Η ποίηση ταξιδεύει εις Εύριπον
Ασύνειδα επιμένεις στην στερεότητα
των ουράνιων σχημάτων, επιμένεις
να δρασκελίσεις αμνήμονες
στιγμές και φριχτές συνειδήσεις
και κρυμμένη στο μισόφωτο
σαν πόρνη η λύτρωση
ανησυχεί μην ανιχνεύσεις
το ανθρώπινο της πρόσωπο
που υμνεί χαμηλόφωνα με λόγχες
σκεπάρνια και λόγιες κορώνες
το προφανές
που κατακλύζει ένα ποίημα
που διαμελίζει το θυμικό.
Θερίσματα ζωής και ερώτων | Lebens und Liebesernten
Από τις Εκδόσεις Στίξις κυκλοφορεί το νέο βιβλίο του Νίκου Μυλόπουλου «Θερίσματα ζωής και ερώτων / Lebens und Liebesernten». Η έκδοση αυτή είναι μία ευτυχής συνάντηση δύο ποιητών. Η ποιήτρια και μεταφράστρια Κατερίνα Λιάτζουρα επέλεξε και μετέφρασε στα γερμανικά ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου. Όπως γράφει και στην Εισαγωγή ο Γιώργος Ρούσκας: «Η μεταφορά ενός έργου σε μία άλλη γλώσσα είναι από μόνη της σπουδαία υπόθεση, γιατί δίνει τη δυνατότητα στον ομιλούντα ή γνωρίζοντα τη μία από τις δύο να έχει πρόσβαση στην άλλη». Και προσθέτει: «Ποιήματα συχνά με δομή μικρού μονολόγου ή συμπυκνωμένου μονόπρακτου, με ένα ποιητικό υποκείμενο να μιλά για όλα, να αισθάνεται πεντακάθαρα τα τεκταινόμενα, με μνήμη αλώβητη».
Ο Νίκος Μυλόπουλος υπηρετεί την ποίηση με ειλικρίνεια και ευγένεια. Με βαθύ στοχασμό προσεγγίζει τον κόσμο που κάποιες φορές καταρρέει, όμως στο τέλος ανασυγκροτείται και προχωράει μπροστά. Δεν μένει στη μοναξιά του εαυτού του. Περνάει αβίαστα στο Εμείς, νιώθοντας αυτή τη μετάβαση σαν ανάγκη, σαν υποχρέωση και σαν κληρονομιά στους μεταγενέστερους.
«Η ομορφιά του κόσμου»
Της νύχτας*
Σαν μόλις τώρα να ξύπνησα· εφιάλτης
δεν ξέρω αν ήτανε ή το φως του πρωινού
παρηγοριά στα κάθιδρα σεντόνια
Όταν εικόνες απόκοσμες καρφώθηκαν πάνω μου
καρφώθηκαν πάνω μου και οι σκέψεις
να φλερτάρουν με αναμνήσεις ενός άλλου
κόσμου άγνωστου σε μένα·
“ξεφλουδισμένο πορτοκάλι το παιχνίδι
του απόκληρου του νου”,
με ξάφνιασα με την φωνή μου
Κάθιδρη ανασηκώνομαι ν’ αγγίξω
την ηλιαχτίδα στη σχισμή
Να παρηγορήσω το σήμερα που πονάει
στη διάρκεια της νύχτας
Να παρηγορήσω το αύριο που πονάει
στη διάρκεια της ημέρας
Θα ‘θελα εφιάλτης να ήτανε το αποψινό
κι ένα ποίημα ωδή
στην ομορφιά του κόσμου
να ‘γραφα.
Μα τα όνειρα, όνειρα παραμένουν
κι εγώ μονάχα την ασχήμια ονειρεύομαι
του κόσμου όλου
μέσα στο ποίημα αυτό
της νύχτας.
* Τα βουνά είχανε ορθώσει το ανάστημα τους λέει, λιθοβολούσαν [μ’ ό,τι δεν είχε από τα σπάργανα τους λεηλατηθεί] τους σιδερένιους μύλους που στις ράχες τους καρφώθηκαν, τα δέντρα ξεριζώθηκαν από των προγόνων τους τις εστίες, καμένα απολιθώματα ενός μακρινού πράσινου παρελθόντος, τα ζώα μεταλλάχτηκαν, τα λουλούδια άχρωμα και άοσμα, δέχονταν εξ ουρανού την όξινη ψιχάλα, η θάλασσα αλαφιασμένη ξέρναγε, από την μιά νεκρά κουφάρια ανθρώπων και από την άλλη σκουπίδια και σκουπίδια και σκουπίδια ανθρώπων. Η γη και ο ουρανός σείονταν. Σείονταν η φύση. Σείονταν η πλάση όλη. Ο άνθρωπος κήρυξε πόλεμο στον εαυτό. Αφανισμός εκούσιος, είπανε στις ειδήσεις.
Περιοδικό diPgeneration
[… «Πλησιάστε, κύριοι μου!» ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή. «Είσαστε βαθιά νυχτωμένοι». Ήταν ο φύλαρχος Φέγγος της Φωτιάς. «Πού περιφέρεστε νυχτιάτικα; Και τι αμφίεση είναι αυτή; Βγάλτε τις μύτες από σελιλόιντ! Ξεμασκαρευτείτε! Σας γνωρίζουνε. Τι μουσικά όργανα με κουδουνάκια είν’ αυτά που κουβαλάτε μαζί σας;»
«Είναι κουδουνάκια και σείστρες και τα μαστίγια του γελωτοποιού, με την άδεια σας».
«Και τι πνευστό είναι αυτό;»
«Είναι το χωνί της Νυρεμβέργης*».
«Και τι σβώλος από βαμβάκι είναι αυτός εκεί, στο σχοινί;»
«Είναι το καρουζελοαλογάκι Ιωάννης, με προσοχή τυλιγμένο σε βαμβάκι».
«Κουταμάρες! Τι δουλειά έχετε με το καρουζελοαλογάκι στην λιβυκή έρημο; Που το ’κονομήσατε το άλογο;» …]
* Η έννοια Nürnberger Trichter αναφέρεται, ειρωνικά και περιπαιχτικά, στο πώς μπορεί κανείς, χρησιμοποιώντας ένα χωνί, να γεμίσει γνώσεις τα κεφάλια των ανθρώπων.
Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
Η ποίηση της Κατερίνας Λιάτζουρα, υπερρεαλιστική, με έντονους καταγγελτικούς τόνους αλλά και εκφράσεις οργής και αγανάκτησης, με εξομολογήσεις των διαψεύσεων αλλά και συναίσθηση της προσωπικής ευθύνης, αποζητά την ηθική (ποιητική και κοινωνική) και στηλιτεύει την πολιτιστική ελαφρότητα. (σελ. 393)
Ζαχαρωμένα βότσαλα | Überzuckerte Kieselsteine
Die Poesie müsse ein überzuckerter Kieselstein sein, meint der griechische Dichter Argyris Chionis, im Gedicht «Δ’» (Delta) aus dem Lyrikband «Nageltypen» (1978). Einerseits müsse sie einen erlösenden Ausweg und ein ästhetisches Vergnügen ans Herz legen und andererseits ein schmerzliches Kräftemessen hervorrufen, eine existenzielle Auseinandersetzung mit dem Wesentlichen oder auch mit dem Außerordentlichen. Die 25 Dichter und Dichterinnen, die ich in diesem Band angesammelt habe, fördern genau diese Poesie und bieten einen wertvollen Nachlass der Griechischen Lyrik der Gegenwart. In der Hoffnung, dass die Gedichte durch meine Übertragung in die deutsche Sprache, einen angemessenen Empfang beim deutschen Lesepublikum erringen werden, wünsche ich Ihnen viel Spaß beim Lesen.
Η ποίηση πρέπει να ‘ναι ζαχαρωμένο βότσαλο, γράφει ο μεγάλος Έλληνας ποιητής Αργύρης Χιόνης στο ποίημα του «Δ’» (Τύποι ήλων, 1978). Από την μια πρέπει να προσφέρει μια λυτρωτική διέξοδο και μια αισθητική απόλαυση και από την άλλη να προκαλεί μια επίπονη αναμέτρηση δυνάμεων, μια υπαρξιακή αναμέτρηση με το ουσιώδες ή και το άρρητο. Οι 25 ποιητές και ποιήτριες που ανθολόγησα σε τούτο τον τόμο, αναδεικνύουν ακριβώς αυτήν την ποίηση, προσφέροντας μια πολύτιμη παρακαταθήκη Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης. Με την ελπίδα ότι τα ποιήματα τους, μέσω της απόδοσης μου στη γερμανική γλώσσα, θα διεκδικήσουν αποδέκτες και στο γερμανόφωνο κοινό, σας εύχομαι καλή ανάγνωση.
«Εκδοχή / poesia grega contemporânea»
Οι άντρες που γνώρισα φιγούρες από βιβλία. Κάτι από Μπουκόφσκι, Σάρτρ, Έσσε, Pessoa, σκιές από Καβάφη, Σκαρίμπα και Καββαδία. Δεν έχουνε πρόσωπο ή όνομα ούτε και ιστορία. Μόνο τα ίδια πάθη. Μόνο τα ίδια λάθη. Μοναχικοί λύκοι χαμένοι μέσα στην αγέλη ταξιδεύουν τον εαυτό τους με στιχάκια μουσικοσυνθετών. Παρηγορούν με αφιερώσεις περιωπής παρακμιακούς στο περιθώριο της ζωής, παραγκωνισμένους σε μπάρες συναλλαγής, χαμαιτυπεία, πεζοδρόμια και φθηνά ξενοδοχεία. Σαν όμως κοιτούν απέναντι εκεί όπου βλέπουν την αλήθεια διακρίνουν ένα έφηβο με ασπρισμένα τα μαλλιά και αναρωτιούνται που πήγανε τα χρόνια; πως γλίστρησε η νιότη; πως κάποτε νέοι ακόμα, αρυτίδωτοι, ανυποψίαστοι, αθώοι, όρκο δώσανε την αδάμαστη ζωή να τιθασεύσουν; Απονήρευτοι αθώες σκέψεις κάνανε. Αθώα προσέγγιζαν και αθώα προσεγγίζουν. Αθώα θα σπαρταρίσουν. Αθώα θα μαρτυρήσουν σ’ αυτό τον απόηχο των τόσων συγγραμμάτων μου.
(από την ποιητική μου συλλογή Η Κρεμμυδαποθήκη)
Εκατό Είκοσι Φωνές
Κάπου στην Λωρίδα της Γάζας
Καμωμένη από προηγούμενες ζωές, ληγμένες
μέτρησε κύκλους ομόκεντρους να συσσωρεύονται
πάνω στο χώμα. Άκουγε από κάτω κραυγές.
Τους μήνες που το κόκκινο γινότανε το χρώμα της,
εκείνη ατένιζε πέρα
πάνω απ’ τα ερείπια και τους νεκρούς
πάνω απ’ τα συρματοπλέγματα.
Είπε: Από μικρή έμαθα να μην χάνω την σειρά μου. Κάθε που χάραζε απασφάλιζα τα παραθυρόφυλλα και χαιρετούσα με ευλάβεια τους νεκρούς που απόμειναν θαμμένοι. Έμαθα να γλείφω τις σκόνες απ’ τα χαλάσματα, να τρώω χώμα και σκυρόδεμα, και με δάκρυα να αφήνω σημάδια τ’ αποτύπωμα, εκείνοι τον δρόμο τους να βρούνε· πίσω σε με και κοντά μου. Κι όταν νύχτωνε και πάλι, με ματωμένες τις παλάμες χτυπούσα τα μάγουλα, μη τυχόν και ξεχαστώ· ο πόνος μη βρει τρόπο να ξεφύγει μέσα από το στόμα.
Έπειτα τ’ αποφάσισε.
Κοινώνησε φύκι και αλμύρα
κοινώνησε πατρίδα.
Η θάλασσα ήταν εύτροφη
το χρώμα της υγρό.


