Κατερίνα Λιάτζουρα
Katharina Liatzoura
Λίγα λόγια
Γεννήθηκε το 1972 στην Στουτγκάρδη της Γερμανίας. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στην Πολιτιστική Διαχείριση από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Ζει στην Χαλκίδα και εργάζεται στην Μέση Εκπαίδευση Εύβοιας ως Φιλόλογος της Γερμανικής Γλώσσας. Είναι μέλος του PEN Ελλάδας.
Τα βιβλία μου
Τα Άνθη του Καπνού | Εικαστικές Τέχνες & Ποίηση
Εκμέκ καβγατζή
Στη διασταύρωση με την Ανατολή
-ένα τσιγάρο δρόμος-
το χώμα ξαναστρώνεται
(Μπασμάς, Μπασί μπαγλί, Καπά Κουλάκ)
κάτω από την πάνινη ποδιά
μπροστά απ’ το ψάθινο πανέρι
διπλωμένες καταγής
οι χαρακιές των χεριών, χαραγματιές στα πρόσωπα
οι χαραματιές των ζυμώσεων, σιωπές στα πνευμόνια
αρμαθιές, παστάλιασμα και στου σαμαρτζή το αρκαλίκι
Νεύρα διαπερνούν τα φύλλα του καπνού
αποξηραμένα, κίτρινα
νεύρα και τους καπνεργάτες
Όμως αυτά, τα δεύτερα
ερεθισμένα είναι, κόκκινα
σαν το αποτύπωμα
μιας καύτρας πάνω στο δέρμα
ή πάνω στην άσφαλτο
ενός νεκρού το αίμα
Βελονιές κεντήματα οι μόχθοι
μα, τα καπνά δεν γνώρισαν γλώσσα ή θεό
Ένα είναι το χαρμάνι τους, ένα κι τ’ άρωμα τους
Κι ας έκλαψες μάνα το σπουργίτι
κι ας έγραψε ο ποιητής το ποίημα
Από τον πλούτο ξεφύτρωσε ο καπνός
από την φτώχεια η θυσία
Σημείωση: “Εκμέκ καβγατζή” σημαίνει “Ο καβγάς για το ψωμί”. Έτσι ονομάστηκε η μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση και η εξέγερση των καπνεργατών που πραγματοποιήθηκε το 1896 στην Καβάλα.
Ποιήματα ανεμοδαρμένα | Poems adrift
Θλίψεις πολλές με κέρασες αιώνα
το είδος μου το εξευτέλισες
η οδύνη της τραγωδίας
η χαρά της τρομολαγνείας
δεν με εξευγένισε.
Δεν ανάρρωσα ακόμη
από την πολύμορφη κακοπάθεια.
Η βούληση μου ατόνησε.
Η σκέψη μου ναυάγησε.
Τα συναισθήματα μου νεκρώθηκαν.
Και συ ένστικτο που καγχάζεις,
πως δεν αποτεφρώνεσαι σε ψευδά μονοπάτια
άνοιξες διάπλατα πυρακτωμένα χαμόγελα
να καταχωνιάσεις σε χωράφι ανόργωτο
τον εαυτό μου.
Θα καταβοθρώσω τα πύρινα μέλη μου σε κερκόπορτα.
Ποιητική | Εαρινή Ισημερία
Γύφτισσα ποίηση
Volume I
Την ποίηση δεν την φαντάζομαι
στα φανάρια: να επαιτεί
να σέρνεται ανάπηρη
να τρεκλίζει ναρκομανή
Πιότερο σαν γύφτισσα
πλανόδια στις σκιερές γωνιές των δρόμων
στην Ερμού ας πούμε ή στην Αβάντων
στην πραμάτεια μονάχα να πουλά
λέξεις τριαντάφυλλα λέξεις μπιχλιμπίδια
λέξεις μικρές όπως: πάντα, θα, σε, αγαπώ
λέξεις μεγάλες όπως: me too
λέξεις σαν πόλεμος ιστορία ακρωτηριασμός
[σώματος ψυχής φύλου]
λέξεις κούφιες πολύτιμες
λέξεις κενές μοναδικές
σαν: έρωτας θέατρο κροκοδείλια δάκρυα
Volume II
Και να μην σ’ αφήνει η άτιμη ανάσα να πάρεις
ανάμεσα – μονορούφι το κρασί –
μόνο άνω και όχι κάτω τελεία ούτε
θαυμαστικό ή/και λάγνο κόμμα μήτε
αυτό το άναρχο ερωτηματικό·
«Μονάχα λέξεις» με προστάζει
«Ποια; ποια; ποια; να πάρω επιτέλους;» ρωτώ εγώ
«Δες· ρόδινα που ξημερώνει η μέρα» είπε
Η κρεμμυδαποθήκη
Το κρύο είναι τσουχτερό απόψε.
Σε διαπερνά όπως ο κάθε Λαύκος, όπως ο κάθε θάνατος.
Η πλατεία σε αποχαιρέτησε στροβιλίζοντας
τα πλατανόφυλλα της. Στρώμα υπόκωφων ήχων
στο πέρασμα μου. Κάνει κρύο μέσα
στην εκκλησία. Είμαστε παγωμένες Κατίνα.
Η καμπάνα ηχεί πένθιμα. Ποια από τις δυο μας πεθαίνει;
Το χώμα μυρίζει μούχλα. Καιρό είχε να αεριστεί.
Να που ήρθε η ώρα. Για όλα έρχεται η γαμημένη η ώρα.
Τα κοράκια δεν βλέπουν την ώρα να αποδημήσουνε.
Το Πήλιο φόρεσε τα γιορτινά του.
Σκέψεις
Τα μάτια μου μέσα από γκρίζες πηχτές βλέννες
αντικρίζουν τον κόσμο ανάποδα.
Το καλααζάρ μου κατατρώει τα σωθικά.
Το κορμί μου κάτω από το μαδημένο τρίχωμα
τόπους τόπους φωλιά παρασίτων έγινε.
Μου ρουφούνε το αίμα.
Κουράστηκα. Άδειασα. Γέρασα.
Οι πατούσες μου κοντέρ πιστό στη ζωή
προσμετρά χιλιόμετρα και χιλιόμετρα νυχτερινής αλητείας.
Αγέλαστη η μουσούδα μου οσφραίνεται
και σαλιώνει παλάμες τυχαίων περαστικών.
Μερικές φορές γρυλλίζω από αγαλλίαση
όταν χέρι συμπόνιας μου χαϊδεύει το πηγούνι.
Μα θυμώνω όταν η συμπόνια γίνεται απορία
και με σίχαμα του τολμήματος μου στερεί το χάδι.
Οίστρος βαθύς και ανεξέλεγκτος με ζευγάρωσε κάποτε
έσπειρα ομοιώματα της ράτσας μου στον δρόμο
και εσύ που μύριζες τα σκέλια
σπαρτάρισες πανευτυχής που έλαχε σε σένα η διαιώνιση της τύχης.
Από τότε πέρασαν χρόνια ή και αιώνες αναζήτησης.
Όμως χτες βρήκα στο κάδο των ανομημάτων μου ένα κοκαλάκι να γλείψω
και τσακώθηκα άγρια μαζί σου,
που θέλησα να το καταχωρήσω στη σκυλίσια συλλογή μου.
Μα και που με υπερβάλλοντα ζήλο από τα δόντια σου το άρπαξα,
τι έγινε;
Άλλο ένα με σήψη αμπαλαρισμένο γεγονός.
Μικρή ανθολογία για την ποίηση
Σιωπηλά έρχεται
Σιωπηλά έρχεται και ανυποψίαστα
γωνιές να κατακτήσει και σκοτεινά σημεία
σέρνεται και απλώνεται
και απαιτεί μερίδιο
από του μυαλού τον χρόνο·
άλλοτε στο σούρουπο όταν η σκέψη γαληνεύει
και άλλοτε με τις πρώτες φωτεινές αχτίδες
Τις περισσότερες όμως φορές
ορμά σαν Έχιδνα
στου ύπνου την ηρεμία·
τότε που η έμπνευση ονειρεύεται
τις μελωδίες των λέξεων
και θέλει να θωπεύσει
όλου του κόσμου τις γραφές
μυστικά και αλλόθρησκα
τα γράμματα να ενώσει·
εκείνη ορμά και γεννοβολά
Χίμαιρες, Κέρβερους και Λερναίες Ύδρες
μεγαλώνει και θεριεύει
και άλλα αλλόκοτα πλάσματα
και την επομένη αγνώριστη πια
θα έχει γίνει
ακόμη ένα ποίημα
«Κραυγές από τη Γη | Grida dalla terra»
Ahoo Daryaei
ο νους ασύμμετρα λογίζεται το μεγαλείο του πλάσματος αυτού, φυλάκισε μέσα στα άλογα τη χαίτη την πλούσια, ευθυτενής κορμί στην εκκωφαντική σιωπή να περιφέρεται. τα μπράτσα τυλίχτηκαν κάτω από τα στήθη της γυναίκας και συγκράτησαν κάθε στεναγμό αναστολής, κάθε όνειρο απελπισίας που άφησε με τις μικρές γυμνές πατούσες της, σημάδι· όχι πάνω στην άμμο ούτε στον έναστρο ουρανό έχτισε εκείνη την ελευθερία, αλλά πάνω στην τόλμη της στα νιάτα της πάνω στο βλέμμα των περαστικών. που άλλοι κρυφογέλασαν με την τρέλα άλλες κρύφτηκαν πιότερο πίσω από την χιτζάμπ και οι άλλοι -όλοι οι εμείς- στρέψαμε το βλέμμα μας μακριά· όχι γιατί ντραπήκαμε τη γύμνια της, όχι· στρέψαμε το βλέμμα για να μην αντικρίσουμε το ανάστημα που γιγαντώνονταν μέσα από το πολύ βαθύ, το πιο βαθύ ίσως σκοτάδι.
Όσα ο αφρός φλοισβίζει
Στο θώκο [που θρονιάστηκες]
Αν δεν τυφλωθείς
δεν μαζέψεις τις κραυγές
και τα λασπωμένα φύλλα
δεν κυλιστείς στο δάκρυ
με τα χαμένα πρόσωπα
αν δεν αγαπήσεις το αίμα
γλύψεις το φυτίλι
μνημονεύσεις τα πουλιά και τα λιοντάρια
δύσκολα θα μυρίσεις
μπαρούτι
καμένη σάρκα
και φρέσκο χώμα.
Εκατό Είκοσι Φωνές
Κάπου στην Λωρίδα της Γάζας
Καμωμένη από προηγούμενες ζωές, ληγμένες
μέτρησε κύκλους ομόκεντρους να συσσωρεύονται
πάνω στο χώμα. Άκουγε από κάτω κραυγές.
Τους μήνες που το κόκκινο γινότανε το χρώμα της,
εκείνη ατένιζε πέρα
πάνω απ’ τα ερείπια και τους νεκρούς
πάνω απ’ τα συρματοπλέγματα.
Είπε: Από μικρή έμαθα να μην χάνω την σειρά μου. Κάθε που χάραζε απασφάλιζα τα παραθυρόφυλλα και χαιρετούσα με ευλάβεια τους νεκρούς που απόμειναν θαμμένοι. Έμαθα να γλείφω τις σκόνες απ’ τα χαλάσματα, να τρώω χώμα και σκυρόδεμα, και με δάκρυα να αφήνω σημάδια τ’ αποτύπωμα, εκείνοι τον δρόμο τους να βρούνε· πίσω σε με και κοντά μου. Κι όταν νύχτωνε και πάλι, με ματωμένες τις παλάμες χτυπούσα τα μάγουλα, μη τυχόν και ξεχαστώ· ο πόνος μη βρει τρόπο να ξεφύγει μέσα από το στόμα.
Έπειτα τ’ αποφάσισε.
Κοινώνησε φύκι και αλμύρα
κοινώνησε πατρίδα.
Η θάλασσα ήταν εύτροφη
το χρώμα της υγρό.
Ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης εξ ιδίων
Θανάσιμα ή συγγνωστά
τι σημασία όμως έχει;
αφότου εκείνος ο Θωμάς κατέγραψε
επτά ο Ακινάτης
αμαρτήματα μας κάρφωσαν
μάς κάρφωσαν αυτοί οι άλλοι
πατεράδες σε σταυρό
ανθρώπινο θνητό και αθάνατο
συνάμα ούτε που θυμάμαι
ετούτη την ιστορική
στιγμή αν πρόσβαλλαν
την μεταξύ ημών αγάπη
μήτε αυτήν προς τον πλησίον
μόνο προς εσένα εσένα εσένα
δεν όχι μα διόλου!
πρόδωσαν
όμως αυτή δεν είναι η φύση των συντρόφων; δεν στο ψιθυρίσανε πατέρα;
ένοχη να νιώσω και ενοχή; τύψεις και ερινύες; it’s ok!
αιωνίου κολάσεως όμως;
βαρύ βαρύ το πυρ
το εξώτερον έλεος
και συγχώρηση κι ίσως ένα ψήγμα από αγάπη, you know?
Πατέρα;
Χρησμός
στεφανώσου το χρησμό το διφορούμενο |είπε| και σταύρωσε εκείνους τους ταλαίπωρους χρυσαετούς στη μνήμη ή στον ομφαλό του μονάκριβου πατέρα τρέξε τρέξε στα άδυτα κοντά στη μάντισσα θεά σε εκείνη την ιέρεια με δάφνες πέλανο και άλλους θησαυρούς και αναθεμάτισε την τύχη του κόσμου την λοξή στην έκσταση σου πάνω γιατί κάθαρση ο κόσμος σου δεν πρόκειται να βρει αν δεν την αμφισημία των πραγμάτων πρώτα αγαπήσεις


