Κατερίνα Λιάτζουρα
Katharina Liatzoura
Λίγα λόγια
Γεννήθηκε το 1972 στην Στουτγκάρδη της Γερμανίας. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στην Πολιτιστική Διαχείριση από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Ζει στην Χαλκίδα και εργάζεται στην Μέση Εκπαίδευση Εύβοιας ως Φιλόλογος της Γερμανικής Γλώσσας. Είναι μέλος του PEN Ελλάδας.
Τα βιβλία μου
«Η ομορφιά του κόσμου»
Της νύχτας*
Σαν μόλις τώρα να ξύπνησα· εφιάλτης
δεν ξέρω αν ήτανε ή το φως του πρωινού
παρηγοριά στα κάθιδρα σεντόνια
Όταν εικόνες απόκοσμες καρφώθηκαν πάνω μου
καρφώθηκαν πάνω μου και οι σκέψεις
να φλερτάρουν με αναμνήσεις ενός άλλου
κόσμου άγνωστου σε μένα·
“ξεφλουδισμένο πορτοκάλι το παιχνίδι
του απόκληρου του νου”,
με ξάφνιασα με την φωνή μου
Κάθιδρη ανασηκώνομαι ν’ αγγίξω
την ηλιαχτίδα στη σχισμή
Να παρηγορήσω το σήμερα που πονάει
στη διάρκεια της νύχτας
Να παρηγορήσω το αύριο που πονάει
στη διάρκεια της ημέρας
Θα ‘θελα εφιάλτης να ήτανε το αποψινό
κι ένα ποίημα ωδή
στην ομορφιά του κόσμου
να ‘γραφα.
Μα τα όνειρα, όνειρα παραμένουν
κι εγώ μονάχα την ασχήμια ονειρεύομαι
του κόσμου όλου
μέσα στο ποίημα αυτό
της νύχτας.
* Τα βουνά είχανε ορθώσει το ανάστημα τους λέει, λιθοβολούσαν [μ’ ό,τι δεν είχε από τα σπάργανα τους λεηλατηθεί] τους σιδερένιους μύλους που στις ράχες τους καρφώθηκαν, τα δέντρα ξεριζώθηκαν από των προγόνων τους τις εστίες, καμένα απολιθώματα ενός μακρινού πράσινου παρελθόντος, τα ζώα μεταλλάχτηκαν, τα λουλούδια άχρωμα και άοσμα, δέχονταν εξ ουρανού την όξινη ψιχάλα, η θάλασσα αλαφιασμένη ξέρναγε, από την μιά νεκρά κουφάρια ανθρώπων και από την άλλη σκουπίδια και σκουπίδια και σκουπίδια ανθρώπων. Η γη και ο ουρανός σείονταν. Σείονταν η φύση. Σείονταν η πλάση όλη. Ο άνθρωπος κήρυξε πόλεμο στον εαυτό. Αφανισμός εκούσιος, είπανε στις ειδήσεις.
Ανθολογία 1st Serres International Poetry Festival
Βιολέτα ή Μενεξές
Εκείνο το πρωινό ένιωσε κουρασμένη·
ένιωσε ανηφορίζοντας στα ρουθούνια
την μυρωδιά του θανάτου
Με τον ήλιο πάνω
στα θαμπωμένα βλέφαρα
μέτρησε δαχτυλίδια
χρόνια συσσωρευμένα
σε ομόκεντρους κύκλους
Ένα μπάλωμα ανάμεσα σε δυο άκρες
μια βελονιά πάνω στο κενό
Πάνω στο ματωμένο λείψανο
στάθηκαν λευκές πεταλούδες
Λευκά σημαιάκια τα φτερά τους
Η μία έμεινε για πάντα εκεί
άφησε το αποτύπωμα της στο ξύλο
Μια άλλη χόρεψε μπροστά στα χείλη
που κόβουν βιολετιά λουλούδια
Η άλλη φτεροκόπησε στον άνεμο
πάνω από τις πλαγιές του λόφου
Η πιο μικρή πέταξε κοντά στα μάτια
Κοίταξε πέρα απ’ αυτά
με βλέμμα μαθημένο στον ουρανό
Έκλεισε τα μάτια·
δεν έπρεπε να καταλήξουν ραμφισμένα
από κοράκια
από την ποιητική συλλογή Άνθεα, εγχώρια και εξωτικά, Ποιητικό Ανθο-Λόγιο Κατερίνα Λιάτζουρα & Μαργαρίτα Παπαγεωργίου (εκδόσεις ΑΩ, 2023)
Violet or Pansy
On that morning, she felt tired;
she felt, rising in her nostrils
the smell of death
With the sun
in her blinking eyelids
she counted rings
of accumulated years
into concentric circles
A patch between two edges
a stitch on the void
Upon the bloody relic
white butterflies stood
Their wings, white little flags
One stayed there forever
leaving its imprint on the wood
Another danced before the lips
that cut violet colored flowers
Some other fluttered in the wind
over the sides of the hill
The youngest flew close to the eyes
She looked beyond them
with a gaze accustomed to the sky
She closed her eyes;
they were not to end up pecked
by crows
from the poetry collection Anthea, domestic and exotic, Poetic Antho-Logy, by Katerina Liatzoura & Margarita Papageorgiou (AO publication, 2023)
translated by Margarita Papageorgiou
Σκοτεινός θάλαμος | 36 ποιητικές φωνές στα καρέ της Πένυ Δέλτα
Η θεά των όφεων
Ha-Va, δεν βλέπεις πως κινείται;
σε σπείρες τυλίγεται πάνω στη γη
γύρω απ’ τα αστέρια κουλουριάζεται
και αποκοιμιέται με τα 7 κεφάλια
πάνω στη ραχοκοκαλιά
Ha-Va, δεν ακούς που θέλει
πουκάμισα πλουμιστά ν’ ανταλλάξεις
με αντανακλάσεις;
Λένε πως όταν ξυπνά από χειμερία (πάντα) νάρκη
και έρπει στο άγνωστο και το ασύλληπτο
συριγμούς βγάζει για το απόλυτο
και το εντελώς ακατανόητο ενός δέντρου
που αντί για γνώση αντανακλά
Φως στο Σκότος, Φως του Σκότους
Ίσως σαν μεγαλώσεις κάποτε
-μέσα σε τούτους ή και τους άλλους τους αιώνες-
να σου πω για το πανάρχαιο εκείνο παραμύθι
για την Ουατζέτ, τη Ρέα και την Κυβέλη
και για σένα Ha-Va! Και για σένα!
Που με δυο φίδια στα χέρια και ολόγυμνα τα στήθη
πορεύτηκες εξ Αρχής
στου κόσμου το μέσα Σύμπαν
Ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης εξ ιδίων
Θανάσιμα ή συγγνωστά
τι σημασία όμως έχει;
αφότου εκείνος ο Θωμάς κατέγραψε
επτά ο Ακινάτης
αμαρτήματα μας κάρφωσαν
μάς κάρφωσαν αυτοί οι άλλοι
πατεράδες σε σταυρό
ανθρώπινο θνητό και αθάνατο
συνάμα ούτε που θυμάμαι
ετούτη την ιστορική
στιγμή αν πρόσβαλλαν
την μεταξύ ημών αγάπη
μήτε αυτήν προς τον πλησίον
μόνο προς εσένα εσένα εσένα
δεν όχι μα διόλου!
πρόδωσαν
όμως αυτή δεν είναι η φύση των συντρόφων; δεν στο ψιθυρίσανε πατέρα;
ένοχη να νιώσω και ενοχή; τύψεις και ερινύες; it’s ok!
αιωνίου κολάσεως όμως;
βαρύ βαρύ το πυρ
το εξώτερον έλεος
και συγχώρηση κι ίσως ένα ψήγμα από αγάπη, you know?
Πατέρα;
Χρησμός
στεφανώσου το χρησμό το διφορούμενο |είπε| και σταύρωσε εκείνους τους ταλαίπωρους χρυσαετούς στη μνήμη ή στον ομφαλό του μονάκριβου πατέρα τρέξε τρέξε στα άδυτα κοντά στη μάντισσα θεά σε εκείνη την ιέρεια με δάφνες πέλανο και άλλους θησαυρούς και αναθεμάτισε την τύχη του κόσμου την λοξή στην έκσταση σου πάνω γιατί κάθαρση ο κόσμος σου δεν πρόκειται να βρει αν δεν την αμφισημία των πραγμάτων πρώτα αγαπήσεις
Ζαχαρωμένα βότσαλα | Überzuckerte Kieselsteine
Die Poesie müsse ein überzuckerter Kieselstein sein, meint der griechische Dichter Argyris Chionis, im Gedicht «Δ’» (Delta) aus dem Lyrikband «Nageltypen» (1978). Einerseits müsse sie einen erlösenden Ausweg und ein ästhetisches Vergnügen ans Herz legen und andererseits ein schmerzliches Kräftemessen hervorrufen, eine existenzielle Auseinandersetzung mit dem Wesentlichen oder auch mit dem Außerordentlichen. Die 25 Dichter und Dichterinnen, die ich in diesem Band angesammelt habe, fördern genau diese Poesie und bieten einen wertvollen Nachlass der Griechischen Lyrik der Gegenwart. In der Hoffnung, dass die Gedichte durch meine Übertragung in die deutsche Sprache, einen angemessenen Empfang beim deutschen Lesepublikum erringen werden, wünsche ich Ihnen viel Spaß beim Lesen.
Η ποίηση πρέπει να ‘ναι ζαχαρωμένο βότσαλο, γράφει ο μεγάλος Έλληνας ποιητής Αργύρης Χιόνης στο ποίημα του «Δ’» (Τύποι ήλων, 1978). Από την μια πρέπει να προσφέρει μια λυτρωτική διέξοδο και μια αισθητική απόλαυση και από την άλλη να προκαλεί μια επίπονη αναμέτρηση δυνάμεων, μια υπαρξιακή αναμέτρηση με το ουσιώδες ή και το άρρητο. Οι 25 ποιητές και ποιήτριες που ανθολόγησα σε τούτο τον τόμο, αναδεικνύουν ακριβώς αυτήν την ποίηση, προσφέροντας μια πολύτιμη παρακαταθήκη Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης. Με την ελπίδα ότι τα ποιήματα τους, μέσω της απόδοσης μου στη γερμανική γλώσσα, θα διεκδικήσουν αποδέκτες και στο γερμανόφωνο κοινό, σας εύχομαι καλή ανάγνωση.
Στο Ξάφνιασμα της Ομορφιάς
Ω Τσαρλς,
απλώνεις το χέρι και πιάνεσαι από μια λέξη
κάθεσαι στον ήλιο, μιλάς μιλάς καπνίζεις και πίνεις και αναρωτιέσαι:
μια λέξη που να μην ειπώθηκε;
και διαβάζεις και ξαναδιαβάζεις και σημειώνεις και τσαλακώνεις
μια σελίδα για να θυμηθείς μετά από χρόνια
ότι εδώ κάτι ήθελες
να θυμηθείς αλλά τώρα;
πια δεν θυμάσαι και αναρωτιέσαι:
μια λέξη που να μην ειπώθηκε;
διαβάζεις δυνατά τη λέξη, εκείνη που δεν ειπώθηκε, και την βάζεις πίσω
από την άλλη και την άλλη, και την άλλη που επίσης δεν ειπώθηκε· εις βάθος
μελετάς την κάθε μία λέξη στο εξώφυλλο
στο ψυγείο
στο μπουκάλι
στο ποίημα
στο ποίημα;
ποίημα;
και μελετάς τη λέξη στο βάθος, τη λέξη στο εξώφυλλο και στο ψυγείο, τη λέξη στο μπουκάλι, στο μπουκάλι στο χέρι, στο χέρι του Τσαρλς
και αναρωτιέσαι: ποια λέξη δεν ειπώθηκε;
και το μυαλό αρχίζει
να θολώνει και η σκέψη
αρχίζει να ξεμακραίνει και ο Τσαρλς
να επιμένει
να κρατά το μπουκάλι με τη λέξη·
και η λέξη να παραμένει άφαντη
και το ποίημα να παραμένει άφαντο
και ο Τσάρλς κι εγώ άφαντοι
και η λέξη, η λέξη αυτή που δεν ειπώθηκε και αυτή! και η λέξη! και η λέξη αυτή που δεν ειπώθηκε κι αυτή παραμένει άφαντη!
και να!
εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση
Μικρή ανθολογία για την ποίηση
Σιωπηλά έρχεται
Σιωπηλά έρχεται και ανυποψίαστα
γωνιές να κατακτήσει και σκοτεινά σημεία
σέρνεται και απλώνεται
και απαιτεί μερίδιο
από του μυαλού τον χρόνο·
άλλοτε στο σούρουπο όταν η σκέψη γαληνεύει
και άλλοτε με τις πρώτες φωτεινές αχτίδες
Τις περισσότερες όμως φορές
ορμά σαν Έχιδνα
στου ύπνου την ηρεμία·
τότε που η έμπνευση ονειρεύεται
τις μελωδίες των λέξεων
και θέλει να θωπεύσει
όλου του κόσμου τις γραφές
μυστικά και αλλόθρησκα
τα γράμματα να ενώσει·
εκείνη ορμά και γεννοβολά
Χίμαιρες, Κέρβερους και Λερναίες Ύδρες
μεγαλώνει και θεριεύει
και άλλα αλλόκοτα πλάσματα
και την επομένη αγνώριστη πια
θα έχει γίνει
ακόμη ένα ποίημα
Anthologie Junger Österreichischer Lyriker*innen | Ανθολογία Νέων Αυστριακών ποιητών
Φυσικά και είναι μεγάλος ο πειρασμός το να ερμηνεύουμε ποιήματα, και σε αυτόν τον πειρασμό δεν υποκύπτουν μόνο οι αναγνώστες. Όμως, δεν θα όφειλε η ποίηση να μιλά από μόνη της; Κατ’ επανάληψη, τα ποιήματα θεωρούνται μια προσπάθεια αυτών που γράφουν να έρθουν σε διάλογο με τον προϋπάρχοντα κόσμο για να τον καταστήσουν πιο κατανοητό και πιο υποφερτό. Αυτοί οι ανιχνευτές της ασάφειας, που αποσκοπούν στην ανάκτηση της σαφήνειας, αποτελούν βοηθήματα για τους αναγνώστες. Επιπλέον, αποτελούν προτάσεις συλλογισμού για εκείνους που, παράλληλα με τη συνήθης κενολογία των μέσων μαζικής ενημέρωσης, ενδεχομένως και να περιμένουν να αντιτάξουν τα δικά τους επιχειρήματα ή να συμφωνήσουν με αυτή. Αυτή η συμφωνία υποδηλώνει πως δεν είναι μονάχοι τους με τις απόψεις τους. Η παραδοχή αυτή βρίσκει επιβεβαίωση κατά την ατομική αναζήτηση για γνώση. Κανείς δεν θα έπρεπε να προσδοκά περισσότερα από τη λογοτεχνία.
από τον πρόλογο του Helmut Niederle
Οι δώδεκα φρίκες των Χριστουγέννων και μια παράλειψη
Η παράλειψη ή Το εορταστικό τραπέζι
Καλά βρε Τζον, να μην αναφερθείς καθόλου στο εορταστικό τραπέζι χρονιάρες μέρες; Σε εσάς στο Αμέρικα δεν είναι υψίστης σημασίας; Γιατί εδώ στας Ευρώπας είναι έθιμο χριστουγεννιάτικο να τρέχεις στα supermarket και να τρέχεις στις αγορές και να γεμίζεις καλάθια και να κουβαλάς σακούλες, και να φορτώνεις το πορτμπαγκάζ και να ξεφορτώνεις το πορτμπαγκαζ, και να αποθηκεύεις τρόφιμα σε ράφια και ντουλάπια και να μπουκώνεις ψυγεία και καταψύκτες, και να μαγειρεύεις αποβραδίς, και να βγάζεις κατσαρόλες και κατσαρολάκια, ταψιά και λαμαρίνες, και να ανακατεύεις και να δοκιμάζεις, και να βλέπεις με την άκρη του ματιού σου το νεροχύτη να ξεχειλίζει, και να τρέχεις να στρώσεις το εορταστικό τραπέζι, και να αναθεματίζεις που ξέχασες μέσα στο πανικό να πάρεις χαρτοπετσέτες με καμπανάκια και γκι (δεν πειράζει όμως κανείς δεν θα το προσέξει) και να στρώνεις το εορταστικό τραπέζι, και να απλώνεις τα μαγειρεμένα εκθέματα σου, και να ξεστρώνεις το εορταστικό τραπέζι, και να πέφτεις κατάκοπος στον καναπέ με φρικτό φούσκωμα και φρικτές καούρες και δυσπεψία και δυσεντερία και να θυμάσαι που σου το είχε πει ο γιατρός να μην το παρακάνεις φέτος στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι, και με τελευταία σου τη σκέψη, πως κάποιος θα πρέπει να κατεβάσει τα πολλά σκουπίδια, να γέρνεις στη λεκάνη για αναπάντεχες εξαγωγές.
Θερίσματα ζωής και ερώτων | Lebens und Liebesernten
Από τις Εκδόσεις Στίξις κυκλοφορεί το νέο βιβλίο του Νίκου Μυλόπουλου «Θερίσματα ζωής και ερώτων / Lebens und Liebesernten». Η έκδοση αυτή είναι μία ευτυχής συνάντηση δύο ποιητών. Η ποιήτρια και μεταφράστρια Κατερίνα Λιάτζουρα επέλεξε και μετέφρασε στα γερμανικά ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου. Όπως γράφει και στην Εισαγωγή ο Γιώργος Ρούσκας: «Η μεταφορά ενός έργου σε μία άλλη γλώσσα είναι από μόνη της σπουδαία υπόθεση, γιατί δίνει τη δυνατότητα στον ομιλούντα ή γνωρίζοντα τη μία από τις δύο να έχει πρόσβαση στην άλλη». Και προσθέτει: «Ποιήματα συχνά με δομή μικρού μονολόγου ή συμπυκνωμένου μονόπρακτου, με ένα ποιητικό υποκείμενο να μιλά για όλα, να αισθάνεται πεντακάθαρα τα τεκταινόμενα, με μνήμη αλώβητη».
Ο Νίκος Μυλόπουλος υπηρετεί την ποίηση με ειλικρίνεια και ευγένεια. Με βαθύ στοχασμό προσεγγίζει τον κόσμο που κάποιες φορές καταρρέει, όμως στο τέλος ανασυγκροτείται και προχωράει μπροστά. Δεν μένει στη μοναξιά του εαυτού του. Περνάει αβίαστα στο Εμείς, νιώθοντας αυτή τη μετάβαση σαν ανάγκη, σαν υποχρέωση και σαν κληρονομιά στους μεταγενέστερους.


