Κατερίνα Λιάτζουρα
Katharina Liatzoura
Λίγα λόγια
Γεννήθηκε το 1972 στην Στουτγκάρδη της Γερμανίας. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στην Πολιτιστική Διαχείριση από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Ζει στην Χαλκίδα και εργάζεται στην Μέση Εκπαίδευση Εύβοιας ως Φιλόλογος της Γερμανικής Γλώσσας. Είναι μέλος του PEN Ελλάδας.
Τα βιβλία μου
Εφ’ ενός γίγνεσθαι; 2
Παράδεισος
ακίνητη ήταν η γη και έτσι παραμένει
κι ας ήθελε ο Πτολεμαίος τον κόσμο
να γυρίσει και τον Παράδεισο
ως Ουρανό και ως Πύρρειο
με σφαίρες να γεμίσει εννιά
γύρω γύρω να πηγαίνουν ψυχές
γεμάτες να στροβιλίζονται
στις ομόκεντρες τροχιές τους.
Έλα, Βεατρίκη, πάρε κι εμένα
από το χέρι κι ας βαρύνει
εσένα η αμαρτία
της απόφασης
Αφού υποσχέσεις έδωσα και κράτησα και φιλοδοξίες και πράξεις αγάπης μπορεί και σοφίας, θρησκεία δεν θυμάμαι να υπερασπίστηκα μα ούτε και δίκαιους, οραματιστές και ευλογημένους, έχω ελπίδα, φίλη μου, να πάρω θέση στους Αγγέλους;
Τυφοειδής πυρετός [Nervenfieber]
κάποτε σταμάτησε αυτός ο θαυματουργός πολλαπλασιασμός του άρτου ίσως επειδή αρχίσαμε να θέτουμε ερωτήματα και συνεπώς ξεσκεπάσαμε το παραμύθι ως τέτοιο προσκρούσαμε πάνω στο έδαφος σε ελεύθερη πτώση από απελευθερωμένα κομμάτια δυο κορμιών συνεχώς απασχολημένα να θρέψουν τις δικές τους πληγές να παρεμποδίσουν να εισχωρήσει σκόνη κάτω από τους επιδέσμους φυματίωση
Κάποτε πρέπει να περπάτησα σε τρυφερό χορτάρι [Einmal muss ich über weiches Gras gelaufen sein]
Αφήνομαι στη κίνηση του τρένου να με λικνίσει πίσω στην πιθανότητα μιας παιδικής ηλικίας, σε μια παιδική ηλικία, που θα μπορούσε να είναι πιθανή, στην πιθανή ανάμνηση μιας γιαγιάς που αναμένει την άφιξη της μάνας μου και της δικής μου, που στέκει κοντά στο φράχτη, εδώ και ώρες, που έχει τελειώσει τις προετοιμασίες της, εδώ και ώρες. Στο τραπέζι της κουζίνας ένα σκούρο μπλε δοχείο από πορσελάνη γεμάτο αμυγδαλωτά, το Bortschtsch σιγοβράζει στο μάτι, αλμυρά αγγουράκια τουρσί στο αποθηκάκι, αποξηραμένα μανιτάρια, πατάτες, κρεμμύδια, σπιτικό ψωμί. Το πάτωμα της εισόδου είναι στρωμένο με μαλακά πατάκια, κιλίμια με ηλιοτρόπια και βολβοειδείς τρούλους στους τοίχους, στην κάμαρα, τον κύριο χώρο του σπιτιού, μια κορνιζαρισμένη φωτογραφία με τη μάνα κι εμένα. Πάνω στο ένα και μοναδικό κρεβάτι τα δώρα έτοιμα (η γιαγιά θα κοιμηθεί στο καμαράκι, παρόλο που η μάνα θα φέρει αντιρρήσεις): μια Ματριόσκα, η ομορφότερη που μπόρεσε η γιαγιά να ξετρυπώσει, παραδίπλα ένα κουκλάκι με ματάκια που ανοιγοκλείνουν, κεντημένα πουκάμισα, ένα ζακετάκι μάλλινο, τραπεζομάντιλα όπου αναρριχώνται λουλούδια, κεντημένα, σε πείσμα των παγω-μένων κρυστάλλινων σχημάτων στα παράθυρα, τις ατελείωτες, παγωμένες νύχτες του χειμώνα.
Η μυρωδιά του σπιτιού που αναδύεται από αντικείμενα, που την αναγνωρίζει ο καθένας που έχει επισκεφτεί, έστω και μια μόνο φορά, ξύλινο σπίτι στη Λευκορωσία, μια μυρωδιά που περιγράφεται μόνο μέσω των αντικειμένων. Η γιαγιά προσπάθησε να διώξει όλες τις μύγες έξω, έκλεισε τις κουρ-τίνες στα παράθυρα. Η κουρτίνα για μύγες στην εξώπορτα, τα πολύχρωμα κορδόνια με τις χάντρες κροταλίζουν από το ελαφρύ αεράκι. Ακούγονται οι κότες. Όταν κάθεσαι στην κουζίνα ακούγεται το σιγαλό βράσιμο της σούπας, ο σκύλος που τρέχει πέρα δώθε μέσα στο κλουβί του και μασουλάει ένα κόκκαλο. Το θρόισμα του υφάσματος σαν χαϊδεύει η γιαγιά το παιδί. Τόσο ήσυχα είναι που α-κούγεται το χάιδεμα.
Εγώ, θα είχα κρυφτεί πίσω από τη μάνα μου, θα περνάγανε λίγα δευτερόλεπτα έως ότου η γιαγιά να αγκαλιάσει την κόρη της, και των δυο θα τρέχανε δάκρυα στο πρόσωπο, κι εγώ δεν θα ήξερα τι να κάνω. Και έπειτα, μετά από αρκετή ώρα, η γιαγιά θα στρέφονταν προς τα μένα, και με προσοχή θα έπαιρνε το πρόσωπο μου στα τραχιά της χέρια, θα κούναγε το κεφάλι σαν να μην μπορούσε να πι-στέψει, ότι τώρα, ναι τώρα, μπορούσε να δει επιτέλους την εγγονή της.
Ποιήματα ανεμοδαρμένα | Poems adrift
Θλίψεις πολλές με κέρασες αιώνα
το είδος μου το εξευτέλισες
η οδύνη της τραγωδίας
η χαρά της τρομολαγνείας
δεν με εξευγένισε.
Δεν ανάρρωσα ακόμη
από την πολύμορφη κακοπάθεια.
Η βούληση μου ατόνησε.
Η σκέψη μου ναυάγησε.
Τα συναισθήματα μου νεκρώθηκαν.
Και συ ένστικτο που καγχάζεις,
πως δεν αποτεφρώνεσαι σε ψευδά μονοπάτια
άνοιξες διάπλατα πυρακτωμένα χαμόγελα
να καταχωνιάσεις σε χωράφι ανόργωτο
τον εαυτό μου.
Θα καταβοθρώσω τα πύρινα μέλη μου σε κερκόπορτα.
The battle of words | Η πάλη των λέξεων
Με αφορμή την Poetry Expo 23, ο οργανισμός του Versopolis –ό,τι πιο οργανωμένο στην ποίηση έχει να επιδείξει τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη– μας απηύθυνε κάλεσμα για να συμμετάσχουμε ως ένας κατεξοχήν εκδοτικός οίκος της ποίησης στην Ελλάδα. Έχοντας εκδώσει περισσότερες από 200 συλλογές Ελλήνων/Ελληνίδων ποιητών/ποιητριών και κοντά στις 150 συλλογές μεταφρασμένης ποίησης απ’ όλο τον κόσμο, από το 2012, ο πλούτος της backlist του εκδοτικού οίκου είναι μεγάλος και οι καλοί στίχοι εκατοντάδες – αν όχι χιλιάδες.
Σε συνεργασία με την ομάδα της Expo, διαμορφώσαμε το project «Η πάλη των λέξεων/The battle of words», με μια μικρή και στοχευμένη συλλογή ποιημάτων για τον πόλεμο, την κοινωνική αδικία, την ενδοοικογενειακή βία, την έμφυλη βία, την αστυνομική βία… την κάθε μορφή βίας, αλλά και τον ρατσισμό, την εξορία, τη διαφθορά στην πολιτική, την αδιαφορία της πολιτικής, την πείνα, την προσφυγιά, τους αγώνες για ένα καλύτερο μέλλον. Εντοπίσαμε ποιήματα 24 ποιητών και ποιητριών μας με κοινωνική ματιά, με κοινωνική κριτική, με κοινωνική καταγγελία.
Διαβάστε την ανθολογία εδώ
Να ευχαριστήσουμε τον Γιάννη Μακρόπουλο και την Αγγελική Δημοπούλου – χωρίς τον επαγγελματισμό τους δεν θα είχε πραγματοποιηθεί η ανθολογία. Τη Δήμητρα Χροναράκη για την άψογη συνεργασία στη μετάφραση των ποιημάτων. Τον Aleš Šteger και τον Aljaž Koprivnikar, τον ιθύνοντα νου του Versopolis και τον συντονιστή της Poetry Expo 23, που μας πρότειναν/παρότρυναν να φτιάξουμε αυτό το project – οι οποίοι είναι επίσης ποιητές μας.
Εκδόσεις Βακχικόν
Τα υπογείως ανεωχθέντα
Κουβαλώ στις πλάτες μου μια κούραση.
Την κούραση όλου του κόσμου.
Ένας κόσμος που διατείνεται
ότι χειρίζεται την αμφισβήτηση σαν ξίφος
και που διακατέχεται από μια και μόνο ιδέα
μήπως κάποια μέρα
η εγγύτητα του θανάτου
τον οδηγήσει στη δειλία της μεταστροφής.
Επιθύμησα έναν τάφο.
Ας είναι και από σκόνη.
Anthologie Junger Österreichischer Lyriker*innen | Ανθολογία Νέων Αυστριακών ποιητών
Φυσικά και είναι μεγάλος ο πειρασμός το να ερμηνεύουμε ποιήματα, και σε αυτόν τον πειρασμό δεν υποκύπτουν μόνο οι αναγνώστες. Όμως, δεν θα όφειλε η ποίηση να μιλά από μόνη της; Κατ’ επανάληψη, τα ποιήματα θεωρούνται μια προσπάθεια αυτών που γράφουν να έρθουν σε διάλογο με τον προϋπάρχοντα κόσμο για να τον καταστήσουν πιο κατανοητό και πιο υποφερτό. Αυτοί οι ανιχνευτές της ασάφειας, που αποσκοπούν στην ανάκτηση της σαφήνειας, αποτελούν βοηθήματα για τους αναγνώστες. Επιπλέον, αποτελούν προτάσεις συλλογισμού για εκείνους που, παράλληλα με τη συνήθης κενολογία των μέσων μαζικής ενημέρωσης, ενδεχομένως και να περιμένουν να αντιτάξουν τα δικά τους επιχειρήματα ή να συμφωνήσουν με αυτή. Αυτή η συμφωνία υποδηλώνει πως δεν είναι μονάχοι τους με τις απόψεις τους. Η παραδοχή αυτή βρίσκει επιβεβαίωση κατά την ατομική αναζήτηση για γνώση. Κανείς δεν θα έπρεπε να προσδοκά περισσότερα από τη λογοτεχνία.
από τον πρόλογο του Helmut Niederle
Σκοτεινός θάλαμος | 36 ποιητικές φωνές στα καρέ της Πένυ Δέλτα
Η θεά των όφεων
Ha-Va, δεν βλέπεις πως κινείται;
σε σπείρες τυλίγεται πάνω στη γη
γύρω απ’ τα αστέρια κουλουριάζεται
και αποκοιμιέται με τα 7 κεφάλια
πάνω στη ραχοκοκαλιά
Ha-Va, δεν ακούς που θέλει
πουκάμισα πλουμιστά ν’ ανταλλάξεις
με αντανακλάσεις;
Λένε πως όταν ξυπνά από χειμερία (πάντα) νάρκη
και έρπει στο άγνωστο και το ασύλληπτο
συριγμούς βγάζει για το απόλυτο
και το εντελώς ακατανόητο ενός δέντρου
που αντί για γνώση αντανακλά
Φως στο Σκότος, Φως του Σκότους
Ίσως σαν μεγαλώσεις κάποτε
-μέσα σε τούτους ή και τους άλλους τους αιώνες-
να σου πω για το πανάρχαιο εκείνο παραμύθι
για την Ουατζέτ, τη Ρέα και την Κυβέλη
και για σένα Ha-Va! Και για σένα!
Που με δυο φίδια στα χέρια και ολόγυμνα τα στήθη
πορεύτηκες εξ Αρχής
στου κόσμου το μέσα Σύμπαν
Ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης εξ ιδίων
Θανάσιμα ή συγγνωστά
τι σημασία όμως έχει;
αφότου εκείνος ο Θωμάς κατέγραψε
επτά ο Ακινάτης
αμαρτήματα μας κάρφωσαν
μάς κάρφωσαν αυτοί οι άλλοι
πατεράδες σε σταυρό
ανθρώπινο θνητό και αθάνατο
συνάμα ούτε που θυμάμαι
ετούτη την ιστορική
στιγμή αν πρόσβαλλαν
την μεταξύ ημών αγάπη
μήτε αυτήν προς τον πλησίον
μόνο προς εσένα εσένα εσένα
δεν όχι μα διόλου!
πρόδωσαν
όμως αυτή δεν είναι η φύση των συντρόφων; δεν στο ψιθυρίσανε πατέρα;
ένοχη να νιώσω και ενοχή; τύψεις και ερινύες; it’s ok!
αιωνίου κολάσεως όμως;
βαρύ βαρύ το πυρ
το εξώτερον έλεος
και συγχώρηση κι ίσως ένα ψήγμα από αγάπη, you know?
Πατέρα;
Χρησμός
στεφανώσου το χρησμό το διφορούμενο |είπε| και σταύρωσε εκείνους τους ταλαίπωρους χρυσαετούς στη μνήμη ή στον ομφαλό του μονάκριβου πατέρα τρέξε τρέξε στα άδυτα κοντά στη μάντισσα θεά σε εκείνη την ιέρεια με δάφνες πέλανο και άλλους θησαυρούς και αναθεμάτισε την τύχη του κόσμου την λοξή στην έκσταση σου πάνω γιατί κάθαρση ο κόσμος σου δεν πρόκειται να βρει αν δεν την αμφισημία των πραγμάτων πρώτα αγαπήσεις
Τα ποιήματα του 2020
[Καράμπαμπας ή ο πλάτανος]
Όταν πρωτοήρθα θέλησα να φυτέψω έναν πλάτανο. Ο βράχος άνυδρος και χέρσος. Γνωστοί, άγνωστοι ειδήμονες, γεωπόνοι και περαστικοί, συμπονούσαν για την εμμονή νεύοντας συγκαταβατικά το κεφάλι. «Τρέλα είναι θα της περάσει», λέγαν. Εγώ ανένδοτη. Κόντρα στο είθισται έκανα του κεφαλιού μου και έπραξα την επιθυμία. Δώδεκα χρόνια μετά, ο πλάτανος θέριεψε, ξεπέρασε τα άλλα δέντρα και λικνίζει περήφανος το ανάστημα του πια. Οι γνωστοί και οι άγνωστοι με ρωτούν πως και έγινε αυτό.
«Θαύμα θαύμα», τους απαντώ.
Μα δεν πρόκειται να πω
πως δίπλα στον βόθρο είναι μυστικό
να φυτεύεις προσδοκίες.
εκδόσεις βακχικόν, 2020


