Βιβλία

Για τον μεγάλο Gabo

Μπαλόνι κόκκινο

Ό,τι και να έκανε
τα νύχια δεν μαλάκωναν.
Ποδόλουτρα μαλάξεις λάδια αιθέρια έλαια
λίμες νυχοκόπτες εργαλεία τελευταίας τεχνολογίας.
Εκείνα εκεί.

άκαμπτα κα αγέρωχα

όπως τα χρόνια που κουβαλούσε πάνω του. Και
δεν ήταν και λίγα όσα έζησε.
Διαδρομές αναζητήσεις ερωτικοί σύντροφοι στην Ομόνοια
απώλειες υπαρξιακά διαδηλώσεις στην Πλατεία Συντάγματος
φεγγάρια ολόγιομα με ξεπλυμένες αντιφάσεις στον Λυκαβηττό
Και τώρα να τος με θολό βλέμμα και καταπονημένα τα οστά
με δόντια ατρόχιστα και στομωμένες σκέψεις
απολάμβανε [εν μέρει] τη φροντίδα.

Και τότε άρχισε.

να ξεχύνεται ένας χείμαρρος η πνοή
Και να γαβγίζει ασταμάτητα και να γρυλίζει από πόνο
Και να αλυχτά για τη ζωή που πέρασε
μπαλόνι κόκκινο.

Εκατό Είκοσι Φωνές

Κάπου στην Λωρίδα της Γάζας

Καμωμένη από προηγούμενες ζωές, ληγμένες
μέτρησε κύκλους ομόκεντρους να συσσωρεύονται
πάνω στο χώμα. Άκουγε από κάτω κραυγές.
Τους μήνες που το κόκκινο γινότανε το χρώμα της,
εκείνη ατένιζε πέρα
πάνω απ’ τα ερείπια και τους νεκρούς
πάνω απ’ τα συρματοπλέγματα.

 

Είπε: Από μικρή έμαθα να μην χάνω την σειρά μου. Κάθε που χάραζε απασφάλιζα τα παραθυρόφυλλα και χαιρετούσα με ευλάβεια τους νεκρούς που απόμειναν θαμμένοι. Έμαθα να γλείφω τις σκόνες απ’ τα χαλάσματα, να τρώω χώμα και σκυρόδεμα, και με δάκρυα να αφήνω σημάδια τ’ αποτύπωμα, εκείνοι τον δρόμο τους να βρούνε· πίσω σε με και κοντά μου. Κι όταν νύχτωνε και πάλι, με ματωμένες τις παλάμες χτυπούσα τα μάγουλα, μη τυχόν και ξεχαστώ· ο πόνος μη βρει τρόπο να ξεφύγει μέσα από το στόμα.

 

Έπειτα τ’ αποφάσισε.
Κοινώνησε φύκι και αλμύρα
κοινώνησε πατρίδα.

 

Η θάλασσα ήταν εύτροφη
το χρώμα της υγρό.

Εφ’ ενός γίγνεσθαι; 2

Παράδεισος

ακίνητη ήταν η γη και έτσι παραμένει

κι ας ήθελε ο Πτολεμαίος τον κόσμο

να γυρίσει και τον Παράδεισο

ως Ουρανό και ως Πύρρειο

με σφαίρες να γεμίσει εννιά

γύρω γύρω να πηγαίνουν ψυχές

γεμάτες να στροβιλίζονται

στις ομόκεντρες τροχιές τους.

 

Έλα, Βεατρίκη, πάρε κι εμένα

από το χέρι κι ας βαρύνει

εσένα η αμαρτία

της απόφασης

 

Αφού υποσχέσεις έδωσα και κράτησα και φιλοδοξίες και πράξεις αγάπης μπορεί και σοφίας, θρησκεία δεν θυμάμαι να υπερασπίστηκα μα ούτε και δίκαιους, οραματιστές και ευλογημένους, έχω ελπίδα, φίλη μου, να πάρω θέση στους Αγγέλους;

Ζαχαρωμένα βότσαλα | Überzuckerte Kieselsteine

Die Poesie müsse ein überzuckerter Kieselstein sein, meint der griechische Dichter Argyris Chionis, im Gedicht «Δ’» (Delta) aus dem Lyrikband «Nageltypen» (1978). Einerseits müsse sie einen erlösenden Ausweg und ein ästhetisches Vergnügen ans Herz legen und andererseits ein schmerzliches Kräftemessen hervorrufen, eine existenzielle Auseinandersetzung mit dem Wesentlichen oder auch mit dem Außerordentlichen. Die 25 Dichter und Dichterinnen, die ich in diesem Band angesammelt habe, fördern genau diese Poesie und bieten einen wertvollen Nachlass der Griechischen Lyrik der Gegenwart. In der Hoffnung, dass die Gedichte durch meine Übertragung in die deutsche Sprache, einen angemessenen Empfang beim deutschen Lesepublikum erringen werden, wünsche ich Ihnen viel Spaß beim Lesen.

 

Η ποίηση πρέπει να ‘ναι ζαχαρωμένο βότσαλο, γράφει ο μεγάλος Έλληνας ποιητής Αργύρης Χιόνης στο ποίημα του «Δ’» (Τύποι ήλων, 1978). Από την μια πρέπει να προσφέρει μια λυτρωτική διέξοδο και μια αισθητική απόλαυση και από την άλλη να προκαλεί μια επίπονη αναμέτρηση δυνάμεων, μια υπαρξιακή αναμέτρηση με το ουσιώδες ή και το άρρητο. Οι 25 ποιητές και ποιήτριες που ανθολόγησα σε τούτο τον τόμο, αναδεικνύουν ακριβώς αυτήν την ποίηση, προσφέροντας μια πολύτιμη παρακαταθήκη Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης. Με την ελπίδα ότι τα ποιήματα τους, μέσω της απόδοσης μου στη γερμανική γλώσσα, θα διεκδικήσουν αποδέκτες και στο γερμανόφωνο κοινό, σας εύχομαι καλή ανάγνωση.

Η κρεμμυδαποθήκη

Το κρύο είναι τσουχτερό απόψε.

Σε διαπερνά όπως ο κάθε Λαύκος, όπως ο κάθε θάνατος.

Η πλατεία σε αποχαιρέτησε στροβιλίζοντας

τα πλατανόφυλλα της. Στρώμα υπόκωφων ήχων

στο πέρασμα μου. Κάνει κρύο μέσα

στην εκκλησία. Είμαστε παγωμένες Κατίνα.

Η καμπάνα ηχεί πένθιμα. Ποια από τις δυο μας πεθαίνει;

Το χώμα μυρίζει μούχλα. Καιρό είχε να αεριστεί.

Να που ήρθε η ώρα. Για όλα έρχεται η γαμημένη η ώρα.

Τα κοράκια δεν βλέπουν την ώρα να αποδημήσουνε.

Το Πήλιο φόρεσε τα γιορτινά του.

Η μελέτη των ριζών [Wurzelstudien]

10. Μαΐου

Γερή. Χλωμή. Επιθυμία για. Φοβία για.

Μου φαίνεται πως είμαι ένας σπόρος λουλουδιού, που δεν κάνει να τον φυτέψεις πολύ κοντά σε άλλους σπόρους λουλουδιών.  Ή μάλλον, κάνει, μόνο που δεν έχω ανακαλύψει ακόμη κοντά σε ποιους. Μέχρι τώρα η μεταφύτευση ήταν απαραίτητη μετά από κάποια χρόνια.

Το να κατοικείς με παρέα σε μια γλάστρα, μου φαίνεται κάπως στενάχωρο. Αλλά ούτε και μόνη μου θα ήθελα να κατοικώ εκεί μέσα, αλλά ούτως ή άλλως δεν θέλω να κατοικώ σε γλάστρα!

Κάθομαι στο τρένο και περνάω δίπλα από χωράφια, χωράφια με γογγύλια, χωράφια με καλαμπόκια, χωράφια με παπαρούνες. Ούτε και σε χωράφι θέλω, παραείναι μονότονο. Σ’ ένα λιβάδι με λουλούδια; Πολύ διακοσμητικό. Στον κήπο του κυρίου Μπούχελ;

Σφαλίζω τα μάτια και ριζώνω στον κήπο του κυρίου Μπούχελ.

Η ποίηση ταξιδεύει εις Εύριπον

Ασύνειδα επιμένεις στην στερεότητα

των ουράνιων σχημάτων, επιμένεις

να δρασκελίσεις αμνήμονες

στιγμές και φριχτές συνειδήσεις

και κρυμμένη στο μισόφωτο

σαν πόρνη η λύτρωση

ανησυχεί μην ανιχνεύσεις

το ανθρώπινο της πρόσωπο

που υμνεί χαμηλόφωνα με λόγχες

σκεπάρνια και λόγιες κορώνες

το προφανές

που κατακλύζει ένα ποίημα

που διαμελίζει το θυμικό.

 

 

Ημερολόγιο 2026 – PEN Greece

Στην άκρη ενός κόσμου,
ένα παιδί-άνθρωπος φυτεύει σπόρους μέσα σε κονσερβοκούτια. Τους ποτίζει με λέξεις όπως «συμμετοχή», «φροντίδα», «δικαιοσύνη». Οι λέξεις βλασταίνουν, απλώνουν ρίζες μέσα από τις ρωγμές, αναρριχώνται, αγκαλιάζουν, στεριώνουν μες στο σύμπαν. Οι μεγάλοι-άνθρωποι γελούν, μα το παιδί ξέρει: κάθε φύλλο είναι ανάσα, κάθε ανάσα μια πράξη αντίστασης. Όταν φυσά ο άνεμος, οι λέξεις ψιθυρίζουν μεταξύ τους, υπερασπίζονται τη ζωή· για τον αέρα που μολύνεται, τις θάλασσες που στερεύουν, τα
ποτάμια που ξεραίνονται, για τα δέντρα που καίγονται, για τους ανθρώπους που διψούν για ένα καλύτερο αύριο. Και τότε: η πόλη σαν να μυρίζει βροχή και το τσιμέντο να γεμίζει χρώματα. Ο σπόρος φυτεύτηκε, ξεκίνησε η αλλαγή.

Θερίσματα ζωής και ερώτων | Lebens und Liebesernten

Από τις Εκδόσεις Στίξις κυκλοφορεί το νέο βιβλίο του Νίκου Μυλόπουλου «Θερίσματα ζωής και ερώτων / Lebens und Liebesernten». Η έκδοση αυτή είναι μία ευτυχής συνάντηση δύο ποιητών. Η ποιήτρια και μεταφράστρια Κατερίνα Λιάτζουρα επέλεξε και μετέφρασε στα γερμανικά ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου. Όπως γράφει και στην Εισαγωγή ο Γιώργος Ρούσκας: «Η μεταφορά ενός έργου σε μία άλλη γλώσσα είναι από μόνη της σπουδαία υπόθεση, γιατί δίνει τη δυνατότητα στον ομιλούντα ή γνωρίζοντα τη μία από τις δύο να έχει πρόσβαση στην άλλη». Και προσθέτει: «Ποιήματα συχνά με δομή μικρού μονολόγου ή συμπυκνωμένου μονόπρακτου, με ένα ποιητικό υποκείμενο να μιλά για όλα, να αισθάνεται πεντακάθαρα τα τεκταινόμενα, με μνήμη αλώβητη».

Ο Νίκος Μυλόπουλος υπηρετεί την ποίηση με ειλικρίνεια και ευγένεια. Με βαθύ στοχασμό προσεγγίζει τον κόσμο που κάποιες φορές καταρρέει, όμως στο τέλος ανασυγκροτείται και προχωράει μπροστά. Δεν μένει στη μοναξιά του εαυτού του. Περνάει αβίαστα στο Εμείς, νιώθοντας αυτή τη μετάβαση σαν ανάγκη, σαν υποχρέωση και σαν κληρονομιά στους μεταγενέστερους.

Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

Η ποίηση της Κατερίνας Λιάτζουρα, υπερρεαλιστική, με έντονους καταγγελτικούς τόνους αλλά και εκφράσεις οργής και αγανάκτησης, με εξομολογήσεις των διαψεύσεων αλλά και συναίσθηση της προσωπικής ευθύνης, αποζητά την ηθική (ποιητική και κοινωνική) και στηλιτεύει την πολιτιστική ελαφρότητα. (σελ. 393)

Ιστορίες πάθους και μαγειρικής

[… Μια κρεατομηχανή θα ήθελα, είπα και γύρισα την πλάτη μου καληνυχτίζοντας. Ναι, μια κρεατομηχανή θα ήθελα για δώρο επετείου. Αφού με ρώτησες, έχω το δικαίωμα να ζητήσω αυτό, που επιθυμώ περισσότερο από όλα τα δώρα του κόσμου. Ούτε κοσμήματα, ούτε ταξίδια. Ούτε λουλούδια, ούτε σοκολατάκια σε περίτεχνα κουτάκια. Μία κρεατομηχανή θα ήθελα, σαν αυτές που διαφημίζουν στη τηλεόραση. Αλέθουν λέει, όλα τα κομμάτια κρέατος και τα κάνουνε κιμά. Ναι, αυτή θέλω. Ένα μηχάνημα, όπου χώνεις ολόκληρα κομμάτια κρέατος και απ’ όπου βγαίνουν τέλεια στρογγυλοποιημένα σκουληκάκια. Τόσες και τόσες πολιτισμένες συζητήσεις κάναμε για το φαινόμενο του κρεοπώλη που βαριέται να αλέσει τον κιμά δύο και τρεις φορές. Το φρέσκο κρέας για να γίνει κιμάς, και ο κιμάς για να γίνει σουτζουκάκια, σαν αυτά της μανούλας μου, πρέπει να αλεστεί δύο και τρεις φορές, μου έλεγες, ενώ άστραφτε και βρόνταγε γύρω μου. Εντάξει, ας μην αδικήσω τον γάμο μας. Όλα άρχισαν να κατρακυλάνε, όταν θέλησα να σου φτιάξω το αγαπημένο σου φαγητό. …]

Κάποτε πρέπει να περπάτησα σε τρυφερό χορτάρι [Einmal muss ich über weiches Gras gelaufen sein]

Αφήνομαι στη κίνηση του τρένου να με λικνίσει πίσω στην πιθανότητα μιας παιδικής ηλικίας, σε μια παιδική ηλικία, που θα μπορούσε να είναι πιθανή, στην πιθανή ανάμνηση μιας γιαγιάς που αναμένει την άφιξη της μάνας μου και της δικής μου, που στέκει κοντά στο φράχτη, εδώ και ώρες, που έχει τελειώσει τις προετοιμασίες της, εδώ και ώρες. Στο τραπέζι της κουζίνας ένα σκούρο μπλε δοχείο από πορσελάνη γεμάτο αμυγδαλωτά, το Bortschtsch σιγοβράζει στο μάτι, αλμυρά αγγουράκια τουρσί στο αποθηκάκι, αποξηραμένα μανιτάρια, πατάτες, κρεμμύδια, σπιτικό ψωμί. Το πάτωμα της εισόδου είναι στρωμένο με μαλακά πατάκια, κιλίμια με ηλιοτρόπια και βολβοειδείς τρούλους στους τοίχους, στην κάμαρα, τον κύριο χώρο του σπιτιού, μια κορνιζαρισμένη φωτογραφία με τη μάνα κι εμένα. Πάνω στο ένα και μοναδικό κρεβάτι τα δώρα έτοιμα (η γιαγιά θα κοιμηθεί στο καμαράκι, παρόλο που η μάνα θα φέρει αντιρρήσεις): μια Ματριόσκα, η ομορφότερη που μπόρεσε η γιαγιά να ξετρυπώσει, παραδίπλα ένα κουκλάκι με ματάκια που ανοιγοκλείνουν, κεντημένα πουκάμισα, ένα ζακετάκι μάλλινο, τραπεζομάντιλα όπου αναρριχώνται λουλούδια, κεντημένα, σε πείσμα των παγω-μένων κρυστάλλινων σχημάτων στα παράθυρα, τις ατελείωτες, παγωμένες νύχτες του χειμώνα.

 

Η μυρωδιά του σπιτιού που αναδύεται από αντικείμενα, που την αναγνωρίζει ο καθένας που έχει επισκεφτεί, έστω και μια μόνο φορά, ξύλινο σπίτι στη Λευκορωσία, μια μυρωδιά που περιγράφεται μόνο μέσω των αντικειμένων. Η γιαγιά προσπάθησε να διώξει όλες τις μύγες έξω, έκλεισε τις κουρ-τίνες στα παράθυρα. Η κουρτίνα για μύγες στην εξώπορτα, τα πολύχρωμα κορδόνια με τις χάντρες κροταλίζουν από το ελαφρύ αεράκι. Ακούγονται οι κότες. Όταν κάθεσαι στην κουζίνα ακούγεται το σιγαλό βράσιμο της σούπας, ο σκύλος που τρέχει πέρα δώθε μέσα στο κλουβί του και μασουλάει ένα κόκκαλο. Το θρόισμα του υφάσματος σαν χαϊδεύει η γιαγιά το παιδί. Τόσο ήσυχα είναι που α-κούγεται το χάιδεμα.

 

Εγώ, θα είχα κρυφτεί πίσω από τη μάνα μου, θα περνάγανε λίγα δευτερόλεπτα έως ότου η γιαγιά να αγκαλιάσει την κόρη της, και των δυο θα τρέχανε δάκρυα στο πρόσωπο, κι εγώ δεν θα ήξερα τι να κάνω. Και έπειτα, μετά από αρκετή ώρα, η γιαγιά θα στρέφονταν προς τα μένα, και με προσοχή θα έπαιρνε το πρόσωπο μου στα τραχιά της χέρια, θα κούναγε το κεφάλι σαν να μην μπορούσε να πι-στέψει, ότι τώρα, ναι τώρα, μπορούσε να δει επιτέλους την εγγονή της.

Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες | Wörter spitz wie Nägel

Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες ο τίτλος τούτης εδώ της δίγλωσσης ανθολογίας Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης. Τίτλος που δεν επιλέχτηκε απερίσκεπτα ή τυχαία. Εμπνευσμένος είναι ο τίτλος από το ποίημα Ποιητική του Μανόλη Αναγνωστάκη, να μας θυμίζει πως η ποίηση οφείλει να χρησιμοποιεί λέξεις που να καρφώνονται στο χαρτί, να καρφώνονται στη γλώσσα, στο νου και στην καρδιά. Αυτές ήταν οι σκέψεις μου όταν άρχισα να καταπιάνομαι με την μελέτη της Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης. Γιατί ναι, έχουν περάσει από την ελληνική ποιητική σκηνή, από την Αρχαιότητα ως και την Μεταπολίτευση, ονόματα τρανά, παγκοσμίως αναγνωρισμένα, αφήνοντας αμύθητα ποιητικά κληροδοτήματα στους νεότερους. Αλλά σταμάτησε η ποιητική παραγωγή άραγε εκεί; Δεν έχουμε ποιητικές φωνές, στα πιο πρόσφατα χρόνια, στην σύγχρονη, την σημερινή εποχή, στον 21ο αιώνα, που να καρφώνουν τις λέξεις τους σαν πρόκες; Και αφού το ερώτημα δεν είναι ρητορικό, απαντώ με μια λέξη-πρόκα: όχι! Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Οι ελληνικές ποιητικές φωνές και έχουν να πουν και θέλουν να μιλήσουν. Και έχουν να μοιραστούν και θέλουν να επικοινωνήσουν. Και είναι πολλές που όλο και πληθαίνουν που όλο και δυναμώνουν.

Λευκοί Νάνοι

και έπειτα∙

 

με τούτο δω το ποίημα
δεν θα διεκδικήσω καμιά πρωτοτυπία
για μένα, τον Μαμωνά και τη malaise du siècle∙
σαδιστική εξάλλου ήταν πάντοτε
η φλέβα του ειδώλου
σαν αντάμωνε το μαύρο με τον χρυσό
και το θειάφι με το φυτίλι
ντενεκέδες κοσμοκαλόγεροι, Εαυτούληδες της πόλης
ζυγίζουν νευρόσπαστα τη νοερή αξία
μέσα στην ασάφεια του χρόνου
και πυκνώνουν και πυκνώνουν ολοένα
στα πέπλα της αρένας

 

Πάμπολλες οι αλήθειες, κι εσύ δεν γνώρισες καμία;
Γιγαντώθηκες στη λογική, ποιο να’ ναι το σημάδι;

 

Στον πύργο της Βαβέλ σκαρφάλωσες
στον ουρανό και στον βωμό
και πιο πάνω και πιο πάνω και όλο πιο πάνω θέλησες
την πτώση να αποφύγεις

 

μα, εκείνο το φρούτο άλλοτε, μήλο κόκκινο δεν ήταν;

Μικρή ανθολογία για την ποίηση

Σιωπηλά έρχεται 

Σιωπηλά έρχεται και ανυποψίαστα
γωνιές να κατακτήσει και σκοτεινά σημεία
σέρνεται και απλώνεται
και απαιτεί μερίδιο
από του μυαλού τον χρόνο·
άλλοτε στο σούρουπο όταν η σκέψη γαληνεύει
και άλλοτε με τις πρώτες φωτεινές αχτίδες

 

Τις περισσότερες όμως φορές
ορμά σαν Έχιδνα
στου ύπνου την ηρεμία·
τότε που η έμπνευση ονειρεύεται
τις μελωδίες των λέξεων
και θέλει να θωπεύσει
όλου του κόσμου τις γραφές
μυστικά και αλλόθρησκα
τα γράμματα να ενώσει·
εκείνη ορμά και γεννοβολά
Χίμαιρες, Κέρβερους και Λερναίες Ύδρες
μεγαλώνει και θεριεύει
και άλλα αλλόκοτα πλάσματα
και την επομένη αγνώριστη πια
θα έχει γίνει
ακόμη ένα ποίημα

 

Ο πατέρας έφυγε

Η χαρουπιά

Πάλι τον συνάντησα, εκεί, στο αγαπημένο του σημείο. Στην είσοδο του χωριού. Καθισμένο στο «θρόνο» του, όπως αποκαλούσε το αυτοσχέδιο σκαμνί που ο ίδιος είχε κατασκευάσει. Κάτω από τη χαρουπιά που μετρούσε πλέον πάνω από μισό αιώνα ζωής. Από μικρό παιδί την επισκέπτονταν, μια να τη ποτίσει και να τη φιλέψει φλούδες από φρούτα και ζαρζαβάτια και μια να την ευχαριστήσει, που την είχε συντροφιά. Και κάθονταν στις ρίζες της τότε και της ψιθύριζε λόγια τρυφερά κι εκείνη τον ευχαριστούσε για τα κεράσματα και τις καλές κουβέντες και λικνίζονταν παιχνιδιάρικα πέρα δώθε, και όλο θρόιζε με το πυκνό της φύλλωμα. Εκεί λοιπόν στον θρόνο του, με μια μαγκούρα ανάμεσα στα πόδια και τα χέρια ακουμπισμένα πάνω της, αφουγκράζονταν τους ήχους. Γιατί ήχους, όπως έλεγε, κατείχαν όλα τα πλάσματα της φύσης κι όχι μόνο εκείνα, που ο θεός τα αντάμειψε με τη λαλιά. Και τα λουλούδια και τα χορτάρια είχανε φωνή. Πόσο μάλλον τα δέντρα, όπως ετούτη δω η χαρουπιά, που χειμώνα καλοκαίρι του μίλαγε, κουνώντας τα φύλλα της, κι ας μην άρθρωνε λέξεις κατανοητές στων ανθρώπων το αυτί. Εκεί στην είσοδο του χωριού, άκουγε το θρόισμα των φύλλων της χαρουπιάς, που άλλοτε γλυκομίλητα του μετέφερε μηνύματα και άλλοτε με μένος και οργή του ούρλιαζε τα μαντάτα του κόσμου. Και εκείνος δεν της απάνταγε ποτέ, δεν ανταποκρίνονταν στα παράξενα ετούτα τα καμώματα, μόνο χαμογελούσε κάποιες φορές και άλλοτε αναστέναζε βαθιά, αλλάζοντας πλευρό στο μάγουλο και στο αυτί, που της έδινε προσοχή. Στις άπνοες μέρες πάλι, βυθίζονταν και οι δυο τους στη σιωπή. Όλα αυτά τα χρόνια μόνο μια φορά, θυμάμαι, να χάλασε τη στάση του κορμιού του και να άνοιξε τα μάτια του, ψάχνοντας της χαρουπιάς την ψυχή, να επιβεβαιώσει την είδηση, που μόλις τώρα του μήνυσε εκείνη λυπημένη. Πνίγηκα, λέει, στα μαύρα νερά της Μεσογείου. Ο πατέρας αναρίγησε, τραντάχτηκε σύγκορμος, σαν να ήθελε να αποτινάξει το κακό μα και αμέσως πάλι, σφάλισε τα θολά του μάτια και ακούμπησε το μάγουλο στα χέρια πάνω στη μαγκούρα. Κάτι παιχνίδια, σκέφτηκε, που κάνει ο αγέρας και νομίζεις πως έχει λαλιά η χαρουπιά. «Αύριο θα φέρω το πριόνι» γύρισε και πρώτη φορά της μίλησε.