Κάποτε πρέπει να περπάτησα σε τρυφερό χορτάρι [Einmal muss ich über weiches Gras gelaufen sein]

Back
Share

Αφήνομαι στη κίνηση του τρένου να με λικνίσει πίσω στην πιθανότητα μιας παιδικής ηλικίας, σε μια παιδική ηλικία, που θα μπορούσε να είναι πιθανή, στην πιθανή ανάμνηση μιας γιαγιάς που αναμένει την άφιξη της μάνας μου και της δικής μου, που στέκει κοντά στο φράχτη, εδώ και ώρες, που έχει τελειώσει τις προετοιμασίες της, εδώ και ώρες. Στο τραπέζι της κουζίνας ένα σκούρο μπλε δοχείο από πορσελάνη γεμάτο αμυγδαλωτά, το Bortschtsch σιγοβράζει στο μάτι, αλμυρά αγγουράκια τουρσί στο αποθηκάκι, αποξηραμένα μανιτάρια, πατάτες, κρεμμύδια, σπιτικό ψωμί. Το πάτωμα της εισόδου είναι στρωμένο με μαλακά πατάκια, κιλίμια με ηλιοτρόπια και βολβοειδείς τρούλους στους τοίχους, στην κάμαρα, τον κύριο χώρο του σπιτιού, μια κορνιζαρισμένη φωτογραφία με τη μάνα κι εμένα. Πάνω στο ένα και μοναδικό κρεβάτι τα δώρα έτοιμα (η γιαγιά θα κοιμηθεί στο καμαράκι, παρόλο που η μάνα θα φέρει αντιρρήσεις): μια Ματριόσκα, η ομορφότερη που μπόρεσε η γιαγιά να ξετρυπώσει, παραδίπλα ένα κουκλάκι με ματάκια που ανοιγοκλείνουν, κεντημένα πουκάμισα, ένα ζακετάκι μάλλινο, τραπεζομάντιλα όπου αναρριχώνται λουλούδια, κεντημένα, σε πείσμα των παγω-μένων κρυστάλλινων σχημάτων στα παράθυρα, τις ατελείωτες, παγωμένες νύχτες του χειμώνα.

 

Η μυρωδιά του σπιτιού που αναδύεται από αντικείμενα, που την αναγνωρίζει ο καθένας που έχει επισκεφτεί, έστω και μια μόνο φορά, ξύλινο σπίτι στη Λευκορωσία, μια μυρωδιά που περιγράφεται μόνο μέσω των αντικειμένων. Η γιαγιά προσπάθησε να διώξει όλες τις μύγες έξω, έκλεισε τις κουρ-τίνες στα παράθυρα. Η κουρτίνα για μύγες στην εξώπορτα, τα πολύχρωμα κορδόνια με τις χάντρες κροταλίζουν από το ελαφρύ αεράκι. Ακούγονται οι κότες. Όταν κάθεσαι στην κουζίνα ακούγεται το σιγαλό βράσιμο της σούπας, ο σκύλος που τρέχει πέρα δώθε μέσα στο κλουβί του και μασουλάει ένα κόκκαλο. Το θρόισμα του υφάσματος σαν χαϊδεύει η γιαγιά το παιδί. Τόσο ήσυχα είναι που α-κούγεται το χάιδεμα.

 

Εγώ, θα είχα κρυφτεί πίσω από τη μάνα μου, θα περνάγανε λίγα δευτερόλεπτα έως ότου η γιαγιά να αγκαλιάσει την κόρη της, και των δυο θα τρέχανε δάκρυα στο πρόσωπο, κι εγώ δεν θα ήξερα τι να κάνω. Και έπειτα, μετά από αρκετή ώρα, η γιαγιά θα στρέφονταν προς τα μένα, και με προσοχή θα έπαιρνε το πρόσωπο μου στα τραχιά της χέρια, θα κούναγε το κεφάλι σαν να μην μπορούσε να πι-στέψει, ότι τώρα, ναι τώρα, μπορούσε να δει επιτέλους την εγγονή της.

Μετά τον αιφνίδιο θάνατο της μητέρας της, ο πατέρας εγκαταλείπει τη Μάγια, μικρό παιδί ακόμη, στο σπίτι μιας μακρινής θείας, σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό. Εκεί, η Μάγια ξεμαθαίνει ολότελα τη μητρική της γλώσσα, και όταν αρχίζει να ερευνά το παρελθόν της, είναι στην πραγματικότητα πολύ αργά. Δεν θυμάται σχεδόν τίποτα από τη Λευκορωσίδα μάνα της, ούτε και από τον πατέρα που την εγκατέλειψε.

Νεαρή γυναίκα πια, ερωτεύεται τον Έριχ και μετακομίζει μαζί του στην πόλη. Εκεί θα γνωρίσει τον Μπερτ, για τον οποίο τρέφει έντονα αισθήματα. Μα η απουσία της γλώσσας και τα ανείπωτα μυστικά δεν την αφήνουν ούτε εκεί να ησυχάσει. Μαζί με την κορούλα της, Άνια, ξεκινά ένα ταξίδι αναζήτησης της χαμένης της καταγωγής.

Η Καρολίνα Σούτι περιγράφει σε σαφή γλώσσα, που γίνεται αντιληπτή με όλες τις αισθήσεις, και με προτάσεις υψηλής ατμοσφαιρικής πυκνότητας, την ασυνήθιστη ιστορία μιας νεαρής γυναίκας, για την οποία η απώλεια μνήμης και η αποσιώπηση των γεγονότων δεν έχουν τον τελευταίο λόγο.

Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2015

κυκλοφορεί από τις εκδόσεις βακχικόν, 2022

Κριτικές & Παρουσιάσεις