Κατερίνα Λιάτζουρα
Katharina Liatzoura
Λίγα λόγια
Γεννήθηκε το 1972 στην Στουτγκάρδη της Γερμανίας. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στην Πολιτιστική Διαχείριση από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Ζει στην Χαλκίδα και εργάζεται στην Μέση Εκπαίδευση Εύβοιας ως Φιλόλογος της Γερμανικής Γλώσσας. Είναι μέλος του PEN Ελλάδας.
Τα βιβλία μου
Θερίσματα ζωής και ερώτων | Lebens und Liebesernten
Από τις Εκδόσεις Στίξις κυκλοφορεί το νέο βιβλίο του Νίκου Μυλόπουλου «Θερίσματα ζωής και ερώτων / Lebens und Liebesernten». Η έκδοση αυτή είναι μία ευτυχής συνάντηση δύο ποιητών. Η ποιήτρια και μεταφράστρια Κατερίνα Λιάτζουρα επέλεξε και μετέφρασε στα γερμανικά ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου. Όπως γράφει και στην Εισαγωγή ο Γιώργος Ρούσκας: «Η μεταφορά ενός έργου σε μία άλλη γλώσσα είναι από μόνη της σπουδαία υπόθεση, γιατί δίνει τη δυνατότητα στον ομιλούντα ή γνωρίζοντα τη μία από τις δύο να έχει πρόσβαση στην άλλη». Και προσθέτει: «Ποιήματα συχνά με δομή μικρού μονολόγου ή συμπυκνωμένου μονόπρακτου, με ένα ποιητικό υποκείμενο να μιλά για όλα, να αισθάνεται πεντακάθαρα τα τεκταινόμενα, με μνήμη αλώβητη».
Ο Νίκος Μυλόπουλος υπηρετεί την ποίηση με ειλικρίνεια και ευγένεια. Με βαθύ στοχασμό προσεγγίζει τον κόσμο που κάποιες φορές καταρρέει, όμως στο τέλος ανασυγκροτείται και προχωράει μπροστά. Δεν μένει στη μοναξιά του εαυτού του. Περνάει αβίαστα στο Εμείς, νιώθοντας αυτή τη μετάβαση σαν ανάγκη, σαν υποχρέωση και σαν κληρονομιά στους μεταγενέστερους.
Αποκαΐδια ηθικής
Κουβαλώ στις πλάτες μου μια κούραση.
Την κούραση όλου του κόσμου.
Ένας κόσμος που διατείνεται
ότι χειρίζεται την αμφισβήτηση σαν ξίφος
και που διακατέχεται από μια και μόνο ιδέα
μήπως κάποια μέρα
η εγγύτητα του θανάτου
Τον οδηγήσει στη «δειλία της μεταστροφής».
Επιθύμησα έναν τάφο.
Έστω από σκόνη.
Τα Άνθη του Καπνού | Εικαστικές Τέχνες & Ποίηση
Εκμέκ καβγατζή
Στη διασταύρωση με την Ανατολή
-ένα τσιγάρο δρόμος-
το χώμα ξαναστρώνεται
(Μπασμάς, Μπασί μπαγλί, Καπά Κουλάκ)
κάτω από την πάνινη ποδιά
μπροστά απ’ το ψάθινο πανέρι
διπλωμένες καταγής
οι χαρακιές των χεριών, χαραγματιές στα πρόσωπα
οι χαραματιές των ζυμώσεων, σιωπές στα πνευμόνια
αρμαθιές, παστάλιασμα και στου σαμαρτζή το αρκαλίκι
Νεύρα διαπερνούν τα φύλλα του καπνού
αποξηραμένα, κίτρινα
νεύρα και τους καπνεργάτες
Όμως αυτά, τα δεύτερα
ερεθισμένα είναι, κόκκινα
σαν το αποτύπωμα
μιας καύτρας πάνω στο δέρμα
ή πάνω στην άσφαλτο
ενός νεκρού το αίμα
Βελονιές κεντήματα οι μόχθοι
μα, τα καπνά δεν γνώρισαν γλώσσα ή θεό
Ένα είναι το χαρμάνι τους, ένα κι τ’ άρωμα τους
Κι ας έκλαψες μάνα το σπουργίτι
κι ας έγραψε ο ποιητής το ποίημα
Από τον πλούτο ξεφύτρωσε ο καπνός
από την φτώχεια η θυσία
Σημείωση: “Εκμέκ καβγατζή” σημαίνει “Ο καβγάς για το ψωμί”. Έτσι ονομάστηκε η μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση και η εξέγερση των καπνεργατών που πραγματοποιήθηκε το 1896 στην Καβάλα.
Άνθεα -Εγχώρια και εξωτικά | Ποιητικό Ανθο-λόγιο
ΒΙΟΛΕΤΑ Ή ΜΕΝΕΞΕΣ της Κατερίνας Λιάτζουρα
Εκείνο το πρωινό ένιωσε κουρασμένη·
ένιωσε ανηφορίζοντας στα ρουθούνια
την μυρωδιά του θανάτου
Με τον ήλιο πάνω
στα θαμπωμένα βλέφαρα
μέτρησε δαχτυλίδια
χρόνια συσσωρευμένα
σε ομόκεντρους κύκλους
Ένα μπάλωμα ανάμεσα σε δυο άκρες
μια βελονιά πάνω στο κενό
Πάνω στο ματωμένο λείψανο
στάθηκαν λευκές πεταλούδες
Λευκά σημαιάκια τα φτερά τους
Η μία έμεινε για πάντα εκεί
άφησε το αποτύπωμα της στο ξύλο
Μια άλλη χόρεψε μπροστά στα χείλη
που κόβουν βιολετιά λουλούδια
Η άλλη φτεροκόπησε στον άνεμο
πάνω από τις πλαγιές του λόφου
Η πιο μικρή πέταξε κοντά στα μάτια
Κοίταξε πέρα απ’ αυτά
με βλέμμα μαθημένο στον ουρανό
Έκλεισε τα μάτια·
δεν έπρεπε να καταλήξουν ραμφισμένα
από κοράκια
ΙΒΙΣΚΟΣ ΑΪΤΗ της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου
«κι αν δεν κοιμηθείς, ο κάβουρας σε φάει»
«Dodo ti pitit manman»,
παραδοσιακό νανούρισμα της Αϊτής
Μαύροι ιβίσκοι με αριθμό στα πέταλα
Που είναι τα παιδιά;
Χαμένα σε ποιαν ήπειρο; ποια χώρα;
ποιο ορφανοτροφείο; ποιο δρόμο;
χωρίς μητέρα, πατέρα, πατρίδα
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό,
χωρίς τη γλώσσα την παλιά,
σκλάβοι, Restavék
Θέλω τον ιβίσκο τον rose kayenn
όχι τα κόκκινα ζαχαρωτά
που μου τα δίνουν ξένοι
που μου αφαιρούν τη ζεστασιά
που με γδύνουν από ό,τι αγνό
που με κάνουν δούλο τους ξανά
θέλω το νανούρισμα του κάβουρα,
να τον βάλεις στο καζάνι,
τραγούδησέ μου, γιαγιά, πάλι
με τον Χούνγκαν και τη Μάμπο,
να ξεκουραστώ
Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες | Wörter spitz wie Nägel
Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες ο τίτλος τούτης εδώ της δίγλωσσης ανθολογίας Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης. Τίτλος που δεν επιλέχτηκε απερίσκεπτα ή τυχαία. Εμπνευσμένος είναι ο τίτλος από το ποίημα Ποιητική του Μανόλη Αναγνωστάκη, να μας θυμίζει πως η ποίηση οφείλει να χρησιμοποιεί λέξεις που να καρφώνονται στο χαρτί, να καρφώνονται στη γλώσσα, στο νου και στην καρδιά. Αυτές ήταν οι σκέψεις μου όταν άρχισα να καταπιάνομαι με την μελέτη της Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης. Γιατί ναι, έχουν περάσει από την ελληνική ποιητική σκηνή, από την Αρχαιότητα ως και την Μεταπολίτευση, ονόματα τρανά, παγκοσμίως αναγνωρισμένα, αφήνοντας αμύθητα ποιητικά κληροδοτήματα στους νεότερους. Αλλά σταμάτησε η ποιητική παραγωγή άραγε εκεί; Δεν έχουμε ποιητικές φωνές, στα πιο πρόσφατα χρόνια, στην σύγχρονη, την σημερινή εποχή, στον 21ο αιώνα, που να καρφώνουν τις λέξεις τους σαν πρόκες; Και αφού το ερώτημα δεν είναι ρητορικό, απαντώ με μια λέξη-πρόκα: όχι! Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Οι ελληνικές ποιητικές φωνές και έχουν να πουν και θέλουν να μιλήσουν. Και έχουν να μοιραστούν και θέλουν να επικοινωνήσουν. Και είναι πολλές που όλο και πληθαίνουν που όλο και δυναμώνουν.
Τα υπογείως ανεωχθέντα
Κουβαλώ στις πλάτες μου μια κούραση.
Την κούραση όλου του κόσμου.
Ένας κόσμος που διατείνεται
ότι χειρίζεται την αμφισβήτηση σαν ξίφος
και που διακατέχεται από μια και μόνο ιδέα
μήπως κάποια μέρα
η εγγύτητα του θανάτου
τον οδηγήσει στη δειλία της μεταστροφής.
Επιθύμησα έναν τάφο.
Ας είναι και από σκόνη.
Κάποτε πρέπει να περπάτησα σε τρυφερό χορτάρι [Einmal muss ich über weiches Gras gelaufen sein]
Αφήνομαι στη κίνηση του τρένου να με λικνίσει πίσω στην πιθανότητα μιας παιδικής ηλικίας, σε μια παιδική ηλικία, που θα μπορούσε να είναι πιθανή, στην πιθανή ανάμνηση μιας γιαγιάς που αναμένει την άφιξη της μάνας μου και της δικής μου, που στέκει κοντά στο φράχτη, εδώ και ώρες, που έχει τελειώσει τις προετοιμασίες της, εδώ και ώρες. Στο τραπέζι της κουζίνας ένα σκούρο μπλε δοχείο από πορσελάνη γεμάτο αμυγδαλωτά, το Bortschtsch σιγοβράζει στο μάτι, αλμυρά αγγουράκια τουρσί στο αποθηκάκι, αποξηραμένα μανιτάρια, πατάτες, κρεμμύδια, σπιτικό ψωμί. Το πάτωμα της εισόδου είναι στρωμένο με μαλακά πατάκια, κιλίμια με ηλιοτρόπια και βολβοειδείς τρούλους στους τοίχους, στην κάμαρα, τον κύριο χώρο του σπιτιού, μια κορνιζαρισμένη φωτογραφία με τη μάνα κι εμένα. Πάνω στο ένα και μοναδικό κρεβάτι τα δώρα έτοιμα (η γιαγιά θα κοιμηθεί στο καμαράκι, παρόλο που η μάνα θα φέρει αντιρρήσεις): μια Ματριόσκα, η ομορφότερη που μπόρεσε η γιαγιά να ξετρυπώσει, παραδίπλα ένα κουκλάκι με ματάκια που ανοιγοκλείνουν, κεντημένα πουκάμισα, ένα ζακετάκι μάλλινο, τραπεζομάντιλα όπου αναρριχώνται λουλούδια, κεντημένα, σε πείσμα των παγω-μένων κρυστάλλινων σχημάτων στα παράθυρα, τις ατελείωτες, παγωμένες νύχτες του χειμώνα.
Η μυρωδιά του σπιτιού που αναδύεται από αντικείμενα, που την αναγνωρίζει ο καθένας που έχει επισκεφτεί, έστω και μια μόνο φορά, ξύλινο σπίτι στη Λευκορωσία, μια μυρωδιά που περιγράφεται μόνο μέσω των αντικειμένων. Η γιαγιά προσπάθησε να διώξει όλες τις μύγες έξω, έκλεισε τις κουρ-τίνες στα παράθυρα. Η κουρτίνα για μύγες στην εξώπορτα, τα πολύχρωμα κορδόνια με τις χάντρες κροταλίζουν από το ελαφρύ αεράκι. Ακούγονται οι κότες. Όταν κάθεσαι στην κουζίνα ακούγεται το σιγαλό βράσιμο της σούπας, ο σκύλος που τρέχει πέρα δώθε μέσα στο κλουβί του και μασουλάει ένα κόκκαλο. Το θρόισμα του υφάσματος σαν χαϊδεύει η γιαγιά το παιδί. Τόσο ήσυχα είναι που α-κούγεται το χάιδεμα.
Εγώ, θα είχα κρυφτεί πίσω από τη μάνα μου, θα περνάγανε λίγα δευτερόλεπτα έως ότου η γιαγιά να αγκαλιάσει την κόρη της, και των δυο θα τρέχανε δάκρυα στο πρόσωπο, κι εγώ δεν θα ήξερα τι να κάνω. Και έπειτα, μετά από αρκετή ώρα, η γιαγιά θα στρέφονταν προς τα μένα, και με προσοχή θα έπαιρνε το πρόσωπο μου στα τραχιά της χέρια, θα κούναγε το κεφάλι σαν να μην μπορούσε να πι-στέψει, ότι τώρα, ναι τώρα, μπορούσε να δει επιτέλους την εγγονή της.
Στο Ξάφνιασμα της Ομορφιάς
Ω Τσαρλς,
απλώνεις το χέρι και πιάνεσαι από μια λέξη
κάθεσαι στον ήλιο, μιλάς μιλάς καπνίζεις και πίνεις και αναρωτιέσαι:
μια λέξη που να μην ειπώθηκε;
και διαβάζεις και ξαναδιαβάζεις και σημειώνεις και τσαλακώνεις
μια σελίδα για να θυμηθείς μετά από χρόνια
ότι εδώ κάτι ήθελες
να θυμηθείς αλλά τώρα;
πια δεν θυμάσαι και αναρωτιέσαι:
μια λέξη που να μην ειπώθηκε;
διαβάζεις δυνατά τη λέξη, εκείνη που δεν ειπώθηκε, και την βάζεις πίσω
από την άλλη και την άλλη, και την άλλη που επίσης δεν ειπώθηκε· εις βάθος
μελετάς την κάθε μία λέξη στο εξώφυλλο
στο ψυγείο
στο μπουκάλι
στο ποίημα
στο ποίημα;
ποίημα;
και μελετάς τη λέξη στο βάθος, τη λέξη στο εξώφυλλο και στο ψυγείο, τη λέξη στο μπουκάλι, στο μπουκάλι στο χέρι, στο χέρι του Τσαρλς
και αναρωτιέσαι: ποια λέξη δεν ειπώθηκε;
και το μυαλό αρχίζει
να θολώνει και η σκέψη
αρχίζει να ξεμακραίνει και ο Τσαρλς
να επιμένει
να κρατά το μπουκάλι με τη λέξη·
και η λέξη να παραμένει άφαντη
και το ποίημα να παραμένει άφαντο
και ο Τσάρλς κι εγώ άφαντοι
και η λέξη, η λέξη αυτή που δεν ειπώθηκε και αυτή! και η λέξη! και η λέξη αυτή που δεν ειπώθηκε κι αυτή παραμένει άφαντη!
και να!
εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση
6ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Πάτρας 2023 | 6th Patras World Poetry Festival 2023
Δελτίο Ειδήσεων
Ραμμένα στόματα εκκενωμένα βλέμματα καμένες ψυχές ανθρώπινα ναυάγια χαμένες γενιές δακρυσμένα μάτια ματωμένα πόδια ανέλπιδοι ώμοι παλάμες πληγωμένες από των ανθρώπων τα καρφιά.
Υπομονή, καρτερικότητα.
Εμπόλεμες ζώνες πουλημένες πατρίδες εξαργυρωμένες ελπίδες φιλεύσπλαχνοι αλληλέγγυοι ζωντανοί ανταποκριτές ακατανόητες ηθικές αξίες επαναπροσδιορισμένες ευρωπαϊκές πολιτικές βαθύπλουτα εμβάσματα στο Panama συσσίτια και ξέχειλη φιλανθρωπιά αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες κοινωνίες αυτόχειρες και τρομοκρατίες.
«The borders are closed».
Τι δεν καταλαβαίνετε;
Κι όμως τα βρέφη γεράσανε πρόωρα.
Κυρτώσανε οι ράχες τους
καμπούριασε η ελπίδα.
ποίημα από την συλλογή «Αποκαΐδια ηθικής» (εκδόσεις Βακχικόν, 2017), μετάφραση Μαργαρίτα Παπαγεωργίου
Newscast
Sewn mouths shut evacuated eyes burnt souls human wrecks lost generations tearful eyes bloody feet hopeless shoulders palms wounded by people’s nails.
Patience, stiff upper lip.
War zones sold homelands redeemed hopes compassionate solidary living correspondents incomprehensible moral values redefined European politics fabulously rich remittances to Panama charity handouts overflowing philanthropy developed and developing societies suicides and terrorists.
«The borders are closed».
Don’t you get it?
Yet the babies grew old prematurely.
Their back hunched
hope humped.
poem from the book «Ethic’s cinders» (Vakxikon Publications, 2017) Translated in English by Margarita Papageorgiou
Η ποίηση ταξιδεύει εις Εύριπον
Ασύνειδα επιμένεις στην στερεότητα
των ουράνιων σχημάτων, επιμένεις
να δρασκελίσεις αμνήμονες
στιγμές και φριχτές συνειδήσεις
και κρυμμένη στο μισόφωτο
σαν πόρνη η λύτρωση
ανησυχεί μην ανιχνεύσεις
το ανθρώπινο της πρόσωπο
που υμνεί χαμηλόφωνα με λόγχες
σκεπάρνια και λόγιες κορώνες
το προφανές
που κατακλύζει ένα ποίημα
που διαμελίζει το θυμικό.


