Κατερίνα Λιάτζουρα
Katharina Liatzoura
Λίγα λόγια
Γεννήθηκε το 1972 στην Στουτγκάρδη της Γερμανίας. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στην Πολιτιστική Διαχείριση από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Ζει στην Χαλκίδα και εργάζεται στην Μέση Εκπαίδευση Εύβοιας ως Φιλόλογος της Γερμανικής Γλώσσας. Είναι μέλος του PEN Ελλάδας.
Τα βιβλία μου
Στο Ξάφνιασμα της Ομορφιάς
Ω Τσαρλς,
απλώνεις το χέρι και πιάνεσαι από μια λέξη
κάθεσαι στον ήλιο, μιλάς μιλάς καπνίζεις και πίνεις και αναρωτιέσαι:
μια λέξη που να μην ειπώθηκε;
και διαβάζεις και ξαναδιαβάζεις και σημειώνεις και τσαλακώνεις
μια σελίδα για να θυμηθείς μετά από χρόνια
ότι εδώ κάτι ήθελες
να θυμηθείς αλλά τώρα;
πια δεν θυμάσαι και αναρωτιέσαι:
μια λέξη που να μην ειπώθηκε;
διαβάζεις δυνατά τη λέξη, εκείνη που δεν ειπώθηκε, και την βάζεις πίσω
από την άλλη και την άλλη, και την άλλη που επίσης δεν ειπώθηκε· εις βάθος
μελετάς την κάθε μία λέξη στο εξώφυλλο
στο ψυγείο
στο μπουκάλι
στο ποίημα
στο ποίημα;
ποίημα;
και μελετάς τη λέξη στο βάθος, τη λέξη στο εξώφυλλο και στο ψυγείο, τη λέξη στο μπουκάλι, στο μπουκάλι στο χέρι, στο χέρι του Τσαρλς
και αναρωτιέσαι: ποια λέξη δεν ειπώθηκε;
και το μυαλό αρχίζει
να θολώνει και η σκέψη
αρχίζει να ξεμακραίνει και ο Τσαρλς
να επιμένει
να κρατά το μπουκάλι με τη λέξη·
και η λέξη να παραμένει άφαντη
και το ποίημα να παραμένει άφαντο
και ο Τσάρλς κι εγώ άφαντοι
και η λέξη, η λέξη αυτή που δεν ειπώθηκε και αυτή! και η λέξη! και η λέξη αυτή που δεν ειπώθηκε κι αυτή παραμένει άφαντη!
και να!
εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση
Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
Η ποίηση της Κατερίνας Λιάτζουρα, υπερρεαλιστική, με έντονους καταγγελτικούς τόνους αλλά και εκφράσεις οργής και αγανάκτησης, με εξομολογήσεις των διαψεύσεων αλλά και συναίσθηση της προσωπικής ευθύνης, αποζητά την ηθική (ποιητική και κοινωνική) και στηλιτεύει την πολιτιστική ελαφρότητα. (σελ. 393)
Ανθολογία 1st Serres International Poetry Festival
Βιολέτα ή Μενεξές
Εκείνο το πρωινό ένιωσε κουρασμένη·
ένιωσε ανηφορίζοντας στα ρουθούνια
την μυρωδιά του θανάτου
Με τον ήλιο πάνω
στα θαμπωμένα βλέφαρα
μέτρησε δαχτυλίδια
χρόνια συσσωρευμένα
σε ομόκεντρους κύκλους
Ένα μπάλωμα ανάμεσα σε δυο άκρες
μια βελονιά πάνω στο κενό
Πάνω στο ματωμένο λείψανο
στάθηκαν λευκές πεταλούδες
Λευκά σημαιάκια τα φτερά τους
Η μία έμεινε για πάντα εκεί
άφησε το αποτύπωμα της στο ξύλο
Μια άλλη χόρεψε μπροστά στα χείλη
που κόβουν βιολετιά λουλούδια
Η άλλη φτεροκόπησε στον άνεμο
πάνω από τις πλαγιές του λόφου
Η πιο μικρή πέταξε κοντά στα μάτια
Κοίταξε πέρα απ’ αυτά
με βλέμμα μαθημένο στον ουρανό
Έκλεισε τα μάτια·
δεν έπρεπε να καταλήξουν ραμφισμένα
από κοράκια
από την ποιητική συλλογή Άνθεα, εγχώρια και εξωτικά, Ποιητικό Ανθο-Λόγιο Κατερίνα Λιάτζουρα & Μαργαρίτα Παπαγεωργίου (εκδόσεις ΑΩ, 2023)
Violet or Pansy
On that morning, she felt tired;
she felt, rising in her nostrils
the smell of death
With the sun
in her blinking eyelids
she counted rings
of accumulated years
into concentric circles
A patch between two edges
a stitch on the void
Upon the bloody relic
white butterflies stood
Their wings, white little flags
One stayed there forever
leaving its imprint on the wood
Another danced before the lips
that cut violet colored flowers
Some other fluttered in the wind
over the sides of the hill
The youngest flew close to the eyes
She looked beyond them
with a gaze accustomed to the sky
She closed her eyes;
they were not to end up pecked
by crows
from the poetry collection Anthea, domestic and exotic, Poetic Antho-Logy, by Katerina Liatzoura & Margarita Papageorgiou (AO publication, 2023)
translated by Margarita Papageorgiou
Περιοδικό “Καρυοθραύστις” τχ 8/9, Νοέμβριος 2021, εκδόσεις Ρώμη
Θεωρητικές εικασίες
Όχι φίλε μου Pascal[1]
δεν φταίει που δεν είμαι
ικανή να κάτσω στο δωμάτιο ήσυχα
και μόνη.
Τις δυστυχίες μου
τις αδυναμίες μέσα
έψαξα στις παρορμήσεις
στις προκλήσεις που μου φόρτωσαν
εν καιρώ ο Τίγρης και ο Ευφράτης.
Στα πρώτα ίχνη έσκυψα να προσκυνήσω
Σουμέριους Ακκάδες Ασσύριους
και άλλους πολλούς μακριά από τη Βαβυλώνα.
Έσκυψα στα υγρά κρεβάτια τους
να δω τις έναστρες οροφές και τα σμαράγδια
μια φλέβα χρυσού στους γύρω λόφους, ένα υδάτινο μονοπάτι ίσως.
Μα, υπήρξε ποτέ η Μεσόγειος; ο άξονας του κόσμου;
το Theatrum Orbis Terrarum[2] δεν έχει διακοσμητικό φορτίο εξαίρετο;
μέθυσε και το τελευταίο λεπιδόπτερο από την βία; δεν είναι πέντε τα κλίματα; επίπεδη η γη; το σχέδιο διαφυγής δεν το μελέτησες επαρκώς; λιώνουν οι πάγοι; οι παγετώνες της καρδιάς; έπαψε να ΄ναι «Die ganze Welt in einem Kleberblatt»[3];
Όχι φίλε μου Pascal
δεν φταίει που δεν είμαι
ικανή να κάτσω στο δωμάτιο ήσυχα
και μόνη.
Φταίει που ο κόσμος γύρω μου
άρχισε να γυρνά παράδοξα
την εποχή των οραμάτων.
[1] «Όλα μας τα δεινά προέρχονται από το ότι δεν είμαστε ικανοί να καθίσουμε ήρεμα σ’ ένα δωμάτιο, μονάχοι» απόφθεγμα του Blaise Pascal, μαθηματικός και φιλόσοφος του 17ου αιώνα
[2] άτλαντας της υδρογείου σφαίρας, από τον Abraham Ortelius, χαρτογράφο, χαράκτη και εκδότη, που κυκλοφορεί το 1570
[3] «Ολάκερος ο κόσμος σε ένα φύλλο τριφυλλιού» τίτλος χάρτη του 16ου αιώνα του θεολόγου Heinrich Bünting
Τυφοειδής πυρετός [Nervenfieber]
κάποτε σταμάτησε αυτός ο θαυματουργός πολλαπλασιασμός του άρτου ίσως επειδή αρχίσαμε να θέτουμε ερωτήματα και συνεπώς ξεσκεπάσαμε το παραμύθι ως τέτοιο προσκρούσαμε πάνω στο έδαφος σε ελεύθερη πτώση από απελευθερωμένα κομμάτια δυο κορμιών συνεχώς απασχολημένα να θρέψουν τις δικές τους πληγές να παρεμποδίσουν να εισχωρήσει σκόνη κάτω από τους επιδέσμους φυματίωση
Όσα ο αφρός φλοισβίζει
Στο θώκο [που θρονιάστηκες]
Αν δεν τυφλωθείς
δεν μαζέψεις τις κραυγές
και τα λασπωμένα φύλλα
δεν κυλιστείς στο δάκρυ
με τα χαμένα πρόσωπα
αν δεν αγαπήσεις το αίμα
γλύψεις το φυτίλι
μνημονεύσεις τα πουλιά και τα λιοντάρια
δύσκολα θα μυρίσεις
μπαρούτι
καμένη σάρκα
και φρέσκο χώμα.
Ο πατέρας έφυγε
Η χαρουπιά
Πάλι τον συνάντησα, εκεί, στο αγαπημένο του σημείο. Στην είσοδο του χωριού. Καθισμένο στο «θρόνο» του, όπως αποκαλούσε το αυτοσχέδιο σκαμνί που ο ίδιος είχε κατασκευάσει. Κάτω από τη χαρουπιά που μετρούσε πλέον πάνω από μισό αιώνα ζωής. Από μικρό παιδί την επισκέπτονταν, μια να τη ποτίσει και να τη φιλέψει φλούδες από φρούτα και ζαρζαβάτια και μια να την ευχαριστήσει, που την είχε συντροφιά. Και κάθονταν στις ρίζες της τότε και της ψιθύριζε λόγια τρυφερά κι εκείνη τον ευχαριστούσε για τα κεράσματα και τις καλές κουβέντες και λικνίζονταν παιχνιδιάρικα πέρα δώθε, και όλο θρόιζε με το πυκνό της φύλλωμα. Εκεί λοιπόν στον θρόνο του, με μια μαγκούρα ανάμεσα στα πόδια και τα χέρια ακουμπισμένα πάνω της, αφουγκράζονταν τους ήχους. Γιατί ήχους, όπως έλεγε, κατείχαν όλα τα πλάσματα της φύσης κι όχι μόνο εκείνα, που ο θεός τα αντάμειψε με τη λαλιά. Και τα λουλούδια και τα χορτάρια είχανε φωνή. Πόσο μάλλον τα δέντρα, όπως ετούτη δω η χαρουπιά, που χειμώνα καλοκαίρι του μίλαγε, κουνώντας τα φύλλα της, κι ας μην άρθρωνε λέξεις κατανοητές στων ανθρώπων το αυτί. Εκεί στην είσοδο του χωριού, άκουγε το θρόισμα των φύλλων της χαρουπιάς, που άλλοτε γλυκομίλητα του μετέφερε μηνύματα και άλλοτε με μένος και οργή του ούρλιαζε τα μαντάτα του κόσμου. Και εκείνος δεν της απάνταγε ποτέ, δεν ανταποκρίνονταν στα παράξενα ετούτα τα καμώματα, μόνο χαμογελούσε κάποιες φορές και άλλοτε αναστέναζε βαθιά, αλλάζοντας πλευρό στο μάγουλο και στο αυτί, που της έδινε προσοχή. Στις άπνοες μέρες πάλι, βυθίζονταν και οι δυο τους στη σιωπή. Όλα αυτά τα χρόνια μόνο μια φορά, θυμάμαι, να χάλασε τη στάση του κορμιού του και να άνοιξε τα μάτια του, ψάχνοντας της χαρουπιάς την ψυχή, να επιβεβαιώσει την είδηση, που μόλις τώρα του μήνυσε εκείνη λυπημένη. Πνίγηκα, λέει, στα μαύρα νερά της Μεσογείου. Ο πατέρας αναρίγησε, τραντάχτηκε σύγκορμος, σαν να ήθελε να αποτινάξει το κακό μα και αμέσως πάλι, σφάλισε τα θολά του μάτια και ακούμπησε το μάγουλο στα χέρια πάνω στη μαγκούρα. Κάτι παιχνίδια, σκέφτηκε, που κάνει ο αγέρας και νομίζεις πως έχει λαλιά η χαρουπιά. «Αύριο θα φέρω το πριόνι» γύρισε και πρώτη φορά της μίλησε.
Η ποίηση ταξιδεύει εις Εύριπον
Ασύνειδα επιμένεις στην στερεότητα
των ουράνιων σχημάτων, επιμένεις
να δρασκελίσεις αμνήμονες
στιγμές και φριχτές συνειδήσεις
και κρυμμένη στο μισόφωτο
σαν πόρνη η λύτρωση
ανησυχεί μην ανιχνεύσεις
το ανθρώπινο της πρόσωπο
που υμνεί χαμηλόφωνα με λόγχες
σκεπάρνια και λόγιες κορώνες
το προφανές
που κατακλύζει ένα ποίημα
που διαμελίζει το θυμικό.
Τα ποιήματα του 2020
[Καράμπαμπας ή ο πλάτανος]
Όταν πρωτοήρθα θέλησα να φυτέψω έναν πλάτανο. Ο βράχος άνυδρος και χέρσος. Γνωστοί, άγνωστοι ειδήμονες, γεωπόνοι και περαστικοί, συμπονούσαν για την εμμονή νεύοντας συγκαταβατικά το κεφάλι. «Τρέλα είναι θα της περάσει», λέγαν. Εγώ ανένδοτη. Κόντρα στο είθισται έκανα του κεφαλιού μου και έπραξα την επιθυμία. Δώδεκα χρόνια μετά, ο πλάτανος θέριεψε, ξεπέρασε τα άλλα δέντρα και λικνίζει περήφανος το ανάστημα του πια. Οι γνωστοί και οι άγνωστοι με ρωτούν πως και έγινε αυτό.
«Θαύμα θαύμα», τους απαντώ.
Μα δεν πρόκειται να πω
πως δίπλα στον βόθρο είναι μυστικό
να φυτεύεις προσδοκίες.
εκδόσεις βακχικόν, 2020


