Κατερίνα Λιάτζουρα
Katharina Liatzoura
Λίγα λόγια
Γεννήθηκε το 1972 στην Στουτγκάρδη της Γερμανίας. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στην Πολιτιστική Διαχείριση από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Ζει στην Χαλκίδα και εργάζεται στην Μέση Εκπαίδευση Εύβοιας ως Φιλόλογος της Γερμανικής Γλώσσας. Είναι μέλος του PEN Ελλάδας.
Τα βιβλία μου
Εκατό Είκοσι Φωνές
Κάπου στην Λωρίδα της Γάζας
Καμωμένη από προηγούμενες ζωές, ληγμένες
μέτρησε κύκλους ομόκεντρους να συσσωρεύονται
πάνω στο χώμα. Άκουγε από κάτω κραυγές.
Τους μήνες που το κόκκινο γινότανε το χρώμα της,
εκείνη ατένιζε πέρα
πάνω απ’ τα ερείπια και τους νεκρούς
πάνω απ’ τα συρματοπλέγματα.
Είπε: Από μικρή έμαθα να μην χάνω την σειρά μου. Κάθε που χάραζε απασφάλιζα τα παραθυρόφυλλα και χαιρετούσα με ευλάβεια τους νεκρούς που απόμειναν θαμμένοι. Έμαθα να γλείφω τις σκόνες απ’ τα χαλάσματα, να τρώω χώμα και σκυρόδεμα, και με δάκρυα να αφήνω σημάδια τ’ αποτύπωμα, εκείνοι τον δρόμο τους να βρούνε· πίσω σε με και κοντά μου. Κι όταν νύχτωνε και πάλι, με ματωμένες τις παλάμες χτυπούσα τα μάγουλα, μη τυχόν και ξεχαστώ· ο πόνος μη βρει τρόπο να ξεφύγει μέσα από το στόμα.
Έπειτα τ’ αποφάσισε.
Κοινώνησε φύκι και αλμύρα
κοινώνησε πατρίδα.
Η θάλασσα ήταν εύτροφη
το χρώμα της υγρό.
Ποιητική | Εαρινή Ισημερία
Γύφτισσα ποίηση
Volume I
Την ποίηση δεν την φαντάζομαι
στα φανάρια: να επαιτεί
να σέρνεται ανάπηρη
να τρεκλίζει ναρκομανή
Πιότερο σαν γύφτισσα
πλανόδια στις σκιερές γωνιές των δρόμων
στην Ερμού ας πούμε ή στην Αβάντων
στην πραμάτεια μονάχα να πουλά
λέξεις τριαντάφυλλα λέξεις μπιχλιμπίδια
λέξεις μικρές όπως: πάντα, θα, σε, αγαπώ
λέξεις μεγάλες όπως: me too
λέξεις σαν πόλεμος ιστορία ακρωτηριασμός
[σώματος ψυχής φύλου]
λέξεις κούφιες πολύτιμες
λέξεις κενές μοναδικές
σαν: έρωτας θέατρο κροκοδείλια δάκρυα
Volume II
Και να μην σ’ αφήνει η άτιμη ανάσα να πάρεις
ανάμεσα – μονορούφι το κρασί –
μόνο άνω και όχι κάτω τελεία ούτε
θαυμαστικό ή/και λάγνο κόμμα μήτε
αυτό το άναρχο ερωτηματικό·
«Μονάχα λέξεις» με προστάζει
«Ποια; ποια; ποια; να πάρω επιτέλους;» ρωτώ εγώ
«Δες· ρόδινα που ξημερώνει η μέρα» είπε
Λευκοί Νάνοι
και έπειτα∙
με τούτο δω το ποίημα
δεν θα διεκδικήσω καμιά πρωτοτυπία
για μένα, τον Μαμωνά και τη malaise du siècle∙
σαδιστική εξάλλου ήταν πάντοτε
η φλέβα του ειδώλου
σαν αντάμωνε το μαύρο με τον χρυσό
και το θειάφι με το φυτίλι
ντενεκέδες κοσμοκαλόγεροι, Εαυτούληδες της πόλης
ζυγίζουν νευρόσπαστα τη νοερή αξία
μέσα στην ασάφεια του χρόνου
και πυκνώνουν και πυκνώνουν ολοένα
στα πέπλα της αρένας
Πάμπολλες οι αλήθειες, κι εσύ δεν γνώρισες καμία;
Γιγαντώθηκες στη λογική, ποιο να’ ναι το σημάδι;
Στον πύργο της Βαβέλ σκαρφάλωσες
στον ουρανό και στον βωμό
και πιο πάνω και πιο πάνω και όλο πιο πάνω θέλησες
την πτώση να αποφύγεις
μα, εκείνο το φρούτο άλλοτε, μήλο κόκκινο δεν ήταν;
Ιστορίες πάθους και μαγειρικής
[… Μια κρεατομηχανή θα ήθελα, είπα και γύρισα την πλάτη μου καληνυχτίζοντας. Ναι, μια κρεατομηχανή θα ήθελα για δώρο επετείου. Αφού με ρώτησες, έχω το δικαίωμα να ζητήσω αυτό, που επιθυμώ περισσότερο από όλα τα δώρα του κόσμου. Ούτε κοσμήματα, ούτε ταξίδια. Ούτε λουλούδια, ούτε σοκολατάκια σε περίτεχνα κουτάκια. Μία κρεατομηχανή θα ήθελα, σαν αυτές που διαφημίζουν στη τηλεόραση. Αλέθουν λέει, όλα τα κομμάτια κρέατος και τα κάνουνε κιμά. Ναι, αυτή θέλω. Ένα μηχάνημα, όπου χώνεις ολόκληρα κομμάτια κρέατος και απ’ όπου βγαίνουν τέλεια στρογγυλοποιημένα σκουληκάκια. Τόσες και τόσες πολιτισμένες συζητήσεις κάναμε για το φαινόμενο του κρεοπώλη που βαριέται να αλέσει τον κιμά δύο και τρεις φορές. Το φρέσκο κρέας για να γίνει κιμάς, και ο κιμάς για να γίνει σουτζουκάκια, σαν αυτά της μανούλας μου, πρέπει να αλεστεί δύο και τρεις φορές, μου έλεγες, ενώ άστραφτε και βρόνταγε γύρω μου. Εντάξει, ας μην αδικήσω τον γάμο μας. Όλα άρχισαν να κατρακυλάνε, όταν θέλησα να σου φτιάξω το αγαπημένο σου φαγητό. …]
Για τον μεγάλο Gabo
Μπαλόνι κόκκινο
Ό,τι και να έκανε
τα νύχια δεν μαλάκωναν.
Ποδόλουτρα μαλάξεις λάδια αιθέρια έλαια
λίμες νυχοκόπτες εργαλεία τελευταίας τεχνολογίας.
Εκείνα εκεί.
άκαμπτα κα αγέρωχα
όπως τα χρόνια που κουβαλούσε πάνω του. Και
δεν ήταν και λίγα όσα έζησε.
Διαδρομές αναζητήσεις ερωτικοί σύντροφοι στην Ομόνοια
απώλειες υπαρξιακά διαδηλώσεις στην Πλατεία Συντάγματος
φεγγάρια ολόγιομα με ξεπλυμένες αντιφάσεις στον Λυκαβηττό
Και τώρα να τος με θολό βλέμμα και καταπονημένα τα οστά
με δόντια ατρόχιστα και στομωμένες σκέψεις
απολάμβανε [εν μέρει] τη φροντίδα.
Και τότε άρχισε.
να ξεχύνεται ένας χείμαρρος η πνοή
Και να γαβγίζει ασταμάτητα και να γρυλίζει από πόνο
Και να αλυχτά για τη ζωή που πέρασε
μπαλόνι κόκκινο.
Ποιήματα ανεμοδαρμένα | Poems adrift
Θλίψεις πολλές με κέρασες αιώνα
το είδος μου το εξευτέλισες
η οδύνη της τραγωδίας
η χαρά της τρομολαγνείας
δεν με εξευγένισε.
Δεν ανάρρωσα ακόμη
από την πολύμορφη κακοπάθεια.
Η βούληση μου ατόνησε.
Η σκέψη μου ναυάγησε.
Τα συναισθήματα μου νεκρώθηκαν.
Και συ ένστικτο που καγχάζεις,
πως δεν αποτεφρώνεσαι σε ψευδά μονοπάτια
άνοιξες διάπλατα πυρακτωμένα χαμόγελα
να καταχωνιάσεις σε χωράφι ανόργωτο
τον εαυτό μου.
Θα καταβοθρώσω τα πύρινα μέλη μου σε κερκόπορτα.
Ψηφιδωτό Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης
αντιΙστορία
Ι
Κανείς δεν αναρωτήθηκε
σαν είδε τα καδρόνια
να φλέγονται στοιβαγμένα
σε εστία προβληματισμού
Κανείς δε κοκκίνησε
σαν είδε τα ζύγια
να γκρεμίζονται αβέβαια
σε ζυγαριά θαυμασμού
Κανείς δεν σκίρτησε
από επιθυμία δεν ρώτησε
από ηδονή έστω να μάθει
γιατί;
ανακωχή δεν διαφαίνεται
στη διαμάχη των ανθρώπων
στη σελίδα
μιας ακόμη Ιστορίας
Ι Ι
Διδάχοι υπήρξαν οι θρησκείες
στις αδιέξοδες θεωρήσεις
στις συλλογικές τελετουργίες
μιας θολής εξάλειψης
Το τιποτένιο, το κενό
απότοκος
μιας κάποτε ελληνικής σκέψης
παράκμασε την φιλική λέξη του δωρήματος
απονέκρωσε την εμπειρία
αφαίρεσε από την χειρονομία μου
κάθε δισταγμό, κάθε περίσκεψη
με υπόταξε στο ασυμφιλίωτο
σαν χωρίς Ιστορία
στην απαίτηση των πραγμάτων.
Μόνο μια-δύο αποχρώσεις
του αίματος χειρότερα.
Ι Ι Ι
Στο μεγάλο κοιμητήριο
θυσιάζω όλες τις εκδηλώσεις μου·
πεθαίνω και ενταφιάζω
κάθε πολιτικό δικαίωμα
κάθε ηθική αξία
κάθε ανθρώπινη θυσία.
Στο βωμό επάνω
θυσιάζω όλη μου την Ιστορία·
σκοτώνω και ακρωτηριάζω
κάθε πολιτικό μεγαλείο
κάθε πραγματική ελευθερία
κάθε ψευδεπίγραφη προσδοκία.
Έγινα κράτος τώρα.
Οι δώδεκα φρίκες των Χριστουγέννων και μια παράλειψη
Η παράλειψη ή Το εορταστικό τραπέζι
Καλά βρε Τζον, να μην αναφερθείς καθόλου στο εορταστικό τραπέζι χρονιάρες μέρες; Σε εσάς στο Αμέρικα δεν είναι υψίστης σημασίας; Γιατί εδώ στας Ευρώπας είναι έθιμο χριστουγεννιάτικο να τρέχεις στα supermarket και να τρέχεις στις αγορές και να γεμίζεις καλάθια και να κουβαλάς σακούλες, και να φορτώνεις το πορτμπαγκάζ και να ξεφορτώνεις το πορτμπαγκαζ, και να αποθηκεύεις τρόφιμα σε ράφια και ντουλάπια και να μπουκώνεις ψυγεία και καταψύκτες, και να μαγειρεύεις αποβραδίς, και να βγάζεις κατσαρόλες και κατσαρολάκια, ταψιά και λαμαρίνες, και να ανακατεύεις και να δοκιμάζεις, και να βλέπεις με την άκρη του ματιού σου το νεροχύτη να ξεχειλίζει, και να τρέχεις να στρώσεις το εορταστικό τραπέζι, και να αναθεματίζεις που ξέχασες μέσα στο πανικό να πάρεις χαρτοπετσέτες με καμπανάκια και γκι (δεν πειράζει όμως κανείς δεν θα το προσέξει) και να στρώνεις το εορταστικό τραπέζι, και να απλώνεις τα μαγειρεμένα εκθέματα σου, και να ξεστρώνεις το εορταστικό τραπέζι, και να πέφτεις κατάκοπος στον καναπέ με φρικτό φούσκωμα και φρικτές καούρες και δυσπεψία και δυσεντερία και να θυμάσαι που σου το είχε πει ο γιατρός να μην το παρακάνεις φέτος στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι, και με τελευταία σου τη σκέψη, πως κάποιος θα πρέπει να κατεβάσει τα πολλά σκουπίδια, να γέρνεις στη λεκάνη για αναπάντεχες εξαγωγές.
Η κρεμμυδαποθήκη
Το κρύο είναι τσουχτερό απόψε.
Σε διαπερνά όπως ο κάθε Λαύκος, όπως ο κάθε θάνατος.
Η πλατεία σε αποχαιρέτησε στροβιλίζοντας
τα πλατανόφυλλα της. Στρώμα υπόκωφων ήχων
στο πέρασμα μου. Κάνει κρύο μέσα
στην εκκλησία. Είμαστε παγωμένες Κατίνα.
Η καμπάνα ηχεί πένθιμα. Ποια από τις δυο μας πεθαίνει;
Το χώμα μυρίζει μούχλα. Καιρό είχε να αεριστεί.
Να που ήρθε η ώρα. Για όλα έρχεται η γαμημένη η ώρα.
Τα κοράκια δεν βλέπουν την ώρα να αποδημήσουνε.
Το Πήλιο φόρεσε τα γιορτινά του.
Ημερολόγιο 2026 – PEN Greece
Στην άκρη ενός κόσμου,
ένα παιδί-άνθρωπος φυτεύει σπόρους μέσα σε κονσερβοκούτια. Τους ποτίζει με λέξεις όπως «συμμετοχή», «φροντίδα», «δικαιοσύνη». Οι λέξεις βλασταίνουν, απλώνουν ρίζες μέσα από τις ρωγμές, αναρριχώνται, αγκαλιάζουν, στεριώνουν μες στο σύμπαν. Οι μεγάλοι-άνθρωποι γελούν, μα το παιδί ξέρει: κάθε φύλλο είναι ανάσα, κάθε ανάσα μια πράξη αντίστασης. Όταν φυσά ο άνεμος, οι λέξεις ψιθυρίζουν μεταξύ τους, υπερασπίζονται τη ζωή· για τον αέρα που μολύνεται, τις θάλασσες που στερεύουν, τα
ποτάμια που ξεραίνονται, για τα δέντρα που καίγονται, για τους ανθρώπους που διψούν για ένα καλύτερο αύριο. Και τότε: η πόλη σαν να μυρίζει βροχή και το τσιμέντο να γεμίζει χρώματα. Ο σπόρος φυτεύτηκε, ξεκίνησε η αλλαγή.


