Κατερίνα Λιάτζουρα
Katharina Liatzoura
Λίγα λόγια
Γεννήθηκε το 1972 στην Στουτγκάρδη της Γερμανίας. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στην Πολιτιστική Διαχείριση από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Ζει στην Χαλκίδα και εργάζεται στην Μέση Εκπαίδευση Εύβοιας ως Φιλόλογος της Γερμανικής Γλώσσας. Είναι μέλος του PEN Ελλάδας.
Τα βιβλία μου
Gedichte von Anna Ospelt | Ποιήματα της Άννας Όσπελτ
Στους δρόμους για το Σόνμπεργκ
στρώνω έλατα
στρώνω επιθυμίες
ακολουθώ το αργοπορημένο χιόνι
η ίδια έλατο
η ίδια χιόνι
όμως το πρώιμο χιόνι
τρίζει όταν λάμπει ο ήλιος
ο πατέρας μου μου δίνει το χέρι
ακουμπώ το πρόσωπο μου πάνω
σε αυτή την απαλή
και όλο απαλότερη χειρονομία
ανηφορίζουμε προς το Σόνμπεργκ.
∞ | ∞
Auf die Wege zum Schönberg
lege ich Tannen
lege ich Wünsche
ich geh den späten Schnee entlang
selbst Tanne
selbst Schnee
aber früher Schnee
der knistert wenn die Sonne hineinscheint
mein Vater gibt mir die Hand
ich lege mein Gesicht hinein
in diese weicher
und weicher werdende Geste
wir gehen zum Schönberg hinauf.
Κάποτε πρέπει να περπάτησα σε τρυφερό χορτάρι [Einmal muss ich über weiches Gras gelaufen sein]
Αφήνομαι στη κίνηση του τρένου να με λικνίσει πίσω στην πιθανότητα μιας παιδικής ηλικίας, σε μια παιδική ηλικία, που θα μπορούσε να είναι πιθανή, στην πιθανή ανάμνηση μιας γιαγιάς που αναμένει την άφιξη της μάνας μου και της δικής μου, που στέκει κοντά στο φράχτη, εδώ και ώρες, που έχει τελειώσει τις προετοιμασίες της, εδώ και ώρες. Στο τραπέζι της κουζίνας ένα σκούρο μπλε δοχείο από πορσελάνη γεμάτο αμυγδαλωτά, το Bortschtsch σιγοβράζει στο μάτι, αλμυρά αγγουράκια τουρσί στο αποθηκάκι, αποξηραμένα μανιτάρια, πατάτες, κρεμμύδια, σπιτικό ψωμί. Το πάτωμα της εισόδου είναι στρωμένο με μαλακά πατάκια, κιλίμια με ηλιοτρόπια και βολβοειδείς τρούλους στους τοίχους, στην κάμαρα, τον κύριο χώρο του σπιτιού, μια κορνιζαρισμένη φωτογραφία με τη μάνα κι εμένα. Πάνω στο ένα και μοναδικό κρεβάτι τα δώρα έτοιμα (η γιαγιά θα κοιμηθεί στο καμαράκι, παρόλο που η μάνα θα φέρει αντιρρήσεις): μια Ματριόσκα, η ομορφότερη που μπόρεσε η γιαγιά να ξετρυπώσει, παραδίπλα ένα κουκλάκι με ματάκια που ανοιγοκλείνουν, κεντημένα πουκάμισα, ένα ζακετάκι μάλλινο, τραπεζομάντιλα όπου αναρριχώνται λουλούδια, κεντημένα, σε πείσμα των παγω-μένων κρυστάλλινων σχημάτων στα παράθυρα, τις ατελείωτες, παγωμένες νύχτες του χειμώνα.
Η μυρωδιά του σπιτιού που αναδύεται από αντικείμενα, που την αναγνωρίζει ο καθένας που έχει επισκεφτεί, έστω και μια μόνο φορά, ξύλινο σπίτι στη Λευκορωσία, μια μυρωδιά που περιγράφεται μόνο μέσω των αντικειμένων. Η γιαγιά προσπάθησε να διώξει όλες τις μύγες έξω, έκλεισε τις κουρ-τίνες στα παράθυρα. Η κουρτίνα για μύγες στην εξώπορτα, τα πολύχρωμα κορδόνια με τις χάντρες κροταλίζουν από το ελαφρύ αεράκι. Ακούγονται οι κότες. Όταν κάθεσαι στην κουζίνα ακούγεται το σιγαλό βράσιμο της σούπας, ο σκύλος που τρέχει πέρα δώθε μέσα στο κλουβί του και μασουλάει ένα κόκκαλο. Το θρόισμα του υφάσματος σαν χαϊδεύει η γιαγιά το παιδί. Τόσο ήσυχα είναι που α-κούγεται το χάιδεμα.
Εγώ, θα είχα κρυφτεί πίσω από τη μάνα μου, θα περνάγανε λίγα δευτερόλεπτα έως ότου η γιαγιά να αγκαλιάσει την κόρη της, και των δυο θα τρέχανε δάκρυα στο πρόσωπο, κι εγώ δεν θα ήξερα τι να κάνω. Και έπειτα, μετά από αρκετή ώρα, η γιαγιά θα στρέφονταν προς τα μένα, και με προσοχή θα έπαιρνε το πρόσωπο μου στα τραχιά της χέρια, θα κούναγε το κεφάλι σαν να μην μπορούσε να πι-στέψει, ότι τώρα, ναι τώρα, μπορούσε να δει επιτέλους την εγγονή της.
Ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης εξ ιδίων
Θανάσιμα ή συγγνωστά
τι σημασία όμως έχει;
αφότου εκείνος ο Θωμάς κατέγραψε
επτά ο Ακινάτης
αμαρτήματα μας κάρφωσαν
μάς κάρφωσαν αυτοί οι άλλοι
πατεράδες σε σταυρό
ανθρώπινο θνητό και αθάνατο
συνάμα ούτε που θυμάμαι
ετούτη την ιστορική
στιγμή αν πρόσβαλλαν
την μεταξύ ημών αγάπη
μήτε αυτήν προς τον πλησίον
μόνο προς εσένα εσένα εσένα
δεν όχι μα διόλου!
πρόδωσαν
όμως αυτή δεν είναι η φύση των συντρόφων; δεν στο ψιθυρίσανε πατέρα;
ένοχη να νιώσω και ενοχή; τύψεις και ερινύες; it’s ok!
αιωνίου κολάσεως όμως;
βαρύ βαρύ το πυρ
το εξώτερον έλεος
και συγχώρηση κι ίσως ένα ψήγμα από αγάπη, you know?
Πατέρα;
Χρησμός
στεφανώσου το χρησμό το διφορούμενο |είπε| και σταύρωσε εκείνους τους ταλαίπωρους χρυσαετούς στη μνήμη ή στον ομφαλό του μονάκριβου πατέρα τρέξε τρέξε στα άδυτα κοντά στη μάντισσα θεά σε εκείνη την ιέρεια με δάφνες πέλανο και άλλους θησαυρούς και αναθεμάτισε την τύχη του κόσμου την λοξή στην έκσταση σου πάνω γιατί κάθαρση ο κόσμος σου δεν πρόκειται να βρει αν δεν την αμφισημία των πραγμάτων πρώτα αγαπήσεις
Οι δώδεκα φρίκες των Χριστουγέννων και μια παράλειψη
Η παράλειψη ή Το εορταστικό τραπέζι
Καλά βρε Τζον, να μην αναφερθείς καθόλου στο εορταστικό τραπέζι χρονιάρες μέρες; Σε εσάς στο Αμέρικα δεν είναι υψίστης σημασίας; Γιατί εδώ στας Ευρώπας είναι έθιμο χριστουγεννιάτικο να τρέχεις στα supermarket και να τρέχεις στις αγορές και να γεμίζεις καλάθια και να κουβαλάς σακούλες, και να φορτώνεις το πορτμπαγκάζ και να ξεφορτώνεις το πορτμπαγκαζ, και να αποθηκεύεις τρόφιμα σε ράφια και ντουλάπια και να μπουκώνεις ψυγεία και καταψύκτες, και να μαγειρεύεις αποβραδίς, και να βγάζεις κατσαρόλες και κατσαρολάκια, ταψιά και λαμαρίνες, και να ανακατεύεις και να δοκιμάζεις, και να βλέπεις με την άκρη του ματιού σου το νεροχύτη να ξεχειλίζει, και να τρέχεις να στρώσεις το εορταστικό τραπέζι, και να αναθεματίζεις που ξέχασες μέσα στο πανικό να πάρεις χαρτοπετσέτες με καμπανάκια και γκι (δεν πειράζει όμως κανείς δεν θα το προσέξει) και να στρώνεις το εορταστικό τραπέζι, και να απλώνεις τα μαγειρεμένα εκθέματα σου, και να ξεστρώνεις το εορταστικό τραπέζι, και να πέφτεις κατάκοπος στον καναπέ με φρικτό φούσκωμα και φρικτές καούρες και δυσπεψία και δυσεντερία και να θυμάσαι που σου το είχε πει ο γιατρός να μην το παρακάνεις φέτος στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι, και με τελευταία σου τη σκέψη, πως κάποιος θα πρέπει να κατεβάσει τα πολλά σκουπίδια, να γέρνεις στη λεκάνη για αναπάντεχες εξαγωγές.
The battle of words | Η πάλη των λέξεων
Με αφορμή την Poetry Expo 23, ο οργανισμός του Versopolis –ό,τι πιο οργανωμένο στην ποίηση έχει να επιδείξει τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη– μας απηύθυνε κάλεσμα για να συμμετάσχουμε ως ένας κατεξοχήν εκδοτικός οίκος της ποίησης στην Ελλάδα. Έχοντας εκδώσει περισσότερες από 200 συλλογές Ελλήνων/Ελληνίδων ποιητών/ποιητριών και κοντά στις 150 συλλογές μεταφρασμένης ποίησης απ’ όλο τον κόσμο, από το 2012, ο πλούτος της backlist του εκδοτικού οίκου είναι μεγάλος και οι καλοί στίχοι εκατοντάδες – αν όχι χιλιάδες.
Σε συνεργασία με την ομάδα της Expo, διαμορφώσαμε το project «Η πάλη των λέξεων/The battle of words», με μια μικρή και στοχευμένη συλλογή ποιημάτων για τον πόλεμο, την κοινωνική αδικία, την ενδοοικογενειακή βία, την έμφυλη βία, την αστυνομική βία… την κάθε μορφή βίας, αλλά και τον ρατσισμό, την εξορία, τη διαφθορά στην πολιτική, την αδιαφορία της πολιτικής, την πείνα, την προσφυγιά, τους αγώνες για ένα καλύτερο μέλλον. Εντοπίσαμε ποιήματα 24 ποιητών και ποιητριών μας με κοινωνική ματιά, με κοινωνική κριτική, με κοινωνική καταγγελία.
Διαβάστε την ανθολογία εδώ
Να ευχαριστήσουμε τον Γιάννη Μακρόπουλο και την Αγγελική Δημοπούλου – χωρίς τον επαγγελματισμό τους δεν θα είχε πραγματοποιηθεί η ανθολογία. Τη Δήμητρα Χροναράκη για την άψογη συνεργασία στη μετάφραση των ποιημάτων. Τον Aleš Šteger και τον Aljaž Koprivnikar, τον ιθύνοντα νου του Versopolis και τον συντονιστή της Poetry Expo 23, που μας πρότειναν/παρότρυναν να φτιάξουμε αυτό το project – οι οποίοι είναι επίσης ποιητές μας.
Εκδόσεις Βακχικόν
Ανθολογία 1st Serres International Poetry Festival
Βιολέτα ή Μενεξές
Εκείνο το πρωινό ένιωσε κουρασμένη·
ένιωσε ανηφορίζοντας στα ρουθούνια
την μυρωδιά του θανάτου
Με τον ήλιο πάνω
στα θαμπωμένα βλέφαρα
μέτρησε δαχτυλίδια
χρόνια συσσωρευμένα
σε ομόκεντρους κύκλους
Ένα μπάλωμα ανάμεσα σε δυο άκρες
μια βελονιά πάνω στο κενό
Πάνω στο ματωμένο λείψανο
στάθηκαν λευκές πεταλούδες
Λευκά σημαιάκια τα φτερά τους
Η μία έμεινε για πάντα εκεί
άφησε το αποτύπωμα της στο ξύλο
Μια άλλη χόρεψε μπροστά στα χείλη
που κόβουν βιολετιά λουλούδια
Η άλλη φτεροκόπησε στον άνεμο
πάνω από τις πλαγιές του λόφου
Η πιο μικρή πέταξε κοντά στα μάτια
Κοίταξε πέρα απ’ αυτά
με βλέμμα μαθημένο στον ουρανό
Έκλεισε τα μάτια·
δεν έπρεπε να καταλήξουν ραμφισμένα
από κοράκια
από την ποιητική συλλογή Άνθεα, εγχώρια και εξωτικά, Ποιητικό Ανθο-Λόγιο Κατερίνα Λιάτζουρα & Μαργαρίτα Παπαγεωργίου (εκδόσεις ΑΩ, 2023)
Violet or Pansy
On that morning, she felt tired;
she felt, rising in her nostrils
the smell of death
With the sun
in her blinking eyelids
she counted rings
of accumulated years
into concentric circles
A patch between two edges
a stitch on the void
Upon the bloody relic
white butterflies stood
Their wings, white little flags
One stayed there forever
leaving its imprint on the wood
Another danced before the lips
that cut violet colored flowers
Some other fluttered in the wind
over the sides of the hill
The youngest flew close to the eyes
She looked beyond them
with a gaze accustomed to the sky
She closed her eyes;
they were not to end up pecked
by crows
from the poetry collection Anthea, domestic and exotic, Poetic Antho-Logy, by Katerina Liatzoura & Margarita Papageorgiou (AO publication, 2023)
translated by Margarita Papageorgiou
Λευκοί Νάνοι
και έπειτα∙
με τούτο δω το ποίημα
δεν θα διεκδικήσω καμιά πρωτοτυπία
για μένα, τον Μαμωνά και τη malaise du siècle∙
σαδιστική εξάλλου ήταν πάντοτε
η φλέβα του ειδώλου
σαν αντάμωνε το μαύρο με τον χρυσό
και το θειάφι με το φυτίλι
ντενεκέδες κοσμοκαλόγεροι, Εαυτούληδες της πόλης
ζυγίζουν νευρόσπαστα τη νοερή αξία
μέσα στην ασάφεια του χρόνου
και πυκνώνουν και πυκνώνουν ολοένα
στα πέπλα της αρένας
Πάμπολλες οι αλήθειες, κι εσύ δεν γνώρισες καμία;
Γιγαντώθηκες στη λογική, ποιο να’ ναι το σημάδι;
Στον πύργο της Βαβέλ σκαρφάλωσες
στον ουρανό και στον βωμό
και πιο πάνω και πιο πάνω και όλο πιο πάνω θέλησες
την πτώση να αποφύγεις
μα, εκείνο το φρούτο άλλοτε, μήλο κόκκινο δεν ήταν;
Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
Η ποίηση της Κατερίνας Λιάτζουρα, υπερρεαλιστική, με έντονους καταγγελτικούς τόνους αλλά και εκφράσεις οργής και αγανάκτησης, με εξομολογήσεις των διαψεύσεων αλλά και συναίσθηση της προσωπικής ευθύνης, αποζητά την ηθική (ποιητική και κοινωνική) και στηλιτεύει την πολιτιστική ελαφρότητα. (σελ. 393)
Ο πλοηγός του απείρου | Der Lotse der Unendlichkeit
Σπάνια μπορεί να βρει κανείς μια τόσο πλούσια ποιητική φωνή, σε διάρκεια, εύρος και βάθος, σαν του Τόλη Νικηφόρου, που να μπορεί να εκφράζει την πολιτισμική ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου και Έλληνα. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1938, έχει μέχρι σήμερα εκδώσει 39 βιβλία, 23 ποιητικά και 16 πεζογραφικά. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε 9 ευρωπαϊκές γλώσσες και έχουν συμπεριληφθεί σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες, καθώς και σε βιβλία της Μέσης Εκπαίδευσης στην Ελλάδα και την Κύπρο. Το έργο του αποτελεί ένα καλλιτεχνικό παλίμψηστο της μεταπολεμικής λογοτεχνίας και ιστορίας. Ξεκινώντας από το 1966 η λογοτεχνική του παραγωγή διαγράφει όλο το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και φτάνει μέχρι και σήμερα. 60 χρόνια συνεχούς δημιουργίας και προσφοράς.
από τον πρόλογο της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου
Περιοδικό diPgeneration
[… «Πλησιάστε, κύριοι μου!» ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή. «Είσαστε βαθιά νυχτωμένοι». Ήταν ο φύλαρχος Φέγγος της Φωτιάς. «Πού περιφέρεστε νυχτιάτικα; Και τι αμφίεση είναι αυτή; Βγάλτε τις μύτες από σελιλόιντ! Ξεμασκαρευτείτε! Σας γνωρίζουνε. Τι μουσικά όργανα με κουδουνάκια είν’ αυτά που κουβαλάτε μαζί σας;»
«Είναι κουδουνάκια και σείστρες και τα μαστίγια του γελωτοποιού, με την άδεια σας».
«Και τι πνευστό είναι αυτό;»
«Είναι το χωνί της Νυρεμβέργης*».
«Και τι σβώλος από βαμβάκι είναι αυτός εκεί, στο σχοινί;»
«Είναι το καρουζελοαλογάκι Ιωάννης, με προσοχή τυλιγμένο σε βαμβάκι».
«Κουταμάρες! Τι δουλειά έχετε με το καρουζελοαλογάκι στην λιβυκή έρημο; Που το ’κονομήσατε το άλογο;» …]
* Η έννοια Nürnberger Trichter αναφέρεται, ειρωνικά και περιπαιχτικά, στο πώς μπορεί κανείς, χρησιμοποιώντας ένα χωνί, να γεμίσει γνώσεις τα κεφάλια των ανθρώπων.


