Αναγνωστικές ματιές | Γεωργία Συριοπούλου «Μπρέτσια (περί της συγκολλητικής διάθεσης)»
Με την δεύτερή της συλλογή διηγημάτων Μπρέτσια (εκδόσεις Μετρονόμος, 2025), η Γεωργία Συριοπούλου επιστρέφει στην λογοτεχνική επικαιρότητα δυναμικά, προτρέποντας μας, με την εγγύτητα του θέματος και την ρέουσα γραφή της, να κοιτάξουμε γύρω μας και να προσέξουμε όλα εκείνα, που ζούμε, αλλά δεν βλέπουμε, ή που αν τύχει και δούμε, δεν τους δίνουμε την πρέπουσα σημασία. Όπως και στην πρώτη της συλλογή «Bagatelles της οδού Αλκαμένους» (εκδ. Μετρονόμος, 2024), έτσι και στην νέα της, η Συριοπούλου αντλεί την θεματολογία της από την ζωή και τους κατοίκους της Αθήνας. Μικρές σύντομες ιστορίες, άλλοτε απίστευτες και παράξενες, και άλλοτε ρεαλιστικές και καθημερινές, σκηνές ανθρώπινες, που διαδραματίζονται σε αυτή την μεγαλούπουλη, που έχει μετατραπεί σε ένα χωνευτήρι βιωμάτων, σε ένα τεράστιο εργοτάξιο εμπειριών, σε ένα απύθμενο λατομείο, όπου εξορύσσονται μεγάλα [α]γωνιώδη θραύσματα ανθρώπων, συγκολλημένα μεταξύ τους με μια διάφανη και πολύ εύθραυστη μεμβράνη, κάτι που αποκαλείται ενίοτε ψυχή. Ανθρώπινες ιστορίες, που άλλοτε διαστέλλονται στα μάτια μας και άλλοτε χάνονται από προσώπου γης, σαν να μην συνέβησαν ποτέ, σαν να μην περάσαν ποτέ αυτοί οι άνθρωποι από δίπλα μας, αφήνοντας σημάδι πίσω τους μονάχα τρίμματα από ανθρώπινο σκυρόδεμα, σκόνη και κάτι βουναλάκια από μπάζα ψυχής ή μπρέτσια (breccia), αν προτιμάτε να το πούμε στα ιταλικά.
Οι αισθήσεις της συγγραφέα και πάλι σε εγρήγορση, συλλέκτρια εμπειριών εξάλλου, γνωρίζει πως μονάχα με προσεκτική παρατήρηση, με οξυμένη όσφρηση και εστιασμένη ακοή, θα της επιτραπεί να ψηλαφήσει στιγμές ανθρώπων που περιφέρονται αόρατοι για τους πολλούς, να αντλήσει έμπνευση από τις ζωές τους, τις διάφανες και απαρατήρητες σε μας, και να τις καταγράψει. Στιγμές ανθρώπων που περιφέρονται στον τόπο και τον χρόνο της Αθήνας, σε παρόν και σε παρελθόν, που συναντώνται και απομακρύνονται, που έλκονται και αποκρούονται, πάντα όμως συγκολλημένοι σε ένα ψηφιδωτό που παριστά τον φαύλο κύκλο της ζωής τους. Η ομορφιά και η ασχήμια των γειτονιών της Αθήνας αλληλεπιδρούν με την μνήμη, οι συσχετισμοί πολλοί, άλλες τόσες και οι εγκυκλοπαιδικές γνώσεις της Συριοπούλου, που περιπλέκονται στην σκέψη και την γραφή της, που όμως συγκολλούν τα θραύσματα των ιστοριών, τους δίνουν υπόσταση και τις εξυψώνουν, με μια αξιοζήλευτη συγκολλητική ικανότητα. Στην «Μπαλάντα της συγκολλητικής διάθεσης» εξάλλου, η συγγραφέας μας πληροφορεί “[…] Ό,τι είναι ζωντανό έχει την τάση να συγκολλάται. Σχεδόν κάθε έκκριμα, κάθε ζωντανού, είναι κολλώδες. Από τα ρετσίνια μέχρι τα σάλια, την καζεΐνη, την αλευρόκολλα και τις μύξες. Η ζωή όταν δεν είναι συγκολλητική τότε πάλι κάνει κόμπους. Για αιώνες οι άνθρωποι […] Μπορούσαν να αντιληφθούν και να σχεδιάσουν όλες τις μορφές και τα σχήματα με αυτόν τον τρόπο, όπως και να καλύψουν αδρανείς επιφάνειες, καθώς η ανθρώπινη ψυχή απεχθάνεται το κενό.” (σελ. 94).
Και αλλοίμονο, όχι μονάχα η ανθρώπινη ψυχή απεχθάνεται το κενό· το κενό, το απεχθάνονται και οι οικίες, και μαζί με τις οικίες και όλοι οι χώροι που τις περιβάλλουν. Οι χώροι, οι εντός, που χτίστηκαν για να φιλοξενήσουν την ψυχή, να την περικλείσουν με ασφάλεια, που διακοσμήθηκαν για να εξυπηρετήσουνε τα όνειρα, να γιάνουν τις πληγές. Αλλά και οι χώροι που χτίστηκαν εκτός και γύρω, που υπηρετούν και βοηθούν με την διαρρύθμιση και την εργονομία τους, που προστατεύουν με το μέγεθος και την ανθεκτικότητα τους από κακεντρεχή βλέμματα, εισβολείς και λοιπά κακοποιητικά στοιχεία, και αυτοί οι χώροι, όλοι οι χώροι, απεχθάνονται το κενό και τις ρωγμές, έχουν και αυτοί ανάγκη την συγκόλληση, που η Γεωργία Συριοπούλου επιτυγχάνει με τόση μαεστρία.
Συναρπαστικό και τούτο το ταξίδι της ανάγνωσης των διηγημάτων της Συριοπούλου. Η συγγραφέας με τόλμη κατορθώνει να μας ξεναγήσει στα μπάζα, που συνήθως μεταφέρουμε σε χωματερές ψυχών ή σε ακατοίκητες μνήμες. Με επιμονή κατορθώνει να στρέψει το βλέμμα μας εκεί, όπου η συγκολλητική διάθεση δεν είναι απλά τυχαίο συμβάν, αλλά ζητούμενο.
Εκδόσεις Μετρονόμος, 2025
(stigmalogou.gr 12.6.2026)