Ποίηση

Σκέψεις

Τα μάτια μου μέσα από γκρίζες πηχτές βλέννες

αντικρίζουν τον κόσμο ανάποδα.

Το καλααζάρ μου κατατρώει τα σωθικά.

Το κορμί μου κάτω από το μαδημένο τρίχωμα

τόπους τόπους φωλιά παρασίτων έγινε.

Μου ρουφούνε το αίμα.

Κουράστηκα. Άδειασα. Γέρασα.

Οι πατούσες μου κοντέρ πιστό στη ζωή

προσμετρά χιλιόμετρα και χιλιόμετρα νυχτερινής αλητείας.

Αγέλαστη η μουσούδα μου οσφραίνεται

και σαλιώνει παλάμες τυχαίων περαστικών.

Μερικές φορές γρυλλίζω από αγαλλίαση

όταν χέρι συμπόνιας μου χαϊδεύει το πηγούνι.

Μα θυμώνω όταν η συμπόνια γίνεται απορία

και με σίχαμα του τολμήματος μου στερεί το χάδι.

Οίστρος βαθύς και ανεξέλεγκτος με ζευγάρωσε κάποτε

έσπειρα ομοιώματα της ράτσας μου στον δρόμο

και εσύ που μύριζες τα σκέλια

σπαρτάρισες πανευτυχής που έλαχε σε σένα η διαιώνιση της τύχης.

Από τότε πέρασαν χρόνια ή και αιώνες αναζήτησης.

Όμως χτες βρήκα στο κάδο των ανομημάτων μου ένα κοκαλάκι να γλείψω

και τσακώθηκα άγρια μαζί σου,

που θέλησα να το καταχωρήσω στη σκυλίσια συλλογή μου.

Μα και που με υπερβάλλοντα ζήλο από τα δόντια σου το άρπαξα,

τι έγινε;

Άλλο ένα με σήψη αμπαλαρισμένο γεγονός.

Αποκαΐδια ηθικής

Κουβαλώ στις πλάτες μου μια κούραση.

Την κούραση όλου του κόσμου.

Ένας κόσμος που διατείνεται

ότι χειρίζεται την αμφισβήτηση σαν ξίφος

και που διακατέχεται από μια και μόνο ιδέα

μήπως κάποια μέρα

η εγγύτητα του θανάτου

Τον οδηγήσει στη «δειλία της μεταστροφής».

Επιθύμησα έναν τάφο.

Έστω από σκόνη.

Η κρεμμυδαποθήκη

Το κρύο είναι τσουχτερό απόψε.

Σε διαπερνά όπως ο κάθε Λαύκος, όπως ο κάθε θάνατος.

Η πλατεία σε αποχαιρέτησε στροβιλίζοντας

τα πλατανόφυλλα της. Στρώμα υπόκωφων ήχων

στο πέρασμα μου. Κάνει κρύο μέσα

στην εκκλησία. Είμαστε παγωμένες Κατίνα.

Η καμπάνα ηχεί πένθιμα. Ποια από τις δυο μας πεθαίνει;

Το χώμα μυρίζει μούχλα. Καιρό είχε να αεριστεί.

Να που ήρθε η ώρα. Για όλα έρχεται η γαμημένη η ώρα.

Τα κοράκια δεν βλέπουν την ώρα να αποδημήσουνε.

Το Πήλιο φόρεσε τα γιορτινά του.