Κατερίνα Λιάτζουρα
Katharina Liatzoura
Λίγα λόγια
Γεννήθηκε το 1972 στην Στουτγκάρδη της Γερμανίας. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στην Πολιτιστική Διαχείριση από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Ζει στην Χαλκίδα και εργάζεται στην Μέση Εκπαίδευση Εύβοιας ως Φιλόλογος της Γερμανικής Γλώσσας. Είναι μέλος του PEN Ελλάδας.
Τα βιβλία μου
Gedichte von Anna Ospelt | Ποιήματα της Άννας Όσπελτ
Στους δρόμους για το Σόνμπεργκ
στρώνω έλατα
στρώνω επιθυμίες
ακολουθώ το αργοπορημένο χιόνι
η ίδια έλατο
η ίδια χιόνι
όμως το πρώιμο χιόνι
τρίζει όταν λάμπει ο ήλιος
ο πατέρας μου μου δίνει το χέρι
ακουμπώ το πρόσωπο μου πάνω
σε αυτή την απαλή
και όλο απαλότερη χειρονομία
ανηφορίζουμε προς το Σόνμπεργκ.
∞ | ∞
Auf die Wege zum Schönberg
lege ich Tannen
lege ich Wünsche
ich geh den späten Schnee entlang
selbst Tanne
selbst Schnee
aber früher Schnee
der knistert wenn die Sonne hineinscheint
mein Vater gibt mir die Hand
ich lege mein Gesicht hinein
in diese weicher
und weicher werdende Geste
wir gehen zum Schönberg hinauf.
Ζαχαρωμένα βότσαλα | Überzuckerte Kieselsteine
Die Poesie müsse ein überzuckerter Kieselstein sein, meint der griechische Dichter Argyris Chionis, im Gedicht «Δ’» (Delta) aus dem Lyrikband «Nageltypen» (1978). Einerseits müsse sie einen erlösenden Ausweg und ein ästhetisches Vergnügen ans Herz legen und andererseits ein schmerzliches Kräftemessen hervorrufen, eine existenzielle Auseinandersetzung mit dem Wesentlichen oder auch mit dem Außerordentlichen. Die 25 Dichter und Dichterinnen, die ich in diesem Band angesammelt habe, fördern genau diese Poesie und bieten einen wertvollen Nachlass der Griechischen Lyrik der Gegenwart. In der Hoffnung, dass die Gedichte durch meine Übertragung in die deutsche Sprache, einen angemessenen Empfang beim deutschen Lesepublikum erringen werden, wünsche ich Ihnen viel Spaß beim Lesen.
Η ποίηση πρέπει να ‘ναι ζαχαρωμένο βότσαλο, γράφει ο μεγάλος Έλληνας ποιητής Αργύρης Χιόνης στο ποίημα του «Δ’» (Τύποι ήλων, 1978). Από την μια πρέπει να προσφέρει μια λυτρωτική διέξοδο και μια αισθητική απόλαυση και από την άλλη να προκαλεί μια επίπονη αναμέτρηση δυνάμεων, μια υπαρξιακή αναμέτρηση με το ουσιώδες ή και το άρρητο. Οι 25 ποιητές και ποιήτριες που ανθολόγησα σε τούτο τον τόμο, αναδεικνύουν ακριβώς αυτήν την ποίηση, προσφέροντας μια πολύτιμη παρακαταθήκη Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης. Με την ελπίδα ότι τα ποιήματα τους, μέσω της απόδοσης μου στη γερμανική γλώσσα, θα διεκδικήσουν αποδέκτες και στο γερμανόφωνο κοινό, σας εύχομαι καλή ανάγνωση.
Για τον μεγάλο Gabo
Μπαλόνι κόκκινο
Ό,τι και να έκανε
τα νύχια δεν μαλάκωναν.
Ποδόλουτρα μαλάξεις λάδια αιθέρια έλαια
λίμες νυχοκόπτες εργαλεία τελευταίας τεχνολογίας.
Εκείνα εκεί.
άκαμπτα κα αγέρωχα
όπως τα χρόνια που κουβαλούσε πάνω του. Και
δεν ήταν και λίγα όσα έζησε.
Διαδρομές αναζητήσεις ερωτικοί σύντροφοι στην Ομόνοια
απώλειες υπαρξιακά διαδηλώσεις στην Πλατεία Συντάγματος
φεγγάρια ολόγιομα με ξεπλυμένες αντιφάσεις στον Λυκαβηττό
Και τώρα να τος με θολό βλέμμα και καταπονημένα τα οστά
με δόντια ατρόχιστα και στομωμένες σκέψεις
απολάμβανε [εν μέρει] τη φροντίδα.
Και τότε άρχισε.
να ξεχύνεται ένας χείμαρρος η πνοή
Και να γαβγίζει ασταμάτητα και να γρυλίζει από πόνο
Και να αλυχτά για τη ζωή που πέρασε
μπαλόνι κόκκινο.
Ποιητική | Εαρινή Ισημερία
Γύφτισσα ποίηση
Volume I
Την ποίηση δεν την φαντάζομαι
στα φανάρια: να επαιτεί
να σέρνεται ανάπηρη
να τρεκλίζει ναρκομανή
Πιότερο σαν γύφτισσα
πλανόδια στις σκιερές γωνιές των δρόμων
στην Ερμού ας πούμε ή στην Αβάντων
στην πραμάτεια μονάχα να πουλά
λέξεις τριαντάφυλλα λέξεις μπιχλιμπίδια
λέξεις μικρές όπως: πάντα, θα, σε, αγαπώ
λέξεις μεγάλες όπως: me too
λέξεις σαν πόλεμος ιστορία ακρωτηριασμός
[σώματος ψυχής φύλου]
λέξεις κούφιες πολύτιμες
λέξεις κενές μοναδικές
σαν: έρωτας θέατρο κροκοδείλια δάκρυα
Volume II
Και να μην σ’ αφήνει η άτιμη ανάσα να πάρεις
ανάμεσα – μονορούφι το κρασί –
μόνο άνω και όχι κάτω τελεία ούτε
θαυμαστικό ή/και λάγνο κόμμα μήτε
αυτό το άναρχο ερωτηματικό·
«Μονάχα λέξεις» με προστάζει
«Ποια; ποια; ποια; να πάρω επιτέλους;» ρωτώ εγώ
«Δες· ρόδινα που ξημερώνει η μέρα» είπε
Περιοδικό diPgeneration
[… «Πλησιάστε, κύριοι μου!» ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή. «Είσαστε βαθιά νυχτωμένοι». Ήταν ο φύλαρχος Φέγγος της Φωτιάς. «Πού περιφέρεστε νυχτιάτικα; Και τι αμφίεση είναι αυτή; Βγάλτε τις μύτες από σελιλόιντ! Ξεμασκαρευτείτε! Σας γνωρίζουνε. Τι μουσικά όργανα με κουδουνάκια είν’ αυτά που κουβαλάτε μαζί σας;»
«Είναι κουδουνάκια και σείστρες και τα μαστίγια του γελωτοποιού, με την άδεια σας».
«Και τι πνευστό είναι αυτό;»
«Είναι το χωνί της Νυρεμβέργης*».
«Και τι σβώλος από βαμβάκι είναι αυτός εκεί, στο σχοινί;»
«Είναι το καρουζελοαλογάκι Ιωάννης, με προσοχή τυλιγμένο σε βαμβάκι».
«Κουταμάρες! Τι δουλειά έχετε με το καρουζελοαλογάκι στην λιβυκή έρημο; Που το ’κονομήσατε το άλογο;» …]
* Η έννοια Nürnberger Trichter αναφέρεται, ειρωνικά και περιπαιχτικά, στο πώς μπορεί κανείς, χρησιμοποιώντας ένα χωνί, να γεμίσει γνώσεις τα κεφάλια των ανθρώπων.
Μικρή ανθολογία για την ποίηση
Σιωπηλά έρχεται
Σιωπηλά έρχεται και ανυποψίαστα
γωνιές να κατακτήσει και σκοτεινά σημεία
σέρνεται και απλώνεται
και απαιτεί μερίδιο
από του μυαλού τον χρόνο·
άλλοτε στο σούρουπο όταν η σκέψη γαληνεύει
και άλλοτε με τις πρώτες φωτεινές αχτίδες
Τις περισσότερες όμως φορές
ορμά σαν Έχιδνα
στου ύπνου την ηρεμία·
τότε που η έμπνευση ονειρεύεται
τις μελωδίες των λέξεων
και θέλει να θωπεύσει
όλου του κόσμου τις γραφές
μυστικά και αλλόθρησκα
τα γράμματα να ενώσει·
εκείνη ορμά και γεννοβολά
Χίμαιρες, Κέρβερους και Λερναίες Ύδρες
μεγαλώνει και θεριεύει
και άλλα αλλόκοτα πλάσματα
και την επομένη αγνώριστη πια
θα έχει γίνει
ακόμη ένα ποίημα
Σκέψεις
Τα μάτια μου μέσα από γκρίζες πηχτές βλέννες
αντικρίζουν τον κόσμο ανάποδα.
Το καλααζάρ μου κατατρώει τα σωθικά.
Το κορμί μου κάτω από το μαδημένο τρίχωμα
τόπους τόπους φωλιά παρασίτων έγινε.
Μου ρουφούνε το αίμα.
Κουράστηκα. Άδειασα. Γέρασα.
Οι πατούσες μου κοντέρ πιστό στη ζωή
προσμετρά χιλιόμετρα και χιλιόμετρα νυχτερινής αλητείας.
Αγέλαστη η μουσούδα μου οσφραίνεται
και σαλιώνει παλάμες τυχαίων περαστικών.
Μερικές φορές γρυλλίζω από αγαλλίαση
όταν χέρι συμπόνιας μου χαϊδεύει το πηγούνι.
Μα θυμώνω όταν η συμπόνια γίνεται απορία
και με σίχαμα του τολμήματος μου στερεί το χάδι.
Οίστρος βαθύς και ανεξέλεγκτος με ζευγάρωσε κάποτε
έσπειρα ομοιώματα της ράτσας μου στον δρόμο
και εσύ που μύριζες τα σκέλια
σπαρτάρισες πανευτυχής που έλαχε σε σένα η διαιώνιση της τύχης.
Από τότε πέρασαν χρόνια ή και αιώνες αναζήτησης.
Όμως χτες βρήκα στο κάδο των ανομημάτων μου ένα κοκαλάκι να γλείψω
και τσακώθηκα άγρια μαζί σου,
που θέλησα να το καταχωρήσω στη σκυλίσια συλλογή μου.
Μα και που με υπερβάλλοντα ζήλο από τα δόντια σου το άρπαξα,
τι έγινε;
Άλλο ένα με σήψη αμπαλαρισμένο γεγονός.
Τα ποιήματα του 2020
[Καράμπαμπας ή ο πλάτανος]
Όταν πρωτοήρθα θέλησα να φυτέψω έναν πλάτανο. Ο βράχος άνυδρος και χέρσος. Γνωστοί, άγνωστοι ειδήμονες, γεωπόνοι και περαστικοί, συμπονούσαν για την εμμονή νεύοντας συγκαταβατικά το κεφάλι. «Τρέλα είναι θα της περάσει», λέγαν. Εγώ ανένδοτη. Κόντρα στο είθισται έκανα του κεφαλιού μου και έπραξα την επιθυμία. Δώδεκα χρόνια μετά, ο πλάτανος θέριεψε, ξεπέρασε τα άλλα δέντρα και λικνίζει περήφανος το ανάστημα του πια. Οι γνωστοί και οι άγνωστοι με ρωτούν πως και έγινε αυτό.
«Θαύμα θαύμα», τους απαντώ.
Μα δεν πρόκειται να πω
πως δίπλα στον βόθρο είναι μυστικό
να φυτεύεις προσδοκίες.
εκδόσεις βακχικόν, 2020
Θερίσματα ζωής και ερώτων | Lebens und Liebesernten
Από τις Εκδόσεις Στίξις κυκλοφορεί το νέο βιβλίο του Νίκου Μυλόπουλου «Θερίσματα ζωής και ερώτων / Lebens und Liebesernten». Η έκδοση αυτή είναι μία ευτυχής συνάντηση δύο ποιητών. Η ποιήτρια και μεταφράστρια Κατερίνα Λιάτζουρα επέλεξε και μετέφρασε στα γερμανικά ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου. Όπως γράφει και στην Εισαγωγή ο Γιώργος Ρούσκας: «Η μεταφορά ενός έργου σε μία άλλη γλώσσα είναι από μόνη της σπουδαία υπόθεση, γιατί δίνει τη δυνατότητα στον ομιλούντα ή γνωρίζοντα τη μία από τις δύο να έχει πρόσβαση στην άλλη». Και προσθέτει: «Ποιήματα συχνά με δομή μικρού μονολόγου ή συμπυκνωμένου μονόπρακτου, με ένα ποιητικό υποκείμενο να μιλά για όλα, να αισθάνεται πεντακάθαρα τα τεκταινόμενα, με μνήμη αλώβητη».
Ο Νίκος Μυλόπουλος υπηρετεί την ποίηση με ειλικρίνεια και ευγένεια. Με βαθύ στοχασμό προσεγγίζει τον κόσμο που κάποιες φορές καταρρέει, όμως στο τέλος ανασυγκροτείται και προχωράει μπροστά. Δεν μένει στη μοναξιά του εαυτού του. Περνάει αβίαστα στο Εμείς, νιώθοντας αυτή τη μετάβαση σαν ανάγκη, σαν υποχρέωση και σαν κληρονομιά στους μεταγενέστερους.


