Κατερίνα Λιάτζουρα
Katharina Liatzoura
Λίγα λόγια
Γεννήθηκε το 1972 στην Στουτγκάρδη της Γερμανίας. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στην Πολιτιστική Διαχείριση από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Ζει στην Χαλκίδα και εργάζεται στην Μέση Εκπαίδευση Εύβοιας ως Φιλόλογος της Γερμανικής Γλώσσας. Είναι μέλος του PEN Ελλάδας.
Τα βιβλία μου
Ζαχαρωμένα βότσαλα | Überzuckerte Kieselsteine
Die Poesie müsse ein überzuckerter Kieselstein sein, meint der griechische Dichter Argyris Chionis, im Gedicht «Δ’» (Delta) aus dem Lyrikband «Nageltypen» (1978). Einerseits müsse sie einen erlösenden Ausweg und ein ästhetisches Vergnügen ans Herz legen und andererseits ein schmerzliches Kräftemessen hervorrufen, eine existenzielle Auseinandersetzung mit dem Wesentlichen oder auch mit dem Außerordentlichen. Die 25 Dichter und Dichterinnen, die ich in diesem Band angesammelt habe, fördern genau diese Poesie und bieten einen wertvollen Nachlass der Griechischen Lyrik der Gegenwart. In der Hoffnung, dass die Gedichte durch meine Übertragung in die deutsche Sprache, einen angemessenen Empfang beim deutschen Lesepublikum erringen werden, wünsche ich Ihnen viel Spaß beim Lesen.
Η ποίηση πρέπει να ‘ναι ζαχαρωμένο βότσαλο, γράφει ο μεγάλος Έλληνας ποιητής Αργύρης Χιόνης στο ποίημα του «Δ’» (Τύποι ήλων, 1978). Από την μια πρέπει να προσφέρει μια λυτρωτική διέξοδο και μια αισθητική απόλαυση και από την άλλη να προκαλεί μια επίπονη αναμέτρηση δυνάμεων, μια υπαρξιακή αναμέτρηση με το ουσιώδες ή και το άρρητο. Οι 25 ποιητές και ποιήτριες που ανθολόγησα σε τούτο τον τόμο, αναδεικνύουν ακριβώς αυτήν την ποίηση, προσφέροντας μια πολύτιμη παρακαταθήκη Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης. Με την ελπίδα ότι τα ποιήματα τους, μέσω της απόδοσης μου στη γερμανική γλώσσα, θα διεκδικήσουν αποδέκτες και στο γερμανόφωνο κοινό, σας εύχομαι καλή ανάγνωση.
Τυφοειδής πυρετός [Nervenfieber]
κάποτε σταμάτησε αυτός ο θαυματουργός πολλαπλασιασμός του άρτου ίσως επειδή αρχίσαμε να θέτουμε ερωτήματα και συνεπώς ξεσκεπάσαμε το παραμύθι ως τέτοιο προσκρούσαμε πάνω στο έδαφος σε ελεύθερη πτώση από απελευθερωμένα κομμάτια δυο κορμιών συνεχώς απασχολημένα να θρέψουν τις δικές τους πληγές να παρεμποδίσουν να εισχωρήσει σκόνη κάτω από τους επιδέσμους φυματίωση
Λευκοί Νάνοι
και έπειτα∙
με τούτο δω το ποίημα
δεν θα διεκδικήσω καμιά πρωτοτυπία
για μένα, τον Μαμωνά και τη malaise du siècle∙
σαδιστική εξάλλου ήταν πάντοτε
η φλέβα του ειδώλου
σαν αντάμωνε το μαύρο με τον χρυσό
και το θειάφι με το φυτίλι
ντενεκέδες κοσμοκαλόγεροι, Εαυτούληδες της πόλης
ζυγίζουν νευρόσπαστα τη νοερή αξία
μέσα στην ασάφεια του χρόνου
και πυκνώνουν και πυκνώνουν ολοένα
στα πέπλα της αρένας
Πάμπολλες οι αλήθειες, κι εσύ δεν γνώρισες καμία;
Γιγαντώθηκες στη λογική, ποιο να’ ναι το σημάδι;
Στον πύργο της Βαβέλ σκαρφάλωσες
στον ουρανό και στον βωμό
και πιο πάνω και πιο πάνω και όλο πιο πάνω θέλησες
την πτώση να αποφύγεις
μα, εκείνο το φρούτο άλλοτε, μήλο κόκκινο δεν ήταν;
Gedichte von Anna Ospelt | Ποιήματα της Άννας Όσπελτ
Στους δρόμους για το Σόνμπεργκ
στρώνω έλατα
στρώνω επιθυμίες
ακολουθώ το αργοπορημένο χιόνι
η ίδια έλατο
η ίδια χιόνι
όμως το πρώιμο χιόνι
τρίζει όταν λάμπει ο ήλιος
ο πατέρας μου μου δίνει το χέρι
ακουμπώ το πρόσωπο μου πάνω
σε αυτή την απαλή
και όλο απαλότερη χειρονομία
ανηφορίζουμε προς το Σόνμπεργκ.
∞ | ∞
Auf die Wege zum Schönberg
lege ich Tannen
lege ich Wünsche
ich geh den späten Schnee entlang
selbst Tanne
selbst Schnee
aber früher Schnee
der knistert wenn die Sonne hineinscheint
mein Vater gibt mir die Hand
ich lege mein Gesicht hinein
in diese weicher
und weicher werdende Geste
wir gehen zum Schönberg hinauf.
Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
Η ποίηση της Κατερίνας Λιάτζουρα, υπερρεαλιστική, με έντονους καταγγελτικούς τόνους αλλά και εκφράσεις οργής και αγανάκτησης, με εξομολογήσεις των διαψεύσεων αλλά και συναίσθηση της προσωπικής ευθύνης, αποζητά την ηθική (ποιητική και κοινωνική) και στηλιτεύει την πολιτιστική ελαφρότητα. (σελ. 393)
Ανθολογία 1st Serres International Poetry Festival
Βιολέτα ή Μενεξές
Εκείνο το πρωινό ένιωσε κουρασμένη·
ένιωσε ανηφορίζοντας στα ρουθούνια
την μυρωδιά του θανάτου
Με τον ήλιο πάνω
στα θαμπωμένα βλέφαρα
μέτρησε δαχτυλίδια
χρόνια συσσωρευμένα
σε ομόκεντρους κύκλους
Ένα μπάλωμα ανάμεσα σε δυο άκρες
μια βελονιά πάνω στο κενό
Πάνω στο ματωμένο λείψανο
στάθηκαν λευκές πεταλούδες
Λευκά σημαιάκια τα φτερά τους
Η μία έμεινε για πάντα εκεί
άφησε το αποτύπωμα της στο ξύλο
Μια άλλη χόρεψε μπροστά στα χείλη
που κόβουν βιολετιά λουλούδια
Η άλλη φτεροκόπησε στον άνεμο
πάνω από τις πλαγιές του λόφου
Η πιο μικρή πέταξε κοντά στα μάτια
Κοίταξε πέρα απ’ αυτά
με βλέμμα μαθημένο στον ουρανό
Έκλεισε τα μάτια·
δεν έπρεπε να καταλήξουν ραμφισμένα
από κοράκια
από την ποιητική συλλογή Άνθεα, εγχώρια και εξωτικά, Ποιητικό Ανθο-Λόγιο Κατερίνα Λιάτζουρα & Μαργαρίτα Παπαγεωργίου (εκδόσεις ΑΩ, 2023)
Violet or Pansy
On that morning, she felt tired;
she felt, rising in her nostrils
the smell of death
With the sun
in her blinking eyelids
she counted rings
of accumulated years
into concentric circles
A patch between two edges
a stitch on the void
Upon the bloody relic
white butterflies stood
Their wings, white little flags
One stayed there forever
leaving its imprint on the wood
Another danced before the lips
that cut violet colored flowers
Some other fluttered in the wind
over the sides of the hill
The youngest flew close to the eyes
She looked beyond them
with a gaze accustomed to the sky
She closed her eyes;
they were not to end up pecked
by crows
from the poetry collection Anthea, domestic and exotic, Poetic Antho-Logy, by Katerina Liatzoura & Margarita Papageorgiou (AO publication, 2023)
translated by Margarita Papageorgiou
Κάποτε πρέπει να περπάτησα σε τρυφερό χορτάρι [Einmal muss ich über weiches Gras gelaufen sein]
Αφήνομαι στη κίνηση του τρένου να με λικνίσει πίσω στην πιθανότητα μιας παιδικής ηλικίας, σε μια παιδική ηλικία, που θα μπορούσε να είναι πιθανή, στην πιθανή ανάμνηση μιας γιαγιάς που αναμένει την άφιξη της μάνας μου και της δικής μου, που στέκει κοντά στο φράχτη, εδώ και ώρες, που έχει τελειώσει τις προετοιμασίες της, εδώ και ώρες. Στο τραπέζι της κουζίνας ένα σκούρο μπλε δοχείο από πορσελάνη γεμάτο αμυγδαλωτά, το Bortschtsch σιγοβράζει στο μάτι, αλμυρά αγγουράκια τουρσί στο αποθηκάκι, αποξηραμένα μανιτάρια, πατάτες, κρεμμύδια, σπιτικό ψωμί. Το πάτωμα της εισόδου είναι στρωμένο με μαλακά πατάκια, κιλίμια με ηλιοτρόπια και βολβοειδείς τρούλους στους τοίχους, στην κάμαρα, τον κύριο χώρο του σπιτιού, μια κορνιζαρισμένη φωτογραφία με τη μάνα κι εμένα. Πάνω στο ένα και μοναδικό κρεβάτι τα δώρα έτοιμα (η γιαγιά θα κοιμηθεί στο καμαράκι, παρόλο που η μάνα θα φέρει αντιρρήσεις): μια Ματριόσκα, η ομορφότερη που μπόρεσε η γιαγιά να ξετρυπώσει, παραδίπλα ένα κουκλάκι με ματάκια που ανοιγοκλείνουν, κεντημένα πουκάμισα, ένα ζακετάκι μάλλινο, τραπεζομάντιλα όπου αναρριχώνται λουλούδια, κεντημένα, σε πείσμα των παγω-μένων κρυστάλλινων σχημάτων στα παράθυρα, τις ατελείωτες, παγωμένες νύχτες του χειμώνα.
Η μυρωδιά του σπιτιού που αναδύεται από αντικείμενα, που την αναγνωρίζει ο καθένας που έχει επισκεφτεί, έστω και μια μόνο φορά, ξύλινο σπίτι στη Λευκορωσία, μια μυρωδιά που περιγράφεται μόνο μέσω των αντικειμένων. Η γιαγιά προσπάθησε να διώξει όλες τις μύγες έξω, έκλεισε τις κουρ-τίνες στα παράθυρα. Η κουρτίνα για μύγες στην εξώπορτα, τα πολύχρωμα κορδόνια με τις χάντρες κροταλίζουν από το ελαφρύ αεράκι. Ακούγονται οι κότες. Όταν κάθεσαι στην κουζίνα ακούγεται το σιγαλό βράσιμο της σούπας, ο σκύλος που τρέχει πέρα δώθε μέσα στο κλουβί του και μασουλάει ένα κόκκαλο. Το θρόισμα του υφάσματος σαν χαϊδεύει η γιαγιά το παιδί. Τόσο ήσυχα είναι που α-κούγεται το χάιδεμα.
Εγώ, θα είχα κρυφτεί πίσω από τη μάνα μου, θα περνάγανε λίγα δευτερόλεπτα έως ότου η γιαγιά να αγκαλιάσει την κόρη της, και των δυο θα τρέχανε δάκρυα στο πρόσωπο, κι εγώ δεν θα ήξερα τι να κάνω. Και έπειτα, μετά από αρκετή ώρα, η γιαγιά θα στρέφονταν προς τα μένα, και με προσοχή θα έπαιρνε το πρόσωπο μου στα τραχιά της χέρια, θα κούναγε το κεφάλι σαν να μην μπορούσε να πι-στέψει, ότι τώρα, ναι τώρα, μπορούσε να δει επιτέλους την εγγονή της.
Ιστορίες πάθους και μαγειρικής
[… Μια κρεατομηχανή θα ήθελα, είπα και γύρισα την πλάτη μου καληνυχτίζοντας. Ναι, μια κρεατομηχανή θα ήθελα για δώρο επετείου. Αφού με ρώτησες, έχω το δικαίωμα να ζητήσω αυτό, που επιθυμώ περισσότερο από όλα τα δώρα του κόσμου. Ούτε κοσμήματα, ούτε ταξίδια. Ούτε λουλούδια, ούτε σοκολατάκια σε περίτεχνα κουτάκια. Μία κρεατομηχανή θα ήθελα, σαν αυτές που διαφημίζουν στη τηλεόραση. Αλέθουν λέει, όλα τα κομμάτια κρέατος και τα κάνουνε κιμά. Ναι, αυτή θέλω. Ένα μηχάνημα, όπου χώνεις ολόκληρα κομμάτια κρέατος και απ’ όπου βγαίνουν τέλεια στρογγυλοποιημένα σκουληκάκια. Τόσες και τόσες πολιτισμένες συζητήσεις κάναμε για το φαινόμενο του κρεοπώλη που βαριέται να αλέσει τον κιμά δύο και τρεις φορές. Το φρέσκο κρέας για να γίνει κιμάς, και ο κιμάς για να γίνει σουτζουκάκια, σαν αυτά της μανούλας μου, πρέπει να αλεστεί δύο και τρεις φορές, μου έλεγες, ενώ άστραφτε και βρόνταγε γύρω μου. Εντάξει, ας μην αδικήσω τον γάμο μας. Όλα άρχισαν να κατρακυλάνε, όταν θέλησα να σου φτιάξω το αγαπημένο σου φαγητό. …]
Ανθολόγιο μικρού διηγήματος για την νύχτα
[… Λίγα ήταν τα βήματα που κάνατε τρικλίζοντας, για να ισορροπήσετε τον κάθε ενδοιασμό σας. Και τότε ο άγνωστος άρχισε να σου μιλά για έναν παιδικό του φίλο, κάποιον Pessoa, που αυτός θαύμαζε και για ένα Καπνοπωλείο που από μικρός ήθελε να ανοίξει. Τον συναντούσε καθημερινά πίνοντας βυσσινάδα στα τραπεζάκια του Rex. Μιλάγανε ώρες ατελείωτες για ζωή και για γυναίκες και για ανεκπλήρωτους έρωτες. Μιλάγανε συνήθως μέχρι ο ορίζοντας να ροδίσει. Και τότε έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής, δίπλα στο κιγκλίδωμα της παραλίας. Νύχτωνε μέχρι να φτάσει από την μία άκρη ως την άλλη.
Ο άγνωστος σταμάτησε απότομα και σε αγκάλιασε σφιχτά από τους ώμους. Φοβήθηκε μην ήσουνα και συ σαν τον άλλον τον ποιητή, πλάσμα της φαντασίας του και χανόσουν στις πρώτες ηλιαχτίδες του ξημερώματος. Χωρίς προειδοποίηση. Χωρίς εξηγήσεις. Σαν χρόνιος εραστής έσκυψε και μύρισε τα μαλλιά σου. «Ωραία μυρίζεις», είπε και έγειρε και τα φίλησε. Και συ αποκαμωμένη από το ξενύχτι και την αναζήτηση, έγειρες πάνω στο πέτο του κρεμ σακακιού του και έκλεισες τα μάτια. …]
Στο Ξάφνιασμα της Ομορφιάς
Ω Τσαρλς,
απλώνεις το χέρι και πιάνεσαι από μια λέξη
κάθεσαι στον ήλιο, μιλάς μιλάς καπνίζεις και πίνεις και αναρωτιέσαι:
μια λέξη που να μην ειπώθηκε;
και διαβάζεις και ξαναδιαβάζεις και σημειώνεις και τσαλακώνεις
μια σελίδα για να θυμηθείς μετά από χρόνια
ότι εδώ κάτι ήθελες
να θυμηθείς αλλά τώρα;
πια δεν θυμάσαι και αναρωτιέσαι:
μια λέξη που να μην ειπώθηκε;
διαβάζεις δυνατά τη λέξη, εκείνη που δεν ειπώθηκε, και την βάζεις πίσω
από την άλλη και την άλλη, και την άλλη που επίσης δεν ειπώθηκε· εις βάθος
μελετάς την κάθε μία λέξη στο εξώφυλλο
στο ψυγείο
στο μπουκάλι
στο ποίημα
στο ποίημα;
ποίημα;
και μελετάς τη λέξη στο βάθος, τη λέξη στο εξώφυλλο και στο ψυγείο, τη λέξη στο μπουκάλι, στο μπουκάλι στο χέρι, στο χέρι του Τσαρλς
και αναρωτιέσαι: ποια λέξη δεν ειπώθηκε;
και το μυαλό αρχίζει
να θολώνει και η σκέψη
αρχίζει να ξεμακραίνει και ο Τσαρλς
να επιμένει
να κρατά το μπουκάλι με τη λέξη·
και η λέξη να παραμένει άφαντη
και το ποίημα να παραμένει άφαντο
και ο Τσάρλς κι εγώ άφαντοι
και η λέξη, η λέξη αυτή που δεν ειπώθηκε και αυτή! και η λέξη! και η λέξη αυτή που δεν ειπώθηκε κι αυτή παραμένει άφαντη!
και να!
εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση


