Κατερίνα Λιάτζουρα
Katharina Liatzoura
Λίγα λόγια
Γεννήθηκε το 1972 στην Στουτγκάρδη της Γερμανίας. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στην Πολιτιστική Διαχείριση από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Ζει στην Χαλκίδα και εργάζεται στην Μέση Εκπαίδευση Εύβοιας ως Φιλόλογος της Γερμανικής Γλώσσας. Είναι μέλος του PEN Ελλάδας.
Τα βιβλία μου
Ποιητική | Εαρινή Ισημερία
Γύφτισσα ποίηση
Volume I
Την ποίηση δεν την φαντάζομαι
στα φανάρια: να επαιτεί
να σέρνεται ανάπηρη
να τρεκλίζει ναρκομανή
Πιότερο σαν γύφτισσα
πλανόδια στις σκιερές γωνιές των δρόμων
στην Ερμού ας πούμε ή στην Αβάντων
στην πραμάτεια μονάχα να πουλά
λέξεις τριαντάφυλλα λέξεις μπιχλιμπίδια
λέξεις μικρές όπως: πάντα, θα, σε, αγαπώ
λέξεις μεγάλες όπως: me too
λέξεις σαν πόλεμος ιστορία ακρωτηριασμός
[σώματος ψυχής φύλου]
λέξεις κούφιες πολύτιμες
λέξεις κενές μοναδικές
σαν: έρωτας θέατρο κροκοδείλια δάκρυα
Volume II
Και να μην σ’ αφήνει η άτιμη ανάσα να πάρεις
ανάμεσα – μονορούφι το κρασί –
μόνο άνω και όχι κάτω τελεία ούτε
θαυμαστικό ή/και λάγνο κόμμα μήτε
αυτό το άναρχο ερωτηματικό·
«Μονάχα λέξεις» με προστάζει
«Ποια; ποια; ποια; να πάρω επιτέλους;» ρωτώ εγώ
«Δες· ρόδινα που ξημερώνει η μέρα» είπε
Θερίσματα ζωής και ερώτων | Lebens und Liebesernten
Από τις Εκδόσεις Στίξις κυκλοφορεί το νέο βιβλίο του Νίκου Μυλόπουλου «Θερίσματα ζωής και ερώτων / Lebens und Liebesernten». Η έκδοση αυτή είναι μία ευτυχής συνάντηση δύο ποιητών. Η ποιήτρια και μεταφράστρια Κατερίνα Λιάτζουρα επέλεξε και μετέφρασε στα γερμανικά ποιήματα του Νίκου Μυλόπουλου. Όπως γράφει και στην Εισαγωγή ο Γιώργος Ρούσκας: «Η μεταφορά ενός έργου σε μία άλλη γλώσσα είναι από μόνη της σπουδαία υπόθεση, γιατί δίνει τη δυνατότητα στον ομιλούντα ή γνωρίζοντα τη μία από τις δύο να έχει πρόσβαση στην άλλη». Και προσθέτει: «Ποιήματα συχνά με δομή μικρού μονολόγου ή συμπυκνωμένου μονόπρακτου, με ένα ποιητικό υποκείμενο να μιλά για όλα, να αισθάνεται πεντακάθαρα τα τεκταινόμενα, με μνήμη αλώβητη».
Ο Νίκος Μυλόπουλος υπηρετεί την ποίηση με ειλικρίνεια και ευγένεια. Με βαθύ στοχασμό προσεγγίζει τον κόσμο που κάποιες φορές καταρρέει, όμως στο τέλος ανασυγκροτείται και προχωράει μπροστά. Δεν μένει στη μοναξιά του εαυτού του. Περνάει αβίαστα στο Εμείς, νιώθοντας αυτή τη μετάβαση σαν ανάγκη, σαν υποχρέωση και σαν κληρονομιά στους μεταγενέστερους.
Σκοτεινός θάλαμος | 36 ποιητικές φωνές στα καρέ της Πένυ Δέλτα
Η θεά των όφεων
Ha-Va, δεν βλέπεις πως κινείται;
σε σπείρες τυλίγεται πάνω στη γη
γύρω απ’ τα αστέρια κουλουριάζεται
και αποκοιμιέται με τα 7 κεφάλια
πάνω στη ραχοκοκαλιά
Ha-Va, δεν ακούς που θέλει
πουκάμισα πλουμιστά ν’ ανταλλάξεις
με αντανακλάσεις;
Λένε πως όταν ξυπνά από χειμερία (πάντα) νάρκη
και έρπει στο άγνωστο και το ασύλληπτο
συριγμούς βγάζει για το απόλυτο
και το εντελώς ακατανόητο ενός δέντρου
που αντί για γνώση αντανακλά
Φως στο Σκότος, Φως του Σκότους
Ίσως σαν μεγαλώσεις κάποτε
-μέσα σε τούτους ή και τους άλλους τους αιώνες-
να σου πω για το πανάρχαιο εκείνο παραμύθι
για την Ουατζέτ, τη Ρέα και την Κυβέλη
και για σένα Ha-Va! Και για σένα!
Που με δυο φίδια στα χέρια και ολόγυμνα τα στήθη
πορεύτηκες εξ Αρχής
στου κόσμου το μέσα Σύμπαν
Εκατό Είκοσι Φωνές
Κάπου στην Λωρίδα της Γάζας
Καμωμένη από προηγούμενες ζωές, ληγμένες
μέτρησε κύκλους ομόκεντρους να συσσωρεύονται
πάνω στο χώμα. Άκουγε από κάτω κραυγές.
Τους μήνες που το κόκκινο γινότανε το χρώμα της,
εκείνη ατένιζε πέρα
πάνω απ’ τα ερείπια και τους νεκρούς
πάνω απ’ τα συρματοπλέγματα.
Είπε: Από μικρή έμαθα να μην χάνω την σειρά μου. Κάθε που χάραζε απασφάλιζα τα παραθυρόφυλλα και χαιρετούσα με ευλάβεια τους νεκρούς που απόμειναν θαμμένοι. Έμαθα να γλείφω τις σκόνες απ’ τα χαλάσματα, να τρώω χώμα και σκυρόδεμα, και με δάκρυα να αφήνω σημάδια τ’ αποτύπωμα, εκείνοι τον δρόμο τους να βρούνε· πίσω σε με και κοντά μου. Κι όταν νύχτωνε και πάλι, με ματωμένες τις παλάμες χτυπούσα τα μάγουλα, μη τυχόν και ξεχαστώ· ο πόνος μη βρει τρόπο να ξεφύγει μέσα από το στόμα.
Έπειτα τ’ αποφάσισε.
Κοινώνησε φύκι και αλμύρα
κοινώνησε πατρίδα.
Η θάλασσα ήταν εύτροφη
το χρώμα της υγρό.
Η μελέτη των ριζών [Wurzelstudien]
10. Μαΐου
Γερή. Χλωμή. Επιθυμία για. Φοβία για.
Μου φαίνεται πως είμαι ένας σπόρος λουλουδιού, που δεν κάνει να τον φυτέψεις πολύ κοντά σε άλλους σπόρους λουλουδιών. Ή μάλλον, κάνει, μόνο που δεν έχω ανακαλύψει ακόμη κοντά σε ποιους. Μέχρι τώρα η μεταφύτευση ήταν απαραίτητη μετά από κάποια χρόνια.
Το να κατοικείς με παρέα σε μια γλάστρα, μου φαίνεται κάπως στενάχωρο. Αλλά ούτε και μόνη μου θα ήθελα να κατοικώ εκεί μέσα, αλλά ούτως ή άλλως δεν θέλω να κατοικώ σε γλάστρα!
Κάθομαι στο τρένο και περνάω δίπλα από χωράφια, χωράφια με γογγύλια, χωράφια με καλαμπόκια, χωράφια με παπαρούνες. Ούτε και σε χωράφι θέλω, παραείναι μονότονο. Σ’ ένα λιβάδι με λουλούδια; Πολύ διακοσμητικό. Στον κήπο του κυρίου Μπούχελ;
Σφαλίζω τα μάτια και ριζώνω στον κήπο του κυρίου Μπούχελ.
Σκέψεις
Τα μάτια μου μέσα από γκρίζες πηχτές βλέννες
αντικρίζουν τον κόσμο ανάποδα.
Το καλααζάρ μου κατατρώει τα σωθικά.
Το κορμί μου κάτω από το μαδημένο τρίχωμα
τόπους τόπους φωλιά παρασίτων έγινε.
Μου ρουφούνε το αίμα.
Κουράστηκα. Άδειασα. Γέρασα.
Οι πατούσες μου κοντέρ πιστό στη ζωή
προσμετρά χιλιόμετρα και χιλιόμετρα νυχτερινής αλητείας.
Αγέλαστη η μουσούδα μου οσφραίνεται
και σαλιώνει παλάμες τυχαίων περαστικών.
Μερικές φορές γρυλλίζω από αγαλλίαση
όταν χέρι συμπόνιας μου χαϊδεύει το πηγούνι.
Μα θυμώνω όταν η συμπόνια γίνεται απορία
και με σίχαμα του τολμήματος μου στερεί το χάδι.
Οίστρος βαθύς και ανεξέλεγκτος με ζευγάρωσε κάποτε
έσπειρα ομοιώματα της ράτσας μου στον δρόμο
και εσύ που μύριζες τα σκέλια
σπαρτάρισες πανευτυχής που έλαχε σε σένα η διαιώνιση της τύχης.
Από τότε πέρασαν χρόνια ή και αιώνες αναζήτησης.
Όμως χτες βρήκα στο κάδο των ανομημάτων μου ένα κοκαλάκι να γλείψω
και τσακώθηκα άγρια μαζί σου,
που θέλησα να το καταχωρήσω στη σκυλίσια συλλογή μου.
Μα και που με υπερβάλλοντα ζήλο από τα δόντια σου το άρπαξα,
τι έγινε;
Άλλο ένα με σήψη αμπαλαρισμένο γεγονός.
Ψηφιδωτό Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης
αντιΙστορία
Ι
Κανείς δεν αναρωτήθηκε
σαν είδε τα καδρόνια
να φλέγονται στοιβαγμένα
σε εστία προβληματισμού
Κανείς δε κοκκίνησε
σαν είδε τα ζύγια
να γκρεμίζονται αβέβαια
σε ζυγαριά θαυμασμού
Κανείς δεν σκίρτησε
από επιθυμία δεν ρώτησε
από ηδονή έστω να μάθει
γιατί;
ανακωχή δεν διαφαίνεται
στη διαμάχη των ανθρώπων
στη σελίδα
μιας ακόμη Ιστορίας
Ι Ι
Διδάχοι υπήρξαν οι θρησκείες
στις αδιέξοδες θεωρήσεις
στις συλλογικές τελετουργίες
μιας θολής εξάλειψης
Το τιποτένιο, το κενό
απότοκος
μιας κάποτε ελληνικής σκέψης
παράκμασε την φιλική λέξη του δωρήματος
απονέκρωσε την εμπειρία
αφαίρεσε από την χειρονομία μου
κάθε δισταγμό, κάθε περίσκεψη
με υπόταξε στο ασυμφιλίωτο
σαν χωρίς Ιστορία
στην απαίτηση των πραγμάτων.
Μόνο μια-δύο αποχρώσεις
του αίματος χειρότερα.
Ι Ι Ι
Στο μεγάλο κοιμητήριο
θυσιάζω όλες τις εκδηλώσεις μου·
πεθαίνω και ενταφιάζω
κάθε πολιτικό δικαίωμα
κάθε ηθική αξία
κάθε ανθρώπινη θυσία.
Στο βωμό επάνω
θυσιάζω όλη μου την Ιστορία·
σκοτώνω και ακρωτηριάζω
κάθε πολιτικό μεγαλείο
κάθε πραγματική ελευθερία
κάθε ψευδεπίγραφη προσδοκία.
Έγινα κράτος τώρα.
Μικρή ανθολογία για την ποίηση
Σιωπηλά έρχεται
Σιωπηλά έρχεται και ανυποψίαστα
γωνιές να κατακτήσει και σκοτεινά σημεία
σέρνεται και απλώνεται
και απαιτεί μερίδιο
από του μυαλού τον χρόνο·
άλλοτε στο σούρουπο όταν η σκέψη γαληνεύει
και άλλοτε με τις πρώτες φωτεινές αχτίδες
Τις περισσότερες όμως φορές
ορμά σαν Έχιδνα
στου ύπνου την ηρεμία·
τότε που η έμπνευση ονειρεύεται
τις μελωδίες των λέξεων
και θέλει να θωπεύσει
όλου του κόσμου τις γραφές
μυστικά και αλλόθρησκα
τα γράμματα να ενώσει·
εκείνη ορμά και γεννοβολά
Χίμαιρες, Κέρβερους και Λερναίες Ύδρες
μεγαλώνει και θεριεύει
και άλλα αλλόκοτα πλάσματα
και την επομένη αγνώριστη πια
θα έχει γίνει
ακόμη ένα ποίημα
Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
Η ποίηση της Κατερίνας Λιάτζουρα, υπερρεαλιστική, με έντονους καταγγελτικούς τόνους αλλά και εκφράσεις οργής και αγανάκτησης, με εξομολογήσεις των διαψεύσεων αλλά και συναίσθηση της προσωπικής ευθύνης, αποζητά την ηθική (ποιητική και κοινωνική) και στηλιτεύει την πολιτιστική ελαφρότητα. (σελ. 393)
«24»
κδ’
Μέσα από τους συμβολισμούς
μυστικιστική ήταν πάντα η σύμβαση
που συναρμόζει άνθρωπο και σύμπαν
κι ας προστάζει στην κδ’
ως δόνηση την ανταμοιβή
από προηγούμενη ζωή
ή/και από μελλούμενες
[μετ]ενσαρκώσεις
Εκείνη όρισε τον χρόνο
στην περιστροφή της Γης
– αριθμός αγγέλων, βλέπεις-
εκείνη χάραξε ραβδώσεις
στους κίονες από την Ιωνία
εκείνη πάλι ήτανε που διαλάλησε
του Ομήρου τη ραψωδία
βαρύ πολύ το μέταλλο
βαριά κι η χρυσή γραφίδα
Ας σιωπήσουμε λοιπόν
με την έξω μας φωνή
ας αφουγκραστούμε
τον μέγα μέσα κόσμο


