Συνέντευξη | π. Λίβυος
Σε μια εποχή όπου η ευτυχία προβάλλεται ως υποχρέωση και η χαρά συχνά βιώνεται με άγχος ή ενοχή, τα υπαρξιακά ερωτήματα επανέρχονται με μεγαλύτερη ένταση: επιτρέπεται να είμαστε καλά; τι σημαίνει αληθινή χαρά; και γιατί, τη στιγμή που την αγγίζουμε, συχνά την υπονομεύουμε;
Ο π. Λίβυος, μέσα από το πρόσφατο βιβλίο του «Γιατί φοβόμαστε τη χαρά και νιώθουμε ένοχοι μπροστά στην ευτυχία;» (εκδόσεις Ψυχογιός, 2025), επιχειρεί να φωτίσει αυτές τις εσωτερικές αντιφάσεις, προσεγγίζοντας τη χαρά όχι ως επιφανειακή κατάσταση, αλλά ως βαθύ υπαρξιακό και ψυχικό βίωμα. Η σκέψη του κινείται στο μεταίχμιο ανάμεσα στην ορθόδοξη χριστιανική πνευματικότητα και τις σύγχρονες σχολές ψυχοθεραπείας, αναζητώντας έναν διάλογο που δεν ακυρώνει, αλλά συμπληρώνει τον άνθρωπο.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η χαρά, η ενοχή, ο φόβος και η ευτυχία εξετάζονται ως ψυχολογικές και υπαρξιακές εμπειρίες, στενά συνδεδεμένες με την αυτογνωσία, τη σχέση με τον εαυτό και τον Άλλον, αλλά και με το πνευματικό νόημα της ζωής, σε μια προσπάθεια να γεφυρωθεί ο εσωτερικός κόσμος της ψυχής με την πνευματική παράδοση της Ορθοδοξίας.
Κατερίνα Λιάτζουρα, Ιανουάριος 2026
Ποια ήταν η αφορμή ή η προσωπική εμπειρία που σας οδήγησε στη συγγραφή αυτού του βιβλίου;
Η αφορμή ήταν ο πόνος των ανθρώπων. Μου γράφουν καθημερινά άνθρωποι που δεν αντέχουν άλλο να ζουν μέσα σε φόβο και ενοχή. Άνθρωποι που όταν πάνε να χαρούν, αμέσως περιμένουν να τιμωρηθούν. Και επειδή το έχω περάσει κι εγώ προσωπικά σε άλλες μορφές του, ήθελα να γράψω κάτι που να παρηγορεί, να φωτίζει και να απελευθερώνει. Το βιβλίο γεννήθηκε από μια ανάγκη να πω σε όλους αυτούς τους ανθρώπους: «Δεν είσαι μόνος. Και δεν είσαι λάθος επειδή φοβάσαι».
Το βιβλίο σας πραγματεύεται τον φόβο της χαράς και την ενοχή απέναντι στην ευτυχία ως ένα διαδεδομένο αλλά συχνά αθέατο φαινόμενο. Πώς ορίζετε εσείς τη «χαρά» σε μια εποχή γεμάτη άγχος και δυσκολίες; Ποιοι ψυχολογικοί μηχανισμοί βρίσκονται, κατά τη γνώμη σας, στη ρίζα αυτού του φόβου;
Η χαρά δεν είναι απλά ένας ενθουσιασμός ούτε μια εύκολη ευτυχία. Η χαρά είναι μια εσωτερική γαλήνη, μια αίσθηση ότι «είμαι εδώ, είμαι ζωντανός, μπορώ να αναπνεύσω». Ακόμη κι αν έξω έχει δυσκολία. Στη ρίζα του φόβου της χαράς υπάρχει συχνά τραύμα. Όταν κάποιος έζησε μέσα σε τιμωρία, στέρηση ή φόβο, το νευρικό του σύστημα μαθαίνει ότι η χαρά είναι επικίνδυνη. Γι’ αυτό και μόλις εμφανιστεί, ενεργοποιείται ένα «κακό προαίσθημα» σαν άμυνα. Η ενοχή απέναντι στην ευτυχία είναι πολλές φορές μια βαθιά πεποίθηση ότι δεν αξίζω. Ότι «δεν μου επιτρέπεται να είμαι καλά». Και αυτή η πεποίθηση καλλιεργείται από μικρά βιώματα: από αυστηρούς γονείς, από έλλειψη τρυφερότητας, από συγκρίσεις, από απόρριψη. Συνηθισμένες φωνές είναι: «Αν χαρείς, θα το πληρώσεις». «Δεν δικαιούσαι να γελάς» ,«Κοίτα τους άλλους που υποφέρουν», «Μη βολεύεσαι γιατί θα έρθει κακό». Αυτές οι φωνές δεν είναι αλήθειες. Είναι πληγές και τραύματα.
Η ενοχή απέναντι στην ευτυχία εμφανίζεται συχνά ακόμη και σε ανθρώπους που έχουν «αντικειμενικούς λόγους» να είναι καλά. Πώς ερμηνεύετε αυτή την εσωτερική σύγκρουση; Ποιες είναι οι συνηθέστερες φωνές ή πεποιθήσεις που, όπως περιγράφετε, μας κάνουν να νιώθουμε πως η χαρά δεν μας ανήκει; Μπορείτε να μας δώσετε παραδείγματα;
Η ενοχή απέναντι στην ευτυχία δεν γεννιέται από το «έξω», αλλά από το «μέσα». Πολλοί άνθρωποι μεγάλωσαν σε περιβάλλον όπου η χαρά συνδέθηκε με πόνο, απώλεια ή τιμωρία. Έτσι δημιουργείται ένας εσωτερικός μηχανισμός που λέει: «αν χαρώ, θα το πληρώσω». Άλλες φορές, η ρίζα είναι η πεποίθηση «δεν αξίζω». Όχι πνευματική ταπείνωση, αλλά τραυματική μικρότητα, που κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται ενοχικός ακόμη και όταν του χαρίζεται κάτι καλό.
Οι πιο συνηθισμένες «φωνές» είναι:«Μη χαρείς, κάτι κακό θα συμβεί», «Δεν σου επιτρέπεται να είσαι καλά», «Δεν το αξίζεις», «Όλα γκρεμίζονται, μην εφησυχάζεις», «Κοίτα πόσοι υποφέρουν, εσύ γιατί να χαρείς;»
Παραδείγματα: κάποιος βρίσκει δουλειά και αντί να χαρεί φοβάται ότι θα τη χάσει. Παντρεύεται και αντί για χαρά περιμένει την ταλαιπώρια. Ζει μια όμορφη στιγμή και νιώθει ενοχές, σαν να «προκαλεί» τη μοίρα ή τον Θεό. Όμως ο Θεός δεν είναι τιμωρός της χαράς. Είναι Πατέρας. Και η χαρά δεν είναι αμαρτία. Είναι δώρο. Αρκεί να μπορέσουμε να το ζήσουμε χωρίς φόβο.
Το βιβλίο δεν δίνει απλώς «συνταγές» για ευτυχία, αλλά ενθαρρύνει έναν διαφορετικό τρόπο να προσεγγίζουμε τη χαρά. Πώς διαφοροποιείται αυτή η προσέγγιση από την απλή θετική σκέψη;
Η θετική σκέψη πολλές φορές είναι μια προσπάθεια να πείσουμε τον εαυτό μας ότι «όλα είναι καλά», ενώ μέσα μας δεν είναι. Είναι ένα ωραίο σύνθημα, αλλά δεν θεραπεύει. Η δική μου προσέγγιση δεν είναι να σκεφτόμαστε θετικά, αλλά να ζούμε αληθινά. Να αναγνωρίζουμε το τραύμα, το κενό, τον φόβο, χωρίς να τα ωραιοποιούμε ή να τα κρύβουμε. Και μέσα από αυτή την αλήθεια να γεννιέται μια χαρά ώριμη, όχι επιφανειακή. Η χαρά που περιγράφω δεν είναι ψυχολογικό τρικ. Είναι καρπός σχέσης, εμπιστοσύνης και πνευματικής ζωής. Δεν λέει «όλα θα πάνε τέλεια». Λέει «ό,τι κι αν συμβεί, δεν είσαι μόνος».
Στο βιβλίο διαφαίνεται ότι η χαρά απαιτεί εσωτερικό χώρο και ψυχική αντοχή. Τι σημαίνει να «χωρά» κανείς την ευτυχία;
Να «χωράς» την ευτυχία σημαίνει να μην την φοβάσαι. Να μπορείς να ζήσεις μια όμορφη στιγμή χωρίς να την σαμποτάρεις με άγχος, ενοχές ή την προσμονή ότι “κάτι κακό θα ακολουθήσει”. Πολλοί άνθρωποι έχουν μάθει να αντέχουν τον πόνο, αλλά όχι τη χαρά. Γιατί η χαρά προϋποθέτει εμπιστοσύνη. Να πιστέψεις ότι σου επιτρέπεται να είσαι καλά, ότι δεν θα τιμωρηθείς επειδή χαμογέλασες. Εσωτερικός χώρος σημαίνει ψυχή που δεν είναι γεμάτη με φόβο και έλεγχο, αλλά με αποδοχή, ευγνωμοσύνη και ειρήνη. Αυτό είναι που κάνει τον άνθρωπο να μπορεί να δεχτεί το καλό χωρίς πανικό.
Ως πνευματικός λειτουργός, πώς συνδέετε την πνευματικότητα με την εμπειρία της χαράς και της ευτυχίας; Ποιον ρόλο παίζει η πίστη σε αυτή τη διαδικασία;
Για μένα η πνευματικότητα δεν είναι καταπίεση, ούτε μια ζωή γεμάτη ενοχές. Είναι σχέση. Και όπου υπάρχει αληθινή σχέση με τον Θεό, γεννιέται χαρά. Η πίστη δεν έρχεται για να μας κόψει την ευτυχία, αλλά για να τη θεραπεύσει. Να μας βγάλει από την ανάγκη να ελέγχουμε τα πάντα, να μας μάθει εμπιστοσύνη, και να μας δώσει ένα βάθος που δεν εξαρτάται από τις συνθήκες. Η χαρά που γεννά ο Χριστός δεν είναι απλός ενθουσιασμός. Είναι ειρήνη μέσα στην δυσκολία. Είναι το «δεν είμαι μόνος». Και αυτό, για τον σύγχρονο άνθρωπο, είναι ίσως το μεγαλύτερο δώρο.
Πολλοί άνθρωποι φοβούνται ότι, αν χαρούν, «κάτι κακό θα ακολουθήσει». Πώς εξηγείται αυτό το μοτίβο προσδοκίας τιμωρίας ή ανατροπής;Υπάρχουν κοινές παρερμηνείες ή λανθασμένες εντυπώσεις σχετικά με τη χαρά που θα θέλατε να αποδομήσετε;
Αυτό το μοτίβο συνήθως δεν είναι «πρόβλεψη», είναι τραύμα. Κάποιοι άνθρωποι έμαθαν στη ζωή τους ότι όταν χαίρονται, μετά κάτι χαλάει. Είτε γιατί το βίωσαν, είτε γιατί μεγάλωσαν σε περιβάλλον φόβου, ελέγχου και απώλειας. Έτσι ο νους δημιουργεί έναν μηχανισμό: «μην χαρείς, για να μην πονέσεις». Είναι σαν ένα εσωτερικό σύστημα συναγερμού που ενεργοποιείται, όχι επειδή υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, αλλά επειδή ο άνθρωπος έχει ταυτίσει τη χαρά με ανατροπή. Αυτό που θέλω να αποδομήσω είναι δύο λάθος ιδέες: Ότι η χαρά είναι «ύποπτη» και ότι θα πληρωθεί. Και ότι ο Θεός είναι εκείνος που μας κόβει τη χαρά για να μας “συνετίσει”. Ο Θεός δεν είναι τιμωρός της χαράς. Είναι ο δωρητής της. Η χαρά δεν είναι αμαρτία. Είναι δώρο, και χρειάζεται να μάθουμε να το δεχόμαστε χωρίς φόβο.
Αν ένας αναγνώστης | μια αναγνώστρια αναγνωρίσει τον εαυτό του | της σε αυτές τις περιγραφές, ποιο θα ήταν το πρώτο, μικρό αλλά ουσιαστικό βήμα για να αποκαταστήσει μια πιο υγιή σχέση με τη χαρά;
Να επιτρέψει στον εαυτό του να χαρεί έστω για λίγο, χωρίς ενοχές. Να μην πολεμήσει τον φόβο, αλλά να τον αναγνωρίσει: «Αυτό είναι τραύμα, όχι προαίσθημα». Και να πει απλά μέσα του: «Τώρα είναι καλά. Δόξα τω Θεώ».
Πώς συνομιλεί, στην πράξη, η ορθόδοξη χριστιανική πνευματικότητα με τις σύγχρονες σχολές ψυχοθεραπείας και προσωπικής ανάπτυξης; Πού συναντώνται και πού διαφοροποιούνται στη διαδικασία της αυτογνωσίας και της εσωτερικής θεραπείας;
Στην πράξη μπορούν να συνομιλήσουν πολύ όμορφα, όταν υπάρχει διάκριση. Και οι δύο δρόμοι θέλουν θεραπεία του ανθρώπου, απλώς μιλούν με διαφορετική «γλώσσα». Συναντώνται στο ότι βοηθούν τον άνθρωπο να γνωρίσει τον εαυτό του, να δει τα τραύματα, τους φόβους, τους μηχανισμούς άμυνας, να σταματήσει να ζει μέσα σε ψέματα, ενοχές και αυτοκαταστροφή. Διαφοροποιούνται στο βάθος και στον σκοπό. Η ψυχοθεραπεία στοχεύει κυρίως στη ψυχική λειτουργικότητα, στη ρύθμιση του άγχους, στη θεραπεία του τραύματος και στην ωρίμανση των σχέσεων. Η Ορθόδοξη πνευματικότητα πάει πιο πέρα: μιλά για νόημα, μετάνοια, χάρη, σωτηρία, σχέση με τον Χριστό. Δεν βλέπει τον άνθρωπο μόνο ψυχολογικά, αλλά και αιώνια. Όταν αυτά δεν μπερδεύονται, αλλά συνεργάζονται, τότε ο άνθρωπος θεραπεύεται πιο ολοκληρωμένα: και ως ψυχή, και ως πρόσωπο.
Το έργο αυτό απευθύνεται σε αναγνώστες | αναγνώστριες με ποικίλα πνευματικά, ψυχολογικά, κοινωνικά υπόβαθρα. Τι μήνυμα θα θέλατε να κρατήσει ο κάθε αναγνώστης | η κάθε αναγνώστρια, ανεξάρτητα από την προσωπική πίστη ή κοσμοθεωρία;
Θα ήθελα να κρατήσει ότι η χαρά δεν είναι πολυτέλεια ούτε κάτι «για τους άλλους». Είναι δικαίωμα της ψυχής. Και ότι δεν χρειάζεται να νιώθει ενοχές επειδή θέλει να είναι καλά. Να θυμάται πως ο φόβος της χαράς δεν σημαίνει ότι κάτι πάει στραβά με τον άνθρωπο. Συνήθως σημαίνει ότι έχει πληγωθεί και χρειάζεται θεραπεία, χώρο, αγάπη και χρόνο. Και το πιο σημαντικό: μπορεί να αλλάξει. Μπορεί να ελευθερωθεί. Μπορεί να ξαναμάθει να χαίρεται χωρίς να φοβάται.
(literatur.gr 31.1.2026)