Αναγνωστικές ματιές | Vanessa Springora «Συναίνεση»
«Συναίνεση»
Το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Vanessa Springora «Συναίνεση» (Le Consentement), που κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μετρονόμος το 2025, σε μετάφραση του Γιώργου Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη, αποτελεί ένα από τα πιο συγκλονιστικά και πολιτικά φορτισμένα λογοτεχνικά ντοκουμέντα των τελευταίων ετών. Πρόκειται για μια ψύχραιμη, βαθιά στοχαστική καταγραφή της ψυχολογικής κακοποίησης, της κατάχρησης εξουσίας και της συλλογικής συνενοχής που επέτρεψαν στην κοινωνία της Γαλλίας τη διαιώνισή της συναισθηματικής και σεξουαλικής χειραγώγησης ανήλικων.
Η Springora αφηγείται τη σχέση της την δεκαετία του ’80, ως δεκατριάχρονο κορίτσι, με τον πολύ μεγαλύτερό της και αναγνωρισμένο συγγραφέα Gabriel Matzneff. Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται η έννοια της «συναίνεσης», μια λέξη που αποδομείται συστηματικά και που αποκαλύπτεται ως ρητορικό άλλοθι της βίας. Η συγγραφέας αποφεύγοντας τον συναισθηματικό μελοδραματισμό ή την κραυγαλέα καταγγελία, δείχνει με ακρίβεια, πώς η φαινομενική αποδοχή μιας σχέσης από ένα ανήλικο άτομο δεν μπορεί να θεωρηθεί ελεύθερη βούληση, όταν αυτή διαμορφώνεται μέσα σε συνθήκες ανισορροπίας δύναμης, συναισθηματικής χειραγώγησης και κοινωνικού κύρους. Το στοιχείο πάντως που καθιστά την αφήγηση ακόμη πιο καταιγιστική, είναι ότι η γραφή της Springora είναι νηφάλια, και με σχεδόν χειρουργική ακρίβεια τέμνει την σταδιακή διάβρωση της αυτοεικόνας ενός παιδιού που νιώθει απομονωμένο, και την μετατόπιση της ενοχής από τον ενήλικα στον ανήλικο, καθώς για χρόνια η συγγραφέας έμαθε να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της όχι ως κακοποιημένο παιδί, αλλά ως «συνένοχη» σε μια “ερωτική σχέση”.
Το «Συναίνεση» μπορεί ναι μεν να είναι αυτοβιογραφικό αφήγημα, δεν περιορίζεται όμως μονάχα στην ατομική εμπειρία. Ασκεί σφοδρή κριτική στο γαλλικό πνευματικό και εκδοτικό περιβάλλον των δεκαετιών του 1970 και 1980, το οποίο όχι μόνο ανέχθηκε, αλλά συχνά εξύμνησε την παιδοφιλία στο όνομα της «σεξουαλικής απελευθέρωσης». Η σιωπή της οικογένειας, η αδράνεια των αρχών, η επιδοκιμασία των διανοουμένων συνθέτουν ένα ασφυκτικό πλέγμα συνενοχής. Η Springora θέτει, έτσι, ένα καίριο πολιτικό ερώτημα: ποιοι μηχανισμοί εξουσίας καθορίζουν ποια σώματα θεωρούνται διαθέσιμα και αναλώσιμα;
Η περίπτωση του Gabriel Matzneff προσφέρει ένα εμβληματικό παράδειγμα του πώς ο καλλιτεχνικός κανόνας στη Γαλλία μετατοπίστηκε ριζικά πριν και μετά το #MeToo. Για δεκαετίες, η λογοτεχνική αξία και η αυτοπροβαλλόμενη «ειλικρίνεια» του συγγραφέα λειτούργησαν ως ασπίδα νομιμοποίησης. Το έργο του, συγκαλυμμένο με τον μανδύα της μυθοπλασίας, κατά βάθος όμως απολύτως αυτοβιογραφικό, δεν περιορίστηκε στην πρόκληση ή την αισθητική αμφισβήτηση, αλλά περιέλαβε τη συστηματική εξύμνηση και κανονικοποίηση της σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Ο ίδιος δεν έκρυψε ποτέ τις πρακτικές του· αντιθέτως, τις διατύπωνε με αυτάρεσκη ειλικρίνεια, διεκδικώντας για αυτές τον μανδύα της «καλλιτεχνικής ελευθερίας» και της δήθεν ριζοσπαστικής σκέψης. Το πραγματικό σκάνδαλο, ωστόσο, δεν είναι μόνο ο Matzneff, αλλά η μακρόχρονη ανοχή, ακόμη και επιδοκιμασία, που του παρείχε ένα ευρύ φάσμα εκδοτών, κριτικών, διανοουμένων και θεσμών. Η δημόσια ομολογία σεξουαλικών σχέσεων με ανήλικους δεν αντιμετωπίστηκε ως ένδειξη κακοποίησης, αλλά ως προκλητική, ακραία μορφή καλλιτεχνικής ελευθερίας, ενταγμένη σε μια μετα-1968 κουλτούρα ριζοσπαστικής αμφισβήτησης των ηθικών ορίων. Η γαλλική λογοτεχνική ελίτ, στο όνομα μιας εκβιασμένης αντισυμβατικότητας, επέλεξε να συγχέει την ελευθερία της τέχνης με την άρνηση κάθε ηθικού και νομικού ορίου. Η σιωπηλή αποδοχή, οι δημόσιες τιμές και η θεσμική προστασία συνιστούν συλλογική συνενοχή. Ο Matzneff κατείχε την εξουσία του λόγου, τα υποκείμενα των σχέσεων του παρέμεναν άφωνα.
Το κίνημα #MeToo δεν άλλαξε λοιπόν απλώς το κοινωνικό κλίμα· επέβαλε έναν νέο ερμηνευτικό φακό. Η έμφαση μετατοπίστηκε από την πρόθεση και το ύφος του δημιουργού στη δομή της σχέσης, από την «ελευθερία» στη συναίνεση, και από τη συναίνεση στην εξουσία και την χειραγώγηση. Το βιβλίο της Vanessa Springora, εγγράφεται ακριβώς σε αυτή τη ρήξη. Δεν πρόκειται για λογοτεχνική απάντηση με όρους αισθητικούς, αλλά για μια ανακατάληψη της αφήγησης από τη σκοπιά του παιδιού-θύματος που, εκ των υστέρων, κατονομάζει την εμπειρία ως κακοποίηση και όχι ως «ερωτική σχέση». Έτσι, η Springora δεν αποδομεί μόνο τον Matzneff, αλλά και τον ίδιο τον παλαιό καλλιτεχνικό κανόνα που προστάτευσε τη σιωπή. Το έργο της σηματοδοτεί τη μετάβαση σε ένα νέο παράδειγμα, όπου η τέχνη δεν απαλλάσσεται πλέον από την ευθύνη και όπου η λογοτεχνία καλείται να συνυπολογίσει την ασυμμετρία δύναμης, την ηλικία και τη φωνή εκείνων που επί μακρόν αποκλείονταν από τον λόγο. Η έκδοση του «Le Consentement» της Vanessa Springora το 2020, κατέρριψε οριστικά αυτό το πέπλο. Ανέδειξε με σαφήνεια ότι πίσω από τη ρητορική της «συναίνεσης» κρυβόταν μια σχέση βαθιάς ανισότητας, χειραγώγησης και εξουσίας, ότι δεν επρόκειτο για ελεύθερη επιλογή ενός παιδιού, αλλά για κατάχρηση κύρους και ηλικιακής υπεροχής ενός ενήλικα.
Το «Συναίνεση» είναι ένα βιβλίο αναγκαίο, που δεν καταδικάζει απλά την υπόθεση Matzneff ως άλλη μια υπόθεση παιδοφιλίας, αλλά που καταδικάζει μια ολόκληρη διανοητική κουλτούρα που προτίμησε να προστατεύσει τον θύτη και όχι το θύμα. Το «Συναίνεση» είναι ένα μάθημα για τα όρια της τέχνης και για την ευθύνη της κοινωνίας όταν η σιωπή μετατρέπεται σε συνενοχή. Όχι μόνο γιατί δίνει φωνή σε ένα τραυματισμένο παιδί που ενηλικιώθηκε, αλλά γιατί μας αναγκάζει να επανεξετάσουμε έννοιες που συχνά χρησιμοποιούνται επιπόλαια: ελευθερία, επιθυμία, συναίνεση. Πρόκειται για ένα έργο που δεν αφήνει τον αναγνώστη αμέτοχο και που, δικαίως, έχει ήδη καταγραφεί ως σημείο αναφοράς στη σύγχρονη ευρωπαϊκή γραμματεία μαρτυρίας. Η ελληνική μετάφραση του Γιώργου Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη αποδίδει με ακρίβεια και ευαισθησία τον λιτό, διαυγή λόγο της συγγραφέως, διατηρώντας την ηθική ένταση και τη στοχαστική καθαρότητα του πρωτοτύπου.
Εκδόσεις Μετρονόμος, 2025
(bookpress.gr 20.1.2026)