Το διήγημα μου «Ίμβρος»

Το διήγημα μου «Ίμβρος»

[…] Ξανασηκώθηκε να κοιτάξει στο δωμάτιο. Εδώ και ώρα δεν ακούγονταν κίνηση. Ο μικρός της, είχε στην αγκαλιά το κεφάλι του πατέρα. Χάιδευε τα αραιά του μαλλιά. Σκούπιζε το πηγούνι. Του ψιθύριζε στο αυτί. Ο μεγάλος της, όρμησε με τον μεσαίο από την εξώπορτα. “Μάνα, ο πατέρας;” Γύρισε και τους κοίταξε. Έπειτα έστρεψε το βλέμμα της στην φωτιά. “Ο πατέρας σας μας άφησε,” είπε, “μετά την κηδεία θα φύγουμε για την Πόλη.”

Η κηδεία του πατέρα λιτή. Φέρετρο από τάβλες. Σταυρό από ξύλο συκιάς. Τον ετοίμασε ο πρωτότοκος.

Στο ορφανοτροφείο η ζωή ήταν σκληρή. Εκεί, τον αφήσανε κάποιο πρωί, λίγο καιρό μετά τον θάνατο του πατέρα. Η μάνα θα δούλευε πλύστρα σε σπίτια στην Πόλη. Δεν μπορούσε να τον θρέψει. Τα αδέρφια του εσωτερικοί στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Πράγματι ήταν μεγάλη η σχολή αυτή. Την είδε μια φορά, που τον πήρανε κοντά τους, και τρόμαξε από τα πολλά σκαλιά.

Διήγημα «Ίμβρος» στο ηλεκτρονικό περιοδικό fractal (28.1.2020)

Ημερομηνία

28 Ιαν 2020
Expired!
Κατηγορία