Συνέντευξη | Βασίλης Ν. Πης
«Για τα παιδιά με τα όμορφα δάση που έφυγαν μέσα στη νύχτα, σαν μυθιστόρημα.» Αυτή η αφιέρωση, λιτή αλλά φορτισμένη, στέκεται σαν ανοιχτή πληγή στην είσοδο του «Θέατρου Δημοκρατίας» και υποδηλώνει εξαρχής την ποιητική πρόθεση του Βασίλη Ν. Πης: να πενθήσει, να θυμηθεί, αλλά και να ψάξει — μέσα στο σκοτάδι και τη σιωπή, τις φωνές που χάθηκαν ή σιώπησαν βίαια.
Το «Θέατρο Δημοκρατίας» είναι μια ποιητική σύνθεση σε δύο πράξεις. Στην πρώτη πράξη μιλούν οι «φωνές φθινοπωρινού δάσους»· στη δεύτερη, οι «φωνές της θάλασσας». Ετερόκλητες, σχεδόν μυθικές, αυτές οι φωνές δημιουργούν ένα πολυφωνικό έργο που ισορροπεί ανάμεσα στο πολιτικό και το υπαρξιακό, το τελετουργικό και το καθημερινό. Στο επίμετρο του βιβλίου, ο Πης ανακαλεί τα λόγια του Λόρενς Φερλινγκέτι: «Η ποίηση είναι μια κραυγή που βγάζουμε όταν ξυπνάμε απότομα σ’ ένα σκοτεινό δάσος στο μέσο του ταξιδιού της ζωής μας». Το δάσος — ως σύμβολο και ως σκηνή — δεν είναι απλώς τοπίο στο έργο του, αλλά καθρέφτης ενός κόσμου που χάθηκε ή δεν άντεξε. Το «Θέατρο Δημοκρατίας» δεν ζητά από τον αναγνώστη να συμφωνήσει ή να καταλήξει. Ζητά να ακούσει. Να σταθεί μέσα στο δάσος και μπροστά στη θάλασσα, ν’ αφουγκραστεί τις φωνές — των άλλων και τις δικές του. Είναι μια ποίηση που δεν κλείνει τον κύκλο, αλλά τον ανοίγει. Γιατί, όπως υπαινίσσεται ο Βασίλης Ν. Πης, η δημοκρατία —όπως και η ποίηση— είναι ζωντανή μόνο όταν παραμένει ανοιχτή, ριψοκίνδυνη και συνομιλητική. Το «Θέατρο Δημοκρατίας» μια ποιητική σύνθεση που επιχειρεί να σταθεί απέναντι στο σήμερα, όχι με απαντήσεις, αλλά με φωνές — εκείνες που μας στοιχειώνουν και εκείνες που ίσως ακόμα μπορούν να μας σώσουν.
O Βασίλης Ν. Πης γεννήθηκε στην Κω το 1963. Μετά τις ημιτελείς σπουδές του στην Ιταλία, επέστρεψε στην Ελλάδα κι εργάζεται στον Δήμο της Κω. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί στη «Βιβλιοθήκη» της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, στη γαλλική εφημερίδα L’ Humanité, στην εφημερίδα Νέον Φως της ελληνικής κοινότητας Καΐρου, στα λογοτεχνικά περιοδικά Περίπλους, Έκφραση Λόγου και Τέχνης και Νησίδες, καθώς και στα ηλεκτρονικά περιοδικά Χάρτης, Ποιείν, Fractal, Staxtes, Lifo.
Ο τίτλος του βιβλίου σας «Θέατρο Δημοκρατίας», εμπεριέχει μια έντονη πολιτική και θεατρική φόρτιση. Πως προέκυψε και τι σημαίνει για εσάς αυτός ο συνδυασμός;
Προέκυψε από το γεγονός ότι το θέατρο είναι ακόμα ένας ζωντανός χώρος ελευθερίας. Η σκηνή είναι ο μόνος χώρος ακόμα που μπορούν να λέγονται τα πάντα και γιατί σύμφωνα με τον Βασίλη Παπαβασιλείου, αρχικά ο όρος «θέατρο» δεν σήμαινε μια τέχνη αλλά έναν τόπο. Ένα χώρο μέσα στον οποίο τελείται το έργο της ποιήσεως, το έργο των ζωντανών». Και επίσης μέσα από τον θεατρικό μονόλογο βρήκα την δυνατότητα να δώσω φωνή στα πουλιά, στο δάσος, στη θάλασσα, στη βροχή, στη χελώνα, στα παιδιά με τα όμορφα δάση που έφυγαν μέσα στη νύχτα σαν μυθιστόρημα.
Το έργο σας είναι χωρισμένο σε δύο ‘‘πράξεις’’ όπου μιλούν οι ‘‘φωνές φθινοπωρινού δάσους’’ και οι ‘‘φωνές της θάλασσας’’. Τι αντιπροσωπεύουν αυτές οι δύο χορωδίες φωνών και γιατί επιλέξατε τη μορφή της ποιητικής σύνθεσης;
Τίποτα δεν αντιπροσωπεύουν αυτές οι δύο χορωδίες φωνών. Απλά ζω σε νησί και βρήκα ενδιαφέρον το γεγονός να μεταφέρω στο χαρτί τις αγωνίες μου, τις αγωνίες του, τις αγωνίες τους, διαθλώντας τα γεγονότα μέσα από το δάσος και τη θάλασσα, δίνοντας τους φωνή. Αφού με αυτό το συνθηματικό, επαναλαμβανόμενο μοτίβο Κουράστηκα να περπατώ στο δάσος, προσπάθησα να χαρτογραφήσω τ’ αποτυπώματα που άφησε πίσω της η οικονομική κρίση, η πανδημία, η κλιματική αλλαγή, οι πόλεμοι, αλλά και να καταγραφούν τα τραύματα, τόσο τα προσωπικά όσο και τα συλλογικά σε μια ποιητική σύνθεση με μία ενότητα ύφους. Όχι μόνο να καταγραφεί το πραγματικό αλλά το ποίημα προσπαθεί διαρκώς την εμβάθυνση στο πραγματικό. Το ποίημα είναι θορυβώδες αφού κάθε φωνή είναι μία περσόνα ( το δάσος, η βροχή, το ελάφι, η θάλασσα, η χελώνα, ο γλάρος) που ανεβαίνει στη σκηνή για να μιλήσει για τον προσωπικό αγώνα επιβίωσης, κατακερματισμένα, αποσπασματικά, δραματικά, μάταια, σαν να έχει σπάσει το λυρικό συναίσθημα και έχει απομείνει μόνο η φωνή. Κάποιες από τις φωνές αυτές ενδέχεται να είναι ανθεκτικές και ο χρόνος δεν μπορεί να κάνει πως δεν τις ακούει.
Ο χάρτης του «Θεάτρου δημοκρατίας» κινείται μεταξύ γεωγραφίας, ιστορίας και μύθου, άλλες φορές που «είναι» και άλλες φορές που «θα μπορούσε να είναι». Και αυτός ο ποιητικός χάρτης με τον πραγματικό κόσμο της γεωγραφίας και ιστορίας δεν προσλαμβάνεται αυτούσια, αλλά διαθλάται μέσω του ποιητικού λόγου.
Είναι αυτό που λέει ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του «Η ποίηση δεν μετριέται με λογικούς κανόνες, αλλά με ψυχολογικούς· αληθινό σ’ ένα ποίημα δεν είναι ό,τι αντικειμενικώς αληθεύει, αλλά ό,τι παρέχει την εντύπωση αληθινού και πείθει και συγκινεί ως αληθινό » και ο Eco στην «Τέχνη και Κάλλος στην Αισθητική του Μεσαίωνα », ότι «…….η ποίηση δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιεί πειστικά ή ρητορικά μέσα αλλά μόνο μιμητικά. Πρέπει να μιμείται με τόση ζωντάνια και χρώμα, ώστε η απομίμηση να φαίνεται ζωντανή μπροστά στα μάτια. Όταν ο ποιητής περνά σε άμεσους συλλογισμούς ‘‘αμαρτάνει’’ εναντίον της τέχνης του».
Στο πρώτο μέρος, το φθινοπωρινό δάσος φαίνεται να ψιθυρίζει κάτι περισσότερο από φυσικούς ήχους- σχεδόν μια μνήμη ή μια προειδοποίηση, Τι είδους φωνές ακούσατε εσείς όταν γράφατε;
Συνέχεια ακούω προειδοποιητικές φωνές για τη Γη, που οφείλουμε να συνυπάρξουμε με τα εκατομμύρια άλλα είδη που ζούνε μαζί μας. Στο βιβλίο ακούγονται οι φωνές για ένα μισοκαμένο δάσος, για πλημμυρισμένα χωράφια, φωνές από τους μαυρόγυπες που δεν έβρισκαν τη φωλιά τους μετά τη φωτιά στο δάσος, φωνές από την νέα γενιά, φωνές των παιδιών που έφυγαν μέσα στη νύχτα σαν μυθιστόρημα, φωνές που μιλούν για το συλλογικό τραύμα των Τεμπών. Νομίζω ότι αυτό με καιρό και με κόπο, του Σολωμού έρχεται η ποίηση. Μια μεστή και ωραία δημοκρατία ιδεών, όπως αναφέρει στους στοχασμούς του για τους Ελευθέρους Πολιορκημένους.
Με το «Θέατρο δημοκρατίας» προσπάθησα να εκφράσω την αγωνία μιας ολόκληρης γενιάς, ανιχνεύοντας παράλληλα την μνήμη, ως αξεχώριστο τμήμα της ανθρώπινης ζωής. Η ποίηση ίσως να είναι μια πράξη καθυπόταξης της μνήμης, η απαλή γραφή ενός αδέξιου χεριού, ενώ «Η ποίηση μας δίνει την λεπτότητα κατανόησης της ζωής», γράφει ο Γιεβγένι Γεφτουσένκο, και εξυμνεί συμπληρώνω τις αξίες εκείνες που στηρίζουν την ανθρώπινη ζωή, σε κάθε νησί, χώρα, ήπειρο, σε κάθε πλανήτη εκεί έξω. Ίσως η τέχνη εφευρέθηκε από τον άνθρωπο για να μας δίνει νόημα ύπαρξης όταν βρισκόμαστε στο κενό των πραγμάτων, ίσως για να μας δείχνει πως να χαιρόμαστε τη ζωή. Ίσως μας δίνει κουράγιο και ελπίδα σ’ εποχές δύσκολες όπως η σημερινή, ν’ ανακαλύψουμε ξανά τη ζωή. Και να σκεφτούμε ότι ίσως, τα καλά πράγματα είναι ακόμα μπροστά μας. Άλλωστε το μυστικό της αναγέννησης είναι ν’ αναπτύσσεσαι παρά τις αντιξοότητες, γράφει ο Ρουτίλιος Κλαύδιος Ναματιανός στην Ιστορία της Λατινικής Λογοτεχνίας, των E.J KENNEY- W.V. CLAUSEN. Εκδόσεις Παπαδήμας, 1998.
Η θάλασσα στη δεύτερη πράξη αποκτά φωνή- ή φωνές. Ποιες εμπειρίες, ιστορίες ή συμβολισμοί κρύβονται πίσω από αυτό το ‘‘θαλάσσιο’’ πολυφωνικό σύμπαν;
Αν έρθετε στην Κω και αντικρύσετε το θαλάσσιο αρχιπελάγους του Αιγαίου, τότε θα καταλάβετε ότι τίποτα δεν κρύβεται πίσω από αυτό το ‘‘θαλάσσιο’’ πολυφωνικό σύμπαν. Είναι απλά η ομορφιά και αν είχε χρώμα θα έπαιρνε το φυσικό χρώμα ενός ήλιου που δύει καταρρακτωδώς. Ψηλόλιγνοι φοίνικες στη σειρά, βουνοκορφές με καταπράσινες πλαγιές, λευκές παραλίες με ψιλή άμμο, ζεστά στρογγυλά βότσαλα σαν αυγά πουλιών και σμαραγδένια, πράσινα, τιρκουάζ και με βαθύ μπλε νερά, χρωματίζουν το περίγραμμα του νησιού. Ένα πολύτιμο μωσαϊκό από αρχαία ελληνικά μνημεία, μουσουλμανικά τεμένη (τζαμιά), ιταλικά κτήρια, ρωμαϊκές θέρμες, Ασκληπιεία, μεσαιωνικά κάστρα και σπίτια πνιγμένα στους ιβίσκους, τα τριαντάφυλλα και τα γιασεμιά, ενώνεται με εκπληκτική αρμονία. Η Κως ξυπνά την επιθυμία για ήλιο και θάλασσα. Εδώ ο ήλιος κατοικεί πάνω από τριακόσιες μέρες το χρόνο• είναι παντού το καλοκαίρι. Νωρίς το πρωί, μέχρι το σούρουπο όταν βάφεται ο ουρανός με τις φλογερές αποχρώσεις του ροδιού. Το ακμαίο ελληνικό θέρος μερικοί το αποκαλούν μυστήριο. Ίσως όμως έτσι είναι η ζωή στα νησιά. Είναι απλά, η ζωή. Ίσως η θαλασσινή αύρα με το λαμπερό φως του ήλιου, το πράσινο της φύσης με το γαλάζιο της θάλασσας, να είναι ο ιδανικός συνδυασμός για χαλάρωση, ηρεμία και αναζωογόνηση.
Οι φωνές που μιλούν στο έργο σας μοιάζουν άλλοτε συλλογικές, άλλοτε εσωτερικές και μοναχικές. Μπορεί η ποίηση να λειτουργήσει ως υπαρξιακή καταφυγή σε έναν κόσμο όπου η ατομική φωνή πνίγεται συχνά στον θόρυβο της μάζας;
Θεωρώ ότι άλλη αποστολή δεν έχει η ποίηση παρά μόνο την καλλιτεχνική δημιουργία. Άλλωστε η λογοτεχνία δεν κρίνει: καταγράφει: θέτει ερωτήματα χωρίς να περιμένει απαντήσεις. Δεν είναι δημόσιος κατήγορος ούτε όργανο απονομής δικαιοσύνης. Οι λέξεις είναι εν υπνώσει σ’ ένα κλειστό βιβλίο• είναι κεκοιμημένες ή βρίσκονται σε σκοτεινή νάρκη. Μόλις αντικρύσουν το βλέμμα του αναγνώστη, αρχίζουν να ξυπνούν, ζητώντας ανάσα, φως, ένα δυνατό καφέ και βόλτα στην πόλη, όρθιες σε σειρά με την ασπίδα στο χέρι τους.
Αν η ποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως υπαρξιακό καταφύγιο, ναι, θα μπορούσε, γιατί εκείνο που με σπρώχνει στην ποίηση είναι η μαγεία των λέξεων η οποία κατακλύζει πολύ περισσότερο χώρο από αυτόν που μπορεί να καλύψει ο συγγραφέας. Αν η γραφή είναι καταφύγιο, λύτρωση, αντίσταση, σε αυτόν τον καθημερινό κόσμο, είναι γιατί η μαγεία των λέξεων εμπεριέχει ομορφιά και την ομορφιά οι άνθρωποι, από όποια χώρα και αν προέρχονται, σε κάθε πλανήτη εκεί έξω, θα την ψάχνουν σαν όαση, οξυγόνο και ανάσα.
Η ποίηση είναι μια κραυγή που βγάζουμε όταν ξυπνάμε απότομα σ’ ένα σκοτεινό δάσος στο μέσο του ταξιδιού της ζωής μας, μας λέει ο Λόρενς Φερλινκέτι.
Ποιες ήταν οι κύριες λογοτεχνικές ή φιλοσοφικές σας επιρροές κατά τη συγγραφή αυτού του έργου; Έχετε εμπνευστεί από συγκεκριμένα θεατρικά ή ποιητικά πρότυπα;
Ναι το έργο το οποίο με επηρέασε ήταν « Η πόλη αμφίδρομης επικοινωνίας », του Γκέρχαρντ Φάλκνερ, γεννημένου το 1951 στο Σβάμπαχ της Βαυαρίας. Πρόκειται για μια εκτεταμένη σύνθεση, την οποία ο ποιητής επεξεργαζόταν για δέκα χρόνια. Με το έργο αυτό ο Φάλκνερ στήνει ένα διάλογο με την πόλη του Βερολίνου, ανιχνεύοντας τη σημερινή του φυσιογνωμία, ενώ ταυτόχρονα καταθέτει ένα εκτενές σχόλιο πάνω στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Εδώ η ατομική περιπέτεια διασταυρώνεται με τη συλλογική: ο ποιητής περιεργάζεται τον κόσμο γύρω του και τον εαυτό του μέσα σ’ αυτόν, και μεταγράφει ποιητικά τις εντυπώσεις του. Με γλώσσα αιχμηρή, ευθύβολη, με διάθεση εριστική όσο και παιγνιώδη, ο Φάλκνερ αποτυπώνει το σημερινό τοπίο της σύγχυσης, φωτογραφίζει τα αδιέξοδα και τις αντιφάσεις της εποχής. Αφήνει την επικαιρότητα και την καθημερινότητα να εισβάλουν στην ποίησή του και συγχρόνως καταφέρνει να διατηρεί το λόγο του σε υψηλή ποιητική ένταση και θερμοκρασία.
Και φυσικά ήταν οι συγγραφείς που ενστικτωδώς είχα ορίσει και οι στίχοι τους, πριν κοιμηθώ μαζί τους είχαν οργώσει σαν χέρσο χωράφι την μνήμη μου και ήθελα να περάσω χρόνο μαζί τους. (Τ.Σ. Έλιοτ, Derek Walcott, Γ, Σεφέρης, Κ. Καβάφης, Ε. Πάουντ, Ο.Παζ, Φ. Πεσόα, Α. Γκίνσμπερκ, Ν. Καββαδίας κα).
Πόσο πολιτικό είναι τελικά το «Θέατρο Δημοκρατίας»; Είναι η δημοκρατία στο βιβλίο σας κάτι προς υπεράσπιση, αποδόμηση ή αναστοχασμό;
Η ποίηση δεν είναι κοινωνική απασχόληση για τον ελεύθερο χρόνο και διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις για τις δυνατότητες της ποίησης να διαπραγματευθεί πολιτικά προβλήματα που έχουνε γίνει πλέον πλανητικά. Όμως, άλλη αποστολή δεν έχει η ποίηση παρά μόνο την καλλιτεχνική δημιουργία. Ωστόσο αν το «Θέατρο δημοκρατίας», καταφέρει να αναδείξει με τον τρόπο του πολιτικές καταστάσεις και κοινωνικούς προβληματισμούς, είναι ένα επιπρόσθετο όφελος. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν ο κεντρικός σκοπός που επεδίωξα για το «Θέατρο δημοκρατίας», με την έννοια ότι δεν έχει μια προκαθορισμένη ερμηνευτική σκοπιά.
Αυτό που μας μαθαίνει όμως η S.Larsson είναι ότι η «Δημοκρατία πάντοτε απειλείται. Η Δημοκρατία δεν είναι θεόσταλτη, ούτε πέφτει απλά από τον ουρανό. Για να την εξασφαλίσει μία κοινωνία, πρέπει να αγωνίζεται συνεχώς. Κάθε καινούργια γενιά πρέπει να αποφασίζει, ξανά και ξανά, υπέρ της προστασίας της Δημοκρατίας».
Σε μια εποχή όπου η έννοια της δημοκρατίας δοκιμάζεται και ενίοτε εκπίπτει σε παράσταση χωρίς περιεχόμενο, πώς το «Θέατρο Δημοκρατίας» συνομιλεί με τις σημερινές πολιτικές αγωνίες και απογοητεύσεις;
Η ποίηση γράφει για το καθημερινό, που γίνεται οικουμενικό, όπως είναι οι ανθρώπινες ανησυχίες. Η τέχνη της ποίησης αξιώνει αργό, επώδυνο μόχθο, επιμονή κι υπομονή.
Η λογοτεχνία, αναλογική ή ψηφιακή, μας διευρύνει την αντίληψη και ίσως μας μαθαίνει να βλέπουμε τον κόσμο πιο διεισδυτικά, μας κατευθύνει σ’ ένα διαρκή διάλογο με μια πραγματικότητα που αλλάζει καθημερινά. Ίσως για να μας μάθει έναν καινούργιο ανθρωπισμό. Αν ο συγγραφέας με το έργο του μπροστά στα βαθιά κοινωνικά ρήγματα με την δραματική παγκόσμια αύξηση των ανισοτήτων, θέτει ερωτήματα, ενώ γνωρίζει ότι θα μείνουν αναπάντητα, τότε ναι, το « Θέατρο δημοκρατίας», μπορεί να θεωρηθεί ‘‘πολιτική πράξη’’, όχι για να έχει καθαρή τη συνείδησή του αλλά γιατί το οφείλει στην τέχνη του. Είναι μια ατομική πράξη αντίστασης, χωρίς να πρεσβεύει κανένα δόγμα, καμιά ιδεολογία.
Τι ελπίζετε να πάρει ο αναγνώστης όταν κλείσει το βιβλίο; Είναι το «Θέατρο Δημοκρατίας» μια πρόσκληση για στοχασμό, για δράση ή για κάτι πιο προσωπικό;
Ναι είναι μία πρόσκληση για στοχασμό. Είναι μια πράξη βαθιάς υπόκλισης προς τη θλίψη, προς τον πόνο. Η ποίηση άλλωστε δεν θεραπεύει, ο πόνος εξακολουθεί να υπάρχει. Με τον πάροδο του χρόνου ίσως επουλώνονται οι πληγές αλλά δεν κλείνουν. Η απώλεια είναι το μόνο πράγμα που δεν ανατρέπεται μας λέει ο Γιάννης Χουβαρδάς και έχει απόλυτο δίκιο.
Το «Θέατρο δημοκρατίας» συνέχεια διορθώνονταν και συμπληρώνονταν, ώστε να σχηματίσει μια γλώσσα που με ικανοποιούσε, όπως το πρωινό φως του ήλιου, τόσες φορές ‘‘γρατσούνιζε’’, τις γρίλιες του παραθύρου μου, σχηματίζοντας στο γραφείο μου ορθές και πλάγιες γωνίες από ιμάντες φωτός, υποστηρίζοντας με πάθος αυτό που λέει ο Seamus Heaney ότι η «ποίηση μπορεί να είναι μια λυτρωτική λειτουργία και το ίδιο ψευδαισθησιογόνα όσο ο έρωτας».
Το «Θέατρο δημοκρατίας» δηλώνει, όχι μόνο την άρνηση του συγγραφέα ν’ απολέσει την ανάσα του, αλλά και την πεποίθηση του για την συνεχιζόμενη λειτουργία της ποίησης, ως αναγκαίας ανθρώπινης πράξης, ή ως αναγκαίας ανάσας.
(literature.gr 3.6.2025)