Συνέντευξη | Γιάννης Ξούριας

Συνέντευξη | Γιάννης Ξούριας

Φιλοξενούμε σήμερα στο Literature τον Γιάννη Ξούρια με αφορμή την πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Φύλλα βασιλικού» που κυκλοφόρησε το 2025 από τις Εκδόσεις Gutenberg. Η συλλογή περιλαμβάνει έντεκα αφηγήματα που ακροβατούν ανάμεσα στο οικείο και το ανοίκειο, στο φως της μνήμης και στη σκιά της απώλειας, στο παρελθόν και το παρόν. Με μια γλώσσα ακριβή, με μια γραφή λεπταίσθητη, γεμάτη εικόνες, ήχους και αρώματα, ο Ξούριας καταφέρνει να αναδείξει τις μικρές στιγμές της καθημερινότητας, εκείνες που συχνά περνούν απαρατήρητες αλλά καθορίζουν την ουσία της ύπαρξής μας. Η γραφή ίσως να είναι ο ιδιαίτερος τρόπος του να παρατηρεί τον κόσμο γύρω του και να χαρτογραφεί τις σιωπές του. Ο τίτλος, «Φύλλα βασιλικού», παραπέμπει όχι μόνο στο αρωματικό φυτό που στολίζει τα μπαλκόνια και τις αυλές της ελληνικής επικράτειας, αλλά και σε σύμβολα μνήμης, φροντίδας, φθοράς και αναγέννησης. Ο Ξούριας μάς καλεί να σταθούμε δίπλα στους ήρωες του, να ακούσουμε τις σιωπές τους, να μυρίσουμε τα βράδια του καλοκαιριού, να χαθούμε στα βλέμματα που ανταμώνουν και στις λέξεις που μένουν ανείπωτες. Μας ανοίγει την πόρτα σε έναν κόσμο που ανασαίνει με λεπτές αποχρώσεις και σιωπές. Στα «Φύλλα βασιλικού», η καθημερινότητα αποκτά μια ποιητική διάσταση, ενώ οι χαρακτήρες του – ευάλωτοι, εύθραυστοι, αληθινοί – καθρεφτίζουν κάτι από εμάς. Η κουβέντα μαζί του είναι μια υπενθύμιση ότι η λογοτεχνία δεν είναι μόνο τέχνη λέξεων, αλλά και τέχνη του να ακούμε, να παρατηρούμε, να θυμόμαστε, να αφουγκραζόμαστε τον παλμό μιας εποχής, τις λεπτές διακυμάνσεις των ανθρώπινων σχέσεων, τις σκιές που αφήνει ο χρόνος. Τα «Φύλλα βασιλικού» αφήνουν στον αναγνώστη και την αναγνώστρια το άρωμα μιας γραφής που δεν βιάζεται, μιας γραφής που ψιθυρίζει εκεί όπου οι κραυγές σβήνουν.

Ο Γιάννης Ξούριας γεννήθηκε το 1971 στον Πύργο Ηλείας, σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάζεται ως αναπληρωτής καθηγητής στον Τομέα Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ

Στα Φύλλα βασιλικού νιώθουμε την αίσθηση ενός κόσμου που είναι ταυτόχρονα καθημερινός και μαγικός. Πώς χτίζετε αυτό το λεπτό σύνορο ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το υπαινικτικό;

Δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι γνωρίζω πώς γίνεται. Σίγουρα πάντως δεν έχω κάποια συνταγή, μια μέθοδο που την εφαρμόζω απολύτως συνειδητά και κατά βούληση. Συνήθως χτίζω διαισθητικά, ξεκινώντας από μια πρώτη ιδέα η οποία στην πορεία αλλάζει και στο τέλος είναι αρκετά μεταμορφωμένη, συχνά εντελώς διαφορετική. Καθώς προχωρώ, επιλέγω αυτήν ή την άλλη κατεύθυνση χωρίς να είμαι βέβαιος πού πηγαίνω.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου γράφετε ότι τα «Φύλλα βασιλικού» βρίσκονται όχι τυχαία, στο κέντρο της διάταξης. Πείτε μας δυο λόγια.

Μπορώ να πω μόνο το προφανές ― τουλάχιστον αυτό που εγώ ελπίζω να είναι φανερό στον αναγνώστη. Τα «Φύλλα βασιλικού» διαφέρουν από τις άλλες ιστορίες του βιβλίου γιατί εδώ ο αφηγητής έχει περάσει στην άλλη πλευρά, είναι ένας νεκρός λίγο προτού σιωπήσει οριστικά. Αυτό και μόνο μου φαίνεται ότι τους δίνει το αναφαίρετο δικαίωμα να βρίσκονται στο κέντρο και γύρω τους να περιστρέφονται οι άλλες αφηγήσεις. Τους υπόλοιπους συσχετισμούς μπορεί να τους κάνει ελεύθερα και για λογαριασμό του ο αναγνώστης.

Ποιος ήρωας ή ποια ηρωίδα της συλλογής σας “στοίχειωσε” περισσότερο κατά τη διάρκεια της γραφής;

Νομίζω, τα τρία πρόσωπα (ο αφηγητής και οι δύο φίλοι του) που κυκλοφορούν στην «Τίγρη». Θέλοντας και μη τους κουβαλώ πάντα μαζί μου. Άλλωστε, όλο το διήγημα, στο σύνολο και στα επιμέρους, μπορεί να διαβαστεί και σαν ένα παιχνίδι ταυτοτήτων ― ποιος είναι ποιος, ποιος έκανε τι, ποιος υποδύεται ποιον.

Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε ότι «Δεν αποκλείεται οι φωνές να πηγάζουν τελικά από το ίδιο πρόσωπο, που προσπαθεί απλώς να δώσει σχήμα σε διαφορετικούς ρόλους». Μπορείτε να μας εκμυστηρευτείτε κάτι παραπάνω σε σχέση με την παραπάνω δήλωση;

Σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται με όσα ανέφερα προηγουμένως. Σε κάθε διήγημα μιλά κάποιος αφηγητής σε πρώτο πρόσωπο, ακόμα κι αν η παρουσία του είναι διακριτική και περιορισμένη όπως «Στην αρχαία Φειά». Τελικά, όμως, μπορεί να μην αποτελούν διαφορετικά πρόσωπα όλοι αυτοί οι αφηγητές, μπορεί να πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο που χρειάζεται να επιτελέσει διαφορετικούς ρόλους, προσαρμόζοντας τον τρόπο του και τη φωνή του κατά περίπτωση, όπως για παράδειγμα ο αιθουσάρχης στη «Δύση ηλίου», ή όπως ένας ηθοποιός που οφείλει στην ίδια παράσταση να υποδυθεί περισσότερους από έναν χαρακτήρες.

Οι σιωπές, οι μικρές παύσεις, τα ανείπωτα λόγια: πόσο χώρο τους δίνετε στο χαρτί και πόσο χώρο έχουν στη δική σας ζωή;

Έχω την αίσθηση, τουλάχιστον το ελπίζω, πως στα γραπτά μου αυτό που δεν λέγεται είναι πάρα πολύ και εξίσου σημαντικό, κατά κάποιον τρόπο φαντασιώνομαι ότι το βιβλιαράκι μου είναι αρκετά μεγαλύτερο, δεκάδες σελίδες ακόμα, που γράφονται (μακάρι) στο μυαλό του αναγνώστη. Για τα άλλα, δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως στη ζωή πρέπει να πεις αυτό που πρέπει να πεις στους ανθρώπους σου, τον καημό σου, τον θυμό σου, την αγάπη σου, και προπάντων τη συγγνώμη σου, όσο οι άνθρωποι είναι ακόμη εδώ και ανασαίνουν.

Πιστεύετε ότι γράφουμε πάντα για αυτά που χάσαμε ή υπάρχει και η γραφή της πληρότητας, της χαράς;

Μπορώ να μιλήσω μόνο για τον εαυτό μου. Η λογοτεχνική γραφή είναι ένας τρόπος να ξανακερδηθεί ό,τι χάθηκε, ο χρόνος και τα πρόσωπα, ο ίδιος μας ο εαυτός, το σκόρπιο να πάρει σχήμα και να σταθεί εκεί, έξω από εμάς. Νιώθω ότι υπάρχει πάντα ένα κενό που προσπαθούμε να γεμίσουμε με τη γραφή, είναι ένας τρόπος να καταπραΰνουμε ένα άλγος και να δώσουμε συμβολική διάσταση στο πένθος. Κι όταν αυτό πετυχαίνει, ή έστω νιώθεις ότι πέτυχε, τότε δοκιμάζεις κάποια χαρά, έστω μια ανακούφιση.

Αν μπορούσατε να συναντήσετε τον νεότερο εαυτό σου την ώρα που έγραφε το πρώτο διήγημα αυτής της συλλογής, τι θα του λέγατε;

Είδες που έλεγες πως δεν θα προλάβεις;

Σε μια εποχή που κυριαρχεί η εικόνα, τι δύναμη έχει για εσάς η αφήγηση, η αργή, σχεδόν ψιθυριστή φωνή της λογοτεχνίας;

Ας απαντήσω κάπως έμμεσα. Συχνά, όταν η τύχη το φέρει και διασταυρωθώ με κάτι όμορφο, μου αρέσει να διαβάζω τις φράσεις του δυο φορές, μπορεί και περισσότερες, ιδίως εκείνες τις φράσεις που μου φαίνεται ότι κάπως σταμάτησαν τον χρόνο. Γι’ αυτό διαβάζω αργά, αν και ομολογώ πως ζηλεύω εκείνους που διαβάζουν άφθονα χωρίς απώλειες. Κάποτε μου συμβαίνει ένα μικρό, ένα ελάχιστο διήγημα να με εμποδίζει για μέρες να συνεχίσω σε άλλη ανάγνωση (εννοώ αυτήν την ουσιαστική ανάγνωση, που μοιάζει με τελετουργία, κι όχι την άλλη στην οποία επιδίδομαι καθημερινά για επαγγελματικούς λόγους).

Τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης | η αναγνώστρια αφού κλείσει το τελευταίο διήγημα; Ένα αίσθημα, μια φράση, μια εικόνα;

Μνήμη. Να έχει περάσει καιρός, και ξάφνου, απροειδοποίητα, χωρίς προφανή αιτία, να ξαναθυμηθεί κάποια από αυτές τις ιστορίες μου.

(literature.gr 31.5.2025)

Ημερομηνία

31 Μάι 2025
Expired!
Κατηγορία