Χαρά Νικαλοκοπούλου | Μήπως είδαμε το ίδιο όνειρο;

Χαρά Νικαλοκοπούλου | Μήπως είδαμε το ίδιο όνειρο;

[…] Γύρισα να πω στον Κωνσταντίνο τη συνέχεια του τραγουδιού, αλλά είδα ότι είχε γείρει το κεφάλι το κεφάλι του στο κάθισμα και κοιμόταν. Μια διάφανη γαλήνη απλώθηκε, και σαν αόρατο δίχτυ μάς τύλιξε. Από μακριά ακουγόταν ο αέρας να σφυρίζει ασθενικά. Τίποτα δεν φαινόταν ικανό να ραγίσει εκείνη τη λεπτεπίλεπτη ησυχία. Λες και όλα τα στοιχεία της φύσης είχαν συνωμοτήσει να κρατήσουν την ανάσα τους για να τον αφήσουν να κοιμηθεί.
Πέσαμε σε κενό χρόνου ξανά. Ο Κωνσταντίνος ήταν ένα μικρό αγόρι που κοιμόταν ήσυχα. Εκείνη η βαθιά ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια του, που τα ζάρωνε όποτε ήθελε να πει στον κόσμο με το ύφος του “Απαιτώ να με πάρετε στα σοβαρά, δεν είμαι μόνο ένα ωραίο πρόσωπο, διαθέτω και περιεχόμενο” είχε εξαφανιστεί. Και εγώ ποια ήμουν; Μήπως η μαμά του ή κάτι τέτοιο; Γιατί ήμουν μεγάλη, δεν χωρούσε αμφιβολία. Εκείνος ήταν μικρός και εγώ μεγάλη και έπρεπε να τον προστατέψω. Ή μήπως συνέβαινε το αντίθετο, όπως νόμισα πρωτύτερα;
Πώς διαχέονται και λιώνουν σαν τη σοκολάτα στο μπεν μαρί τα σύνορα του χρόνου; Πώς οι παλιές φιγούρες ξεπροβάλλουν κυρίαρχες εκεί που έλεγες πως τις έχεις θάψει οριστικά; Μπερδεύονται οι ρόλοι και οι ταυτότητες και ενώ ήσουν μικρό κοριτσάκι, βρίσκεσαι μια μαμά με υποχρεώσεις, και εκείνος που νόμιζες ότι μοιάζει στον πατέρα σου δεν είναι παρά ένα αφημένο παιδάκι. Και όλα αυτά εξαιτίας μιας κλωστής που ξηλώθηκε από πλεκτό της μνήμης, τραβηγμένη από ένα στίχο.

[απόσπασμα σ. 257]
Εκδόσεις Χάρτινη πόλη, 2024

Ημερομηνία

08 Ιούλ 2024
Expired!
Κατηγορία