Συνέντευξη | Νίκος Βατόπουλος

Συνέντευξη | Νίκος Βατόπουλος

Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Νίκος Βατόπουλος επιστρέφει με το νέο του βιβλίο «Από το Μουσείο στην Κυψέλη. Διαδρομές στην Αθήνα» (Μεταίχμιο, 2025), προσθέτοντας ένα ακόμη κεφάλαιο σε μια μακρά συνομιλία με την πόλη, συνεχίζοντας με συνέπεια και ωριμότητα ένα έργο πολυετές, αφιερωμένο στην αθηναϊκή περιπλάνηση, τη μνήμη και τη βιωματική πρόσληψη της πόλης. Ένα έργο που διασχίζει αργά την πόλη, με επιμονή και τρυφερότητα, αναζητώντας τα ίχνη της μνήμης και τις λεπτές μετατοπίσεις της εμπειρίας. Οι διαδρομές σε παλιές αστικές συνοικίες λειτουργούν ταυτόχρονα και ως οδηγός, αλλά και ως πρόσκληση: να περπατήσουμε αλλιώς, να παρατηρήσουμε ό,τι συνήθως προσπερνάμε, να αφήσουμε τον χώρο να μας μιλήσει και να μας επιστρέψει κάτι από τον εαυτό μας. Η Αθήνα που αναδύεται εδώ είναι ένα ζωντανό παλίμψηστο, όπου οι προσωπικές ιστορίες συνυπάρχουν με τα στρώματα της δημόσιας ιστορίας, και η Πατησίων προβάλλει ως εμβληματική αφετηρία για την κατανόηση της πολυπλοκότητας της αντιφατικής, επίμονης, διαχρονικής γοητείας της.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο λόγος και η εικόνα συναντιούνται, όπως συναντιούνται εδώ και χρόνια στο έργο του Νίκου Βατόπουλου, για να συγκροτήσουν ένα ενιαίο βλέμμα πάνω στην πόλη. Η φωτογραφία δεν λειτουργεί ως συνοδευτικό σχόλιο, ούτε η αφήγηση ως ερμηνεία της· μαζί αρθρώνουν μια ήσυχη, επίμονη ματιά, που συνεχίζει και βαθαίνει την πορεία των προηγούμενων βιβλίων του. Μέσα από αυτή τη συνάντηση αναδύονται οι τόποι ως φορείς μνήμης και προσωπικού βιώματος, χώροι όπου το ιδιωτικό και το συλλογικό, το παρελθόν και το παρόν, συνυπάρχουν και αλληλοφωτίζονται. Σε μια Αθήνα που αλλάζει με ρυθμούς συχνά βίαιους, η γραφή του Βατόπουλου επιμένει στη διάρκεια, στην παρατήρηση, στη λεπτομέρεια που αντιστέκεται στη λήθη. Δεν περιγράφει την πόλη για να την εξηγήσει ούτε για να την καταναλώσει, αλλά για να την αφουγκραστεί. Κι έτσι, όταν το βιβλίο κλείνει, αυτό που μένει δεν είναι μόνο οι διαδρομές και τα τοπία, αλλά μια εσωτερική μετατόπιση: η επιθυμία για πιο αργό βηματισμό, για πιο προσεκτικό βλέμμα, για μια σχέση με την Αθήνα λιγότερο αυτονόητη και περισσότερο προσωπική.

Κατερίνα Λιάτζουρα, Ιανουάριος 2026

Στο βιβλίο σας συγκεντρώνετε διαδρομές σε παλιές αστικές συνοικίες της Αθήνας. Με ποια κριτήρια επιλέξατε αυτές τις συγκεκριμένες διαδρομές και τι τις καθιστά, κατά τη γνώμη σας, αντιπροσωπευτικές της αθηναϊκής εμπειρίας;

Πράγματι, το πρώτο βιβλίο της σειράς «Διαδρομές στην Αθήνα» εκκινεί από παλιές αστικές συνοικίες της πρωτεύουσας. Εστιάζω στον άξονα της Πατησίων και συγκεκριμένα στο κομμάτι από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο έως τη Φωκίωνος Νέγρη με σκοπό να καταγράψω και να αναδείξω ένα αστικό κεφάλαιο μάλλον υποτιμημένο ή έστω λησμονημένο. Υποστηρίζω πως η Πατησίων με όλες τις παρόδους της συμπυκνώνει την αισθητική, τους πειραματισμούς και τη φιλοδοξία της μεσοαστικής Αθήνας σε διάστημα τουλάχιστον 60 ετών (1910-1970).

Περιγράφετε την αστική περιπλάνηση ως διαδικασία αυτογνωσίας. Πώς συνδέεται, στη δική σας γραφή, ο εξωτερικός χώρος της πόλης με τον εσωτερικό μονόλογο του περιπατητή;

Πιστεύω πολύ στον μοναχικό περίπατο ως μια δυνατότητα συνομιλίας με το περιβάλλον. Αυτή η διαδικασία πυροδοτεί τον εσωτερικό μονόλογο και γεννά διαρκώς συνειρμούς σε σταθερή αλληλοτροφοδοσία με τα εξωτερικά ερεθίσματα. Η αστική περιπλάνηση έχει τους δικούς της κώδικες και είναι, σε κάθε περίπτωση, μια προσωπική υπόθεση που φέρει ως απαράβατη συνθήκη τη δύναμη της φαντασίας και τη σύνδεση αναμνήσεων, στοχασμών και φευγαλέων εικόνων. Η πόλη γίνεται μια οθόνη του νου και είναι φορές που όταν περπατάω για να ανακαλύψω έναν δρόμο ή μια γειτονιά ξεχνάω την αίσθηση του χρόνου.

Στους περιπάτους σας επισημαίνετε τη σημασία της ανακάλυψης, της συγκίνησης αλλά και της αμφισβήτησης παγιωμένων βεβαιοτήτων. Πόσο σημαντικό είναι για εσάς το στοιχείο της έκπληξης στη σχέση μας με την πόλη;

Το στοιχείο της έκπληξης συμβάλλει στη διαρκή αναζήτηση και στην ανανέωση του ενδιαφέροντος. Είναι σαν μια ανασκαφή. Υπάρχει και η προσδοκία, η πίστη ότι κάτι αναπάντεχο ή έστω κάτι όχι συνηθισμένο θα φανεί στην επόμενη γωνία. Και πράγματι… δεν θυμάμαι κανέναν περίπατό μου σε γειτονιές της Αθήνας ή του Πειραιά που να μη συνάντησα κάτι που με εξέπληξε, ένα σπίτι, ένα θέαμα, ένα παλιό μαγαζί, μια επιγραφή, μια πόρτα, ένα δέντρο, ένα χέρσο οικόπεδο, ένα παλιό αυτοκίνητο, ένα σύνθημα στον τοίχο, μια λαθραία ματιά σε ένα εσωτερικό, μια απρόσμενη γωνία λήψης, μια κεραμοσκεπή, μια μπουγάδα απλωμένη, ένα όνομα σε κουδούνι ξεχαρβαλωμένο, έναν ξεφλουδισμένο σοβά και μια λιθοδομή, μια σκισμένη σημαία, ένα βλέμμα που να με παρακολουθεί από ένα παράθυρο, μια αθέατη τηλεόραση να στέλνει ήχο, μια καρέκλα δίπλα σε έναν κάδο απορριμμάτων…

Η Πατησίων παρουσιάζεται ως εξαιρετική αφετηρία για την κατανόηση της πολυπλοκότητας της Αθήνας. Τι συμπυκνώνει, κατά τη γνώμη σας, αυτός ο άξονας για την ιστορία και το παρόν της πόλης;

Eίναι η προθήκη της αστικής Αθήνας με έναν τρόπο σχεδόν απόλυτο. Μετά την ανέγερση του Πολυτεχνείου και του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου άρχισε η εντατική επέκταση της οικιστικής ζώνης προς την Πατησίων ήδη από τον 19ο αιώνα. Είναι όμως μετά το 1905-1910 που παρατηρούμε ολοένα και μεγαλύτερη πυκνότητα επενδυτών και νέων κατοίκων οι οποίοι χτίζουν εντυπωσιακές μονοκατοικίες, αρχικά, σε μια μεγάλη βεντάλια αισθητικών αναφορών. Στον Μεσοπόλεμο έχουμε οικοδομικό οργασμό με μονοκατοικίες, διπλοκατοικίες, τριπλοκατοικίες και πολυκατοικίες σε όλο το μήκος της Πατησίων και στις παρόδους. Αν θέλει κανείς να μελετήσει όλα τα νεωτερικά και αισθητικά ρεύματα του 20ού αιώνα, δεν έχει παρά να περπατήσει στον άξονα και στα στενά της Πατησίων.

Το βιβλίο προτείνει «βιωματικούς περιπάτους δρόμο δρόμο». Ποια είναι η διαφορά, όπως τη βλέπετε εσείς, ανάμεσα σε έναν τέτοιο περίπατο και σε μια πιο τουριστική ή πληροφοριακή προσέγγιση της Αθήνας;

Πιστεύω ότι είναι δύο διαφορετικές εμπειρίες. Αυτό που προτείνω εγώ στους περιπάτους μου είναι το βίωμα μέσα από την αναμόχλευση της μνήμης, την έξαψη της φαντασίας και την πρόκληση συγκίνησης. Τα ιστορικά και πραγματολογικά στοιχεία είναι η συγκολλητική ουσία, ο αρμός, το δομικό υλικό. Δεν αποτελούν αυτοσκοπό. Όλοι μας φέρουμε βιώματα και μνήμες, τραύματα και απώλειες, όλοι μας έχουμε προσδοκίες και ματαιώσεις, όλοι μας θέλουμε να μοιραστούμε κάτι ενδιαφέρον, κάτι συγκινητικό, κάτι που ίσως δεν είχαμε συνδέσει με όσα αμυδρά έστω γνωρίζαμε ως τώρα. Προτείνω με άλλα λόγια μια περισσότερο ανθρωπολογική και ψυχαναλυτική ανάγνωση του αστικού τοπίου με αναφορές φυσικά στην αρχιτεκτονική, στην κοινωνική και οικονομική συνθήκη. Με ενδιαφέρει πολύ ο τρόπος με τον οποίον η ύλη, τα υλικά, η τεχνική και η τεχνολογία συνδέονται με το άυλο, το άρρητο και το φαντασιακό. Ζητήματα ταυτότητας και κοινωνικής συνοχής είναι επίσης πολύ σημαντικά για την κατανόηση της πυκνότητας του αστικού χώρου.

Ως δημοσιογράφος αλλά και συγγραφέας, πώς ισορροπείτε ανάμεσα στην παρατήρηση, την τεκμηρίωση και τη λογοτεχνική αφήγηση σε αυτό το βιβλίο;

Με την εκπαίδευση. Με την εξάσκηση, με άλλα λόγια. Πιστεύω όμως και με μια ρομαντική, ίσως, αντίληψη που είχα από πάντα, ως μέλος της μεγάλης οικογένειας της «Καθημερινής». Εκεί, βρήκα μια παράδοση στέρεης αθηναιογραφίας και σπουδαίους μάστορες του χρονογραφήματος και των επιφυλλίδων. Φυσικά, η δημοσιογραφία έχει άλλους κανόνες αλλά αυτό που επιχειρώ σε αυτό το βιβλίο και στα προηγούμενα είναι μια υβριδική σύνθεση ανάμεσα στην αφήγηση, τη λογοτεχνία, την εμπειρική παρατήρηση. Είναι ένα αυτόνομο είδος θα έλεγα. Με έχει ωφελήσει η οικονομία που μαθαίνει κανείς στη δημοσιογραφία, η συμπύκνωση και η ιεράρχηση των θεμάτων.

Οι περίπατοι που περιγράφετε στο βιβλίο δίνουν την αίσθηση μιας μακράς, υπομονετικής ωρίμανσης. Πόσος χρόνος χρειάστηκε για τη μελέτη και την επιτόπια έρευνα αυτών των διαδρομών και πώς εξελίχθηκαν μέσα στον χρόνο οι παρατηρήσεις σας καθώς επιστρέφατε ξανά και ξανά στους ίδιους δρόμους;

Επιστρέφω ξανά και ξανά στους ίδιους δρόμους όσο ανακαλύπτω και άλλους. Από μαθητής σχολείου ασχολούμαι με την Αθήνα, την καταγράφω και τη φωτογραφίζω. Οπότε θεωρώ ότι η επαφή μου με την αστική ιστορία της Αθήνας είναι ένα έργω εν προόδω που συνδέεται με την ενηλικίωσή μου και με τη μετέπειτα επαγγελματική μου δραστηριότητα. Συνδέεται, όμως, πρωτίστως, με τα διαβάσματά μου, την παρατήρηση του περιβάλλοντος και το σταθερό (αν όχι αυξανόμενο) και συστηματικό ενδιαφέρον μου επί δεκαετίες.

Η αρχιτεκτονική των κτιρίων και τα ίχνη της ιστορίας τους κατέχουν κεντρική θέση στο βλέμμα σας. Τι είδους αρχειακό υλικό μελετήσατε για τις περιοχές αυτές και από ποιες πηγές αντλήσατε τις πληροφορίες που στήριξαν τη συγγραφική σας έρευνα;

Υπάρχει εκτενής βιβλιογραφία την οποία μελετώ. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Επικοινωνούν μαζί μου πολλοί ιδιώτες, τους οποίους ευχαριστώ πολύ, και μοιράζονται μαζί μου αναμνήσεις και φωτογραφίες. Μου αρέσει πολύ η μικροϊστορία και διαβάζω πάντα απομνημονεύματα, τα οποία σε συνδυασμό με την ιστορία της πόλης και της αρχιτεκτονικής επιβεβαιώνουν ένα κλίμα καθημερινότητας.

Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο αναγνώστης και η αναγνώστρια κλείνοντας το βιβλίο: μια νέα εικόνα της Αθήνας, μια διάθεση για εξερεύνηση ή, κυρίως, μια διαφορετική σχέση με τον ίδιο του τον εαυτό μέσα στην πόλη;

Πρωτίστως, μεγαλύτερη διάθεση για εξερεύνηση. Στο βιβλίο θέτω ένα πλαίσιο, παραθέτω πληροφορίες και δίνω εναύσματα για περαιτέρω εμβάθυνση. Αυτό νομίζω είναι σημαντικό για την κατανόηση και υπεράσπιση της ταυτότητας της πόλης και του αστικού χώρου εν γένει. Η Αθήνα έχει ανάγκη από ενημερωμένους και φιλομαθείς πολίτες. Είναι ευχάριστο πως υπάρχει πρόοδος σε αυτόν τον τομέα, υπάρχει ενδιαφέρον από πολύ κόσμο και αυτό είναι μια βάση αισιοδοξίας. Βεβαίως, πολλά πρέπει να γίνουν. Ας βάλει ο καθένας το λιθαράκι του. Προσωπικά, με ενδιαφέρει να αγαπηθεί η πόλη και να γίνει ευρέως αντιληπτό πως η αστική ιστορία της Αθήνας είναι συναρπαστική και πως όλοι είμαστε κομμάτι της.

(literature.gr 27.1.2026)

Ημερομηνία

27 Ιαν 2026
Expired!
Κατηγορία