Συνέντευξη | Μαρία Λουκά
Έχουμε την χαρά να φιλοξενούμε σήμερα στο Literature την Κύπρια συγγραφέα Μαρία Λουκά με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα με τίτλο «Δεκαέξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» (εκδ. Βακχικόν, 2025). Η Μαρία Λουκά γεννήθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου και ζει εκεί έως σήμερα. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και υπηρέτησε στην εκπαίδευση ως καθηγήτρια και αργότερα ως διευθύντρια, ενώ εργάστηκε και στην Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων του κυπριακού Υπουργείου Παιδείας. Παράλληλα, έχει γράψει και σκηνοθετήσει θεατρικά έργα για μαθητές, που διακρίθηκαν σε Παγκύπριους Αγώνες Σχολικού Θεάτρου.
Το μυθιστόρημα «Δεκαέξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» είναι ένα πολυφωνικό έργο που πραγματεύεται την εφηβεία, την ενηλικίωση, αλλά και το κοινωνικό τραύμα της Κύπρου μετά την τουρκική εισβολή. Η συγγραφέας μέσα από τις ζωές τριών εφήβων, που εμπλέκονται σε ένα πειθαρχικό παράπτωμα στο σχολείο τους, φέρνει στην επιφάνεια τις ανησυχίες, τις μνήμες, τα τραύματα και τα όνειρά τους. Κάτω από την επιφάνεια της καθημερινότητας και του σχολικού περιβάλλοντος, ξετυλίγονται ιστορίες που αγγίζουν την απώλεια, τη βία, το πένθος, τον εκτοπισμό, αλλά και τη φιλία, τον νεανικό έρωτα, την επιθυμία και την ανάγκη για φως. Η συγγραφέας δεν στέκει πάνω από τους ήρωες της· στέκει κοντά τους και τους αφουγκράζεται. Το αποτέλεσμα είναι ένα μυθιστόρημα-καλειδοσκόπιο που καταγράφει με ενσυναίσθηση την εφηβεία στον απόηχο της Ιστορίας και της σύγχρονης κυπριακής κοινωνίας. Η Μαρία Λουκά συνθέτει ένα ψηφιδωτό ζωής, όπου η συγγραφική φωνή δεν διεκδικεί εξουσία, αλλά λειτουργεί ως δίαυλος για αφηγήσεις που συχνά μένουν στο περιθώριο. Δεκαέξι πρόσωπα που αναζητούν ακρόαση, καταξίωση και νοηματοδότηση. Με βαθιά κοινωνική ευαισθησία, αφηγηματική τόλμη και γλωσσική ακρίβεια, η Λουκά συνθέτει έναν λογοτεχνικό χώρο όπου η μαρτυρία συναντά τη μυθοπλασία και η προσωπική εμπειρία μετατρέπεται σε συλλογικό νήμα. Ένα έργο που μιλά με και για εκείνες τις φωνές που κάποιες φορές δεν ακούγονται, όσο κι αν αυτές κραυγάζουν.
Κατερίνα Λιάτζουρα, Ιούλιος 2025
Ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει σε θεατρική αφήγηση ή ακόμη και σε ένα παιχνίδι ρόλων. Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το συγκεκριμένο έργο;
Πραγματικά. Ο τίτλος παραπέμπει στο γνωστό θεατρικό έργο του Ιταλού συγγραφέα Λουίτζι Πιραντέλλο «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα». Στο έργο αυτό, όπως αναφέρω και στον πρόλογο του βιβλίου μου, οι θεατές παρακολουθούν τις πρόβες ενός θιάσου, όταν ξαφνικά εισβάλλουν στην σκηνή έξι πρόσωπα που ζητούν από το συγγραφέα να τους δώσει φωνή, να τους αφήσει να αφηγηθούν την ιστορία τους, ο καθένας από τη δική του σκοπιά. Όπως τα έξι πρόσωπα του Λουίτζι Πιραντέλλο, έτσι και τα δικά μου δεκαέξι πρόσωπα, διεκδικούν και παίρνουν φωνή, βγαίνουν μπροστά και παίρνουν ζωή. Η σκηνή του θεάτρου στη δική μας περίπτωση είναι ένα σχολείο, οι τάξεις του, τα γραφεία, οι αυλές.Τα πρόσωπα είναι οι έφηβοι μαθητές, που στέκονται στο κατώφλι της ενηλικίωσης, οι καθηγητές τους, οι γονείς τους. Πώς αυτό το σκηνικό αλλάζει και δίνει τη θέση του σ’ ένα κέντρο Υποστηριζόμενης Διαβίωσης και Αποκατάστασης και πώς στα αρχικά πρόσωπα έρχονται να προστεθούν κάποια καινούργια, παππούδες και γιαγιάδες που βαδίζουν προς το τέλος της ζωής τους κι ένας νέος που παλεύει να κερδίσει πίσω τη δική του ζωή, όλααυτά είναι μυστήρια που μόνο η πλοκή του έργου μπορεί να λύσει καθώς και μια αρκετά περίτεχνη μυθοπλασία.
Πώς επηρέασε η μακρόχρονη εμπειρία σας στην εκπαίδευση τη συγγραφή του μυθιστορήματος;
Τριανταπέντε χρόνια στην εκπαίδευση είναι ένας μεγάλος κύκλος χαρμολύπης, ένα ταξίδι γεμάτο γλυκόπικρες εμπειρίες. Ο δρόμος δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, έχει πολλές δύσκολες στιγμές, στιγμές ευθύνης. Έχει όμως και χαρές απίστευτες, στιγμές δοτικότητας, αφοσίωσης και συγκίνησης. Το να περνάς την εφηβεία μια φορά στη ζωή σου είναι από μόνο του και δύσκολο και απαιτητικό. Το να την περνάς μαζί με τους μαθητές σου ξανά και ξανά είναι εξαντλητικό αλλά και μαγικό ταυτόχρονα. Είναι ένα δώρο κι ένα προνόμιο, αν φυσικά αγαπάς τα παιδιά, αν νοιάζεσαι γι’ αυτά. Αυτή η αγάπη είναι η πεμπτουσία της εκπαίδευσης και το κλειδί που ανοίγει τις πόρτες σε πολλά προβλήματα. Εμπειρίες και βιώματα από μια μακρόχρονη θητεία στα σχολεία ζητούσαν διέξοδο και είναι μεγάλη η χαρά και η ευλογία που αισθάνομαι από αυτό το μοίρασμα και την επικοινωνία που μόνο ένα βιβλίο μπορεί να δώσει σε συγγραφέα και αναγνώστη.
Τα δεκαέξι πρόσωπα του βιβλίου αποτελούν φωνές υπαρκτών ανθρώπων ή είναι φανταστικές κατασκευές; Ποια ήταν η αφετηρία για τη δημιουργία τους;
Το υλικό για το συγκεκριμένο έργο ήταν μέσα μου πολύ καιρό. Τα δεκαέξι πρόσωπα είναι όλα πρόσωπα υπαρκτά, πρόσωπα που τα έζησα, συνομίλησα μαζί τους, με επηρέασαν και τα επηρέασα. Οι μαθητές και οι μαθήτριές μου, οι γονείς τους, οι συνάδελφοί μου εκπαιδευτικοί από τα 35 χρόνια υπηρεσίας μου στα σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης. Την ίδια ώρα οι αφηγήσεις της μητέρας μου με τις οποίες μεγάλωσα, έκλαψα, γέλασα, γοητεύτηκα, ήταν πάντα ζωντανές στο μυαλό και την ψυχή μου. Σ’ αυτές ήρθαν να προστεθούν 25 τόσες συνεντεύξεις που πήρα από υπερήλικες συγχωριανούς μου, άντρες και γυναίκες που γεννήθηκαν, όπως και η μητέρα μου, στις αρχές του 20ου αιώνα, έζησαν μέσα στην περίοδο της αποικιοκρατίας, της φτώχειας και της ανελευθερίας, μοιράστηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την εποποιία του αντιαποικιακού αγώνα, τις συγκρούσεις και τις αντιπαραθέσεις που ακολούθησαν, γεύτηκαν για λίγο την πρόοδο και την ευημερία μιας σύντομης ανεξαρτησίας και βίωσαν το τραύμα της τουρκικής εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής της μισής πατρίδας. Όλα αυτά τα πρόσωπα μού ζητούσαν επιτακτικά να τους δώσω φωνή. Η αφετηρία για να βγουν στο φως, να πάρουν σάρκα και οστά, ήταν ένα πολυκαιρισμένο τετράδιο, που μου εμπιστεύτηκε μια καλή μου φίλη. Ήταν του πατέρα της, του Χρυσανθή του ράφτη, που είχε φύγει από τη ζωή πλήρης ημερών, έχοντας αφήσει στα χέρια της αυτό το παλιό τετράδιο, όπου σε ηλικία 84 ετών αφηγείται, σε μια ωραία νεοελληνική κοινή γλώσσα, ένα συνταρακτικό επεισόδιο της ζωής του. Ένας αγνός άνθρωπος, βιοπαλαιστής από τα πρώτα τρυφερά παιδικά του χρόνια, αυτοδίδακτος, δίνει μαθήματα καλοσύνης, ανθρωπιάς, πολιτότητας. Αυτός ο θησαυρός σοφίας και ενσυναίσθησης, που μου δόθηκε ξαφνικά μ’ αυτό το παλιό τετράδιο, άνοιξε το δρόμο να ελευθερωθούν και να πάρουν ζωή τα δεκαέξι πρόσωπα.
Ποιος είναι ο ρόλος της συγγραφέα ως αφηγήτριας ή συνδετικού κρίκου μεταξύ των προσώπων; Παρεμβαίνετε ή στέκεστε διακριτικά στο περιθώριο;
Από το βιβλίο απουσιάζει ο συγγραφέας αφηγητής με τον παραδοσιακό τρόπο που τον γνωρίζουμε. Υπάρχουν οι μονόλογοι των δεκαέξι προσώπων που αφηγούνται την ίδια ιστορία από διαφορετική σκοπιά, από τη δική του ο καθένας οπτική. Ο καθένας εκφράζει τη δική του αλήθεια, που είναι, όπως συμβαίνει πάντα, ένα μέρος της αλήθειας, μια αλήθεια λειψή. Από τη σύνθεση των επί μέρους συμπληρώνεται σαν ένα παζλ η ολική αλήθεια και η ιστορία ολοκληρώνεται. Η συγγραφέας στην προκειμένη δεν παρεμβαίνει μα ούτε και στέκεται διακριτικά στο περιθώριο. Είναι μέρος της ιστορίας, ένα από τα δεκαέξι πρόσωπα, με μια πρώτη ματιά, δύο από τα πρόσωπα, για τον πιο παρατηρητικό αναγνώστη. Δύο πρόσωπα που συνθέτουν έναν άνθρωπο σε δύο διαφορετικές ηλικιακά φάσεις της ζωής του, εκείνην της νεότητας και εκείνην της ωριμότητας. Ένα ego και ένα alter ego. Και σταματώ εδώ καθώς μου αρέσουν πολύ τα αινίγματα…
Το έργο σας αγγίζει το έντονο κοινωνικό ζήτημα της μαθητικής παραβατικότητας στα σύγχρονα σχολεία. Μιλήστε μας για την καινοτομία του πιλοτικού προγράμματος του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου, σχετικά με το δικαίωμα εξαγοράς της ποινής.
Α, το πιλοτικό πρόγραμμα της εξαγοράς της ποινής με προσφορά εργασίας κοινωνικής ωφέλειας! Αυτό κινείται δυστυχώς στη σφαίρα του φανταστικού, τουλάχιστον για τα κυπριακά και τα ευρύτερα ελληνικά δεδομένα, εξ’ όσων καλά γνωρίζω. Είναι ίσως από τα λίγα επινοημένα στοιχεία που υπάρχουν σ’ αυτό το βιβλίο. Ένα προϊόν μυθοπλασίας, απαραίτητο, για την πλοκή και την εξέλιξη του μύθου. Πώς αλλιώς θα έβγαζα τους τρεις όχι και τόσο φιλήσυχους νεαρούς μου ήρωες από τον ασφαλή και προστατευμένο χώρο του σχολείου τους σ’ έναν άλλο χώρο και έναν άλλο κόσμο, αυτόν του Κέντρου Υποστηριζόμενης Διαβίωσης και Αποκατάστασης και πώς θα τους βύθιζα σ’ αυτή την όσμωση ιδεών και εμπειριών που έφερε μέσα τους τα πάνω κάτω;
Το έργο σας αγγίζει όμως και το μεγάλο πολιτικό ζήτημα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Με ποιον τρόπο ενσωματώνεται στην αφήγηση;
Το μεγάλο πολιτικό και εθνικό ζήτημα της τουρκικής εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής της μισής Κύπρου ενσωματώνεται στην αφήγηση με τον ίδιο τρόπο που ενσωματώνεται στη ζωή μας. Όχι μόνο στη ζωή της γενιάς που έζησε τα γεγονότα, αυτά καθαυτά και όσα προηγήθηκαν κι όσα ακολούθησαν, αλλά και στη ζωή της επόμενης και μεθεπόμενης γενιάς που βιώνει το τραύμα του το που μέσα από τις αφηγήσεις των γονιών και των παππούδων και μέσα από τους τριγμούς μιας κοινωνίας βαθιά επηρεασμένης και ανεπανόρθωτα πληγωμένης. Περισσότερο, τα παιδιά του πολέμου, όπως γίνεται σε κάθε πόλεμο, γίνονται δέκτες κακών για τα οποία δεν ευθύνονται και κουβαλούν μέσα τους όλο το βάρος των δεινών του πολέμου, που ορίζει αμετάκλητα τόσο το πέρασμά τους από την παιδικότητα στην ενηλικίωση όσο και ολόκληρη τη ζωή τους. Ένα τέτοιο παιδί, παιδί του πολέμου, είναι και ο πατέρας του νεαρού μου ήρωα, του Μιχαήλ, που στην τρυφερή ηλικία των δώδεκα-δεκατριών ετών, αναγκάστηκε να αφήσει πίσω στο κατεχόμενο χωριό του την εγκλωβισμένη οικογένειά του και να έρθει μαζί με άλλα παιδιά «ασυνόδευτα» στις ελεύθερες περιοχές, για να φοιτήσει στο γυμνάσιο. Για τα αγόρια, οι επισκέψεις στους γονείς «κόβονταν» από το τουρκικό καθεστώς στην ηλικία των δεκαέξι χρόνων. Το κράτος- κηδεμόνας, όσο καλές κι αν είναι οι προθέσεις του, δεν μπορεί πότε ν’ αναπληρώσει την παρουσία της μάνας και του πατέρα στη ζωή ενός παιδιού, με όλες τις τραγικές συνέπειες που μπορεί να επιφέρει αυτό στον ψυχισμό του.
Ο πολυφωνικός χαρακτήρας του βιβλίου δημιουργεί έναν ιδιαίτερο ρυθμό. Πώς δουλέψατε πάνω στην ισορροπία μεταξύ των φωνών, ώστε καμία να μην υπερκαλύπτει τις άλλες;
Για να στηρίξει κανείς σωστά ένα βιβλίο με πολυφωνικό χαρακτήρα, πρέπει να έχει κατά νου την ομορφιά και την ιδιαιτερότητα μιας πολυφωνικής ορχήστρας. Εκεί τα όργανα, άλλα μεγάλα και άλλα μικρά, άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο πρωταγωνιστικά, έχουν ωστόσο τη δική του φωνή το καθένα, τον δικό του ρόλο και τη δική του αποστολή και αυτό προσδίδει σε όλα και στο καθένα ξεχωριστά τηδική του αξία. Εκείνο που με απασχολούσε περισσότερο κατά τη διαδικασία της συγγραφής ήταν να ταυτίζομαι κάθε φορά με το πρόσωπο που έπαιρνε το λόγο, να μπαίνω στα παπούτσια του, να υποδύομαι σαν ηθοποιός το ρόλο μου, για να βρω με τρόπο, όσο γινόταν πιο αυθεντικό, του καθενός το ιδιόλεκτο, την ιδιαίτερη προσωπική γλώσσα και έκφραση. Γιατί δεν μιλούν βέβαια την ίδια γλώσσα μια Διευθύντρια Σχολείου κι ένας έφηβος, μια ψυχολόγος και μια μητέρα ή ένας φυσικοθεραπευτής κι ένας υπερήλικας παππούς. Αυτή η ποιοτική και όχι η ποσοτική ισορροπία με ενδιέφερε. Γι’ αυτό θα δείτε τους μονολόγους να ποικίλουν σε έκταση από τις λίγες γραμμές μέχρι τις λίγες σελίδες, αλλά να κρατούν ο καθένας το δικό του ειδικό βάρος και τη δική του σημασία και αξία. Οι περισσότερο «έμπειροι», αν μού επιτρέπεται ο όρος, αναγνώστες θα «διαβάσουν» και θα προσλάβουν κι άλλα στοιχεία, που δίνουν έναν εσωτερικό ρυθμό στο βιβλίο. Για παράδειγμα ο αριθμός τρία και τα πολλαπλάσιά του και η μαγική τους δύναμη, βλέπε 3 βδομάδες, είκοσι μία ημέρες, η χρονική έκταση του μύθου, ή το σχήμα του κύκλου, βλέπε τη σκηνική εναλλαγή Σχολείο, Κέντρο Υποστηριζόμενης Διαβίωσης και ξανά Σχολείο, ή ακόμα τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, βλέπε τίτλος, πρώτη και τελευταία φράση κάθε κεφαλαίου ίδια κι απαράλλακτα κάθε φορά, για να αποκαλύψω λίγα μόνο από τα «μυστικά» της δουλειάς μου.
Πιστεύετε πως σήμερα η λογοτεχνία έχει ακόμη τη δύναμη να δώσει φωνή σε όσους δεν την έχουν; Ή μήπως κινδυνεύει να περιοριστεί σε έναν πιο αυτάρεσκο διάλογο με το «μέσα» της;
Πιστεύω πως ναι, την έχει η λογοτεχνία αυτή τη δύναμη να δίνει φωνή σε όσους είναι βωβοί. Από επιλογή; Από συστολή; Ή σε όσους είναι φιμωμένοι, αόρατοι, αποκλεισμένοι στο περιθώριο. Και καλά κάνει να την έχει, γιατί ποιος ο λόγος ύπαρξης μιας λογοτεχνίας και γενικότερα μιας τέχνης αυτάρεσκης, που συνομιλεί με τον εαυτό της, όταν υπάρχει τόσος πόνος, τόση αδικία και τόσο σκοτάδι γύρω μας και κυρίως μια τόσο σπαρακτική ανάγκη για επικοινωνία;
Αν τα δεκαέξι πρόσωπα μπορούσαν να μιλήσουν στην ίδια τη συγγραφέα, τι νομίζετε πως θα της έλεγαν στο τέλος της ιστορίας τους;
Αν δεν κινδυνεύω εγώ τώρα να φανώ αυτάρεσκη, νομίζω πως θα μου έλεγαν «ευχαριστούμε που μας έδωσες φωνή, που μας έβγαλες από το σκοτάδι στο φως, που μας επέτρεψες να ζήσουμε τη μικρή μα απέραντη ζωή μας».
(literature.gr 21.7.2025)