Συνέντευξη | Κωνσταντίνος Τζαμιώτης
Έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε σήμερα στο Literature, τον συγγραφέα Κωνσταντίνο Τζαμιώτη, με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Θα πέσει η νύχτα» (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2025).
Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης γεννήθηκε το 1970 στη Λάρισα. Σπούδασε κινηματογράφο. Ζει στην Αθήνα. Το πρώτο του θεατρικό έργο «Ουδέτερη ζώνη» απέσπασε το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου θεατρικού συγγραφέα. Το έργο του «Μια εξαιρετικά απλή δουλειά» περιλήφθηκε στην Ευρωπαϊκή Ανθολογία Θεάτρου. Κείμενά του καθώς και άρθρα για θέματα πολιτισμού και σύγχρονης τέχνης έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες.
Ο Λαρισαίος συγγραφέας επιστρέφει με μια καθηλωτική αφήγηση που εξερευνά το όριο ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι – τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά. Είναι μια σπουδή στη λεπτομέρεια της ψυχής, ένα χρονικό απωθημένων επιθυμιών και θαμμένων φόβων, μια διαδρομή μέσα από τις ρωγμές του ορατού προς το αόρατο. Με τη γνωστή του διεισδυτική ματιά και τη λιτή, πυκνή γλώσσα που τον χαρακτηρίζει, ο Τζαμιώτης καταγράφει τις σιωπές μιας κοινωνίας σε μετάβαση, τις ρωγμές στην ανθρώπινη συνείδηση, και τις λεπτές ισορροπίες που καθορίζουν τις ζωές των ηρώων του. Σε ένα τοπίο άλλοτε αστικό, άλλοτε εσωτερικό, το μυθιστόρημα συνθέτει έναν κόσμο γνώριμο αλλά και ανησυχητικά ξένο, όπου οι σκιές δεν φωλιάζουν μόνο στους δρόμους, αλλά κυρίως μέσα μας. Στο «Θα πέσει η νύχτα», ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης παραδίδει στο αναγνωστικό κοινό ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα, απλωμένο στον χώρο και στον χρόνο, που διατρέχει την Αθήνα, τον κάμπο της Λάρισας, τα δάση της Χαλκιδικής, κουβαλώντας πίσω του ανθρώπους, ιστορίες, χαμένες ευκαιρίες και επιλογές που στοιχειώνουν. Μια οικογενειακή σάγκα που χτυπά στον πυρήνα της ελληνικής εμπειρίας. Μια ιστορία ενηλικίωσης, εκεί που ο χρόνος δεν χαρίζεται σε κανέναν. Ένα υπόγειο, σχεδόν αστυνομικό νήμα, που διασχίζει τις σελίδες σαν σιωπηλή απειλή. Κι όλα αυτά, ενταγμένα μέσα σε ένα σύμπαν που πότε σαγηνεύει με την ομορφιά και τη θαλπωρή του, και πότε σφίγγει σαν δάσος δίχως διέξοδο.
Τι σας ενέπνευσε να γράψετε το «Θα πέσει η νύχτα»; Ποια είναι η βασική θεματική του μυθιστορήματος και πώς συνδέεται με την εποχή που διανύουμε;
Το «Θα πέσει η νύχτα» είναι ένα βιβλίο γραμμένο από καθαρή ανησυχία. Θα μπορούσε να μιλάει για έναν αρχάνθρωπο που κάποια βραδιά κοιτά έξω από τη σπηλιά του μια καταιγίδα κάπου πολύ μακριά και έπειτα πέφτει να κοιμηθεί σίγουρος πως οι κεραυνοί δεν πρόκειται να φτάσουν ποτέ μέχρι τη φωλιά του. Η δικιά μου ιστορία διαφέρει βέβαια κάπως, αλλά ο πυρήνας της είναι ακριβώς αυτός.
Οι χαρακτήρες σας συχνά κινούνται σε ηθικά γκρίζες ζώνες. Τι σας ελκύει σε τέτοιου είδους ψυχογραφικές απεικονίσεις;
Νομίζω πως οι περισσότεροι από εμάς κινούμαστε συχνά σε ηθικά γκρίζες ζώνες. Και αυτό συμβαίνει επειδή ακόμα και οι πιο αστόχαστοι είμαστε κυριευμένοι από τον φόβο. Έναν φόβο παραλυτικό, σχεδόν μεταφυσικό που αγγίζει ακόμα και τους πιο γενναίους από εμάς. Απ’ αυτή την άποψη οι περισσότεροι από τους χαρακτήρες όλων των βιβλίων μου είναι απολύτως συνηθισμένοι. Απλά πού και πού εμφανίζονται κάποιοι οι οποίοι, αντί να υπηρετούν με τη βιοθεωρία τους την κοινοτοπία του κακού, μοιάζουν με σολομούς που πάνε κόντρα στο ρεύμα.
Πώς ήταν η διαδικασία της συγγραφής αυτού του βιβλίου σε σχέση με τα προηγούμενα έργα σας; Συναντήσατε διαφορετικές προκλήσεις; Υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος συγγραφέας ή έργο που λειτούργησε ως φάρος για εσάς κατά τη συγγραφή του συγκεκριμένου μυθιστορήματος;
Χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια σιωπής μέχρι να καταλάβω τι θέλω να κάνω. Έπειτα χρειάστηκε ένας ακόμα χρόνος μέχρι να αποφασίσω αν θέλω να μπλέξω σε μια τέτοια περιπέτεια. Ύστερα απαιτήθηκαν άλλοι έντεκα μήνες απομόνωσης προκειμένου να γραφτεί. Με λίγα λόγια έκανα ό,τι μπορούσα να μην το γράψω και έπειτα έκανα ό,τι μπορούσα για να το ολοκληρώσω. Αναφορικά με το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας: Οι συγγραφείς είμαστε κυρίως αναγνώστες. Υπάρχουν δεκάδες συγγραφείς που συνοδεύουν τη σκέψη μου και εύχομαι στο μέλλον να γίνουν ακόμα περισσότεροι.
Το μυθιστόρημά σας διατρέχεται από μια έντονη κοινωνική συνείδηση: από την περιβαλλοντική καταστροφή στις Σκουριές και τις καταστροφικές πλημμύρες στον κάμπο της Θεσσαλίας μέχρι την αστική παρακμή στην πλατεία Βικτωρίας και τα Εξάρχεια, από την έμφυλη βία μέχρι το trafficking και τον απόηχο του πολέμου στην Ουκρανία. Πώς ενσωματώνετε αυτά τα τόσο διαφορετικά –αλλά και τραγικά επίκαιρα– θέματα σε μια ενιαία αφηγηματική σύνθεση χωρίς να λειτουργούν ως δημοσιογραφικά «παραρτήματα»;
Ο πόλεμος, η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, η πνευματική, ηθική και αισθητική παρακμή, η σκληρότητα, η βία, δεν αποτελούν βέβαια απλώς επίκαιρα φαινόμενα. Αντίθετα συνοδεύουν ανέκαθεν την ανθρώπινη περιπέτεια. Η λογοτεχνία οφείλει να ασχολείται με κάθε ζήτημα που επιδρά στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Γιατί η λογοτεχνία γράφεται από ανθρώπους που πρώτιστο σκοπό έχουν να συναντηθούν με άλλους ανθρώπους.
Πιστεύετε πως η λογοτεχνία έχει ακόμη τη δύναμη να ευαισθητοποιεί ή και να αφυπνίζει απέναντι σε ζητήματα όπως η γυναικοκτονία, η εκμετάλλευση προσφύγων ή η καταστροφή του περιβάλλοντος; Ή πλέον μιλά περισσότερο σε ήδη «ευαισθητοποιημένους» αναγνώστες και αναγνώστριες;
Ελπίζω πως τα βιβλία μου δεν προσπαθούν να μιλήσουν αποκλειστικά με κάποια συγκεκριμένη ομάδα ομοίων. Η φιλοδοξία μου ως συγγραφέας είναι να συμπεριλάβω στις ιστορίες μου όσο το δυνατόν περισσότερες από τις αντινομίες και αντιφάσεις διέπουν τον σύγχρονο άνθρωπο.
Το κεφάλαιο που εκτυλίσσεται στα Τίρανα και στα βουνά της Αλβανίας, με αφορμή την αναζήτηση των σορών δύο Ελλήνων στρατιωτών του ελληνοϊταλικού πολέμου, αποτελεί μια σχεδόν αυτόνομη ενότητα μέσα στο μυθιστόρημα. Τι ρόλο παίζει η μνήμη του πολέμου σε αυτό το έργο και πώς συνδέεται, κατά τη γνώμη σας, με τη συλλογική μας ταυτότητα σήμερα;
Ξέρετε, ζούμε σε περίοδο ειρήνης πάνω από ογδόντα χρόνια. Αυτό σε συνδυασμό με την οικονομική ανάπτυξη, την ένταξή μας στην ευρωπαϊκή κοινότητα, την παγκοσμιοποίηση αργότερα, την ανάπτυξη των τεχνολογιών, θόλωσαν τον ορίζοντά μας σε σημείο να ξεχάσουμε πως η Ιστορία όχι μόνο δεν τελείωσε ποτέ αλλά ήταν, είναι και θα είναι παρούσα για πάντα. Σε μια χώρα σαν τη δική μας όπου οι πιο δημοφιλείς πολιτικοί και κάθε είδους παράγοντες, δεκαετίες τώρα, χρησιμοποιούν το θυμικό των πολλών, εμφανιζόμενοι ως υπερπατριώτες, βρίσκω εξαιρετικά προβληματικό πως είμαστε οι μοναδικοί από τους νικητές του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου που δεν φρόντισαν για τους νεκρούς στρατιώτες τους. Γιατί ο τρόπος με τον οποίο ένας πολιτισμός φέρεται στους νεκρούς του λέει τα πάντα γι’ αυτόν. Το γνωρίζουμε ήδη από την εποχή του Ομήρου. Ο ήρωας αυτής της ενότητας, ο νεαρός ιστορικός που αναζητά στοιχεία για το νέο του βιβλίο, μοιάζει να καταλαβαίνει σε πόσο σαθρά θεμέλια πατάει η κοινωνία μας και γι’ αυτό μάχεται να μοιραστεί την αλήθεια του. Καθόλου αυτόνομη ενότητα δεν αποτελούν λοιπόν αυτές οι σελίδες, ίσα ίσα νομίζω πως αποτελούν έναν από τους βασικούς στυλοβάτες της σύνθεσης.
Τι ελπίζετε να κρατήσει ο αναγνώστης/η αναγνώστρια όταν κλείσει την τελευταία σελίδα του «Θα πέσει η νύχτα»;
Α, αυτό αν μου επιτρέπετε πρέπει να απασχολεί ελάχιστα έναν συγγραφέα. Κάθε ανάγνωση είναι μια διαφορετική ερμηνεία. Ευτυχώς δηλαδή. Είναι μέρος της σχεδόν παράλογης επιθυμίας να μοιράζεσαι ιστορίες με άλλους.
(literature.gr 16.6.2025)