Συνέντευξη | Θάνος Γκαμπούρας
Σήμερα έχουμε την χαρά να φιλοξενούμε στο Literature τον πρωτοεμφανιζόμενο ποιητή Θάνο Γκαμπούρα με αφορμή την ποιητική του συλλογή «Εύφλεκτος χρόνος» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιωλκός. Υπάρχουν βιβλία που δεν τα ξεφυλλίζεις· τα διαβαίνεις όπως μια ομίχλη αρωματισμένη με απουσίες, με τη σιωπή όσων δεν ειπώθηκαν και με την αγωνία εκείνων που δεν πρόλαβαν να συμβούν. Ο «Εύφλεκτος χρόνος» του Θάνου Γκαμπούρα δεν είναι απλώς μια πρώτη εμφάνιση – είναι μια έκθεση, γυμνή και εύφλεκτη, στο αδιάκοπο παρόν που φλερτάρει με το παρελθόν και νοσταλγεί το μέλλον. Πώς αγαπάς σαν ξένος; Πώς διασχίζεις τις μέρες που καίγονται χωρίς να λιποθυμήσεις από τον καπνό; Κι αν τελικά αφεθείς στη φωτιά, μήπως αυτό σημαίνει ότι επέζησες; Οι είκοσι τρεις ποιητικές καταθέσεις που συγκροτούν τη συλλογή μοιάζουν με θραύσματα ενός καθρέφτη που κάποτε καθρεφτιζόταν ο Έρωτας — και τώρα, ακίνητος, αντανακλά μονάχα τις φλόγες. Εδώ ο έρωτας δεν εξιδανικεύεται. Εδώ η αγάπη δεν σώζει, απλώς συμβαίνει· και στην επόμενη στροφή χάνεται. Η απομόνωση γίνεται γλώσσα. Η απόδραση, ψίθυρος. Κι όμως, σε αυτό το λεπτό και φλεγόμενο σύμπαν, κάτι παραμένει: μια φωνή που ψάχνει το άλλο της μισό μέσα στον χρόνο που πυρακτώνεται. Ο ποιητής δεν γράφει για να πει· γράφει για να σωθεί. Και ίσως, μέσα από αυτή την προσπάθεια, να φωτίζει για λίγο και τη δική μας σκιά.
Ο Θάνος Γκαμπούρας γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 2003 στη Λάρισα, όπου και μεγάλωσε. Σήμερα σπουδάζει στο ΤΕΦΑΑ Τρικάλων. Αγαπά και ασχολείται με τον αθλητισμό (σε πρακτικό και ερευνητικό επίπεδο), τη λογοτεχνία, τη μουσική, τα ταξίδια και τις ξένες γλώσσες.
Κατερίνα Λιάτζουρα, Αύγουστος 2025
Ο «Εύφλεκτος χρόνος» είναι ένας τίτλος που μοιάζει περισσότερο με διάγνωση παρά με περιγραφή. Τι πυρπολεί τον χρόνο στα ποιήματά σας; Είναι η μνήμη, η επιθυμία ή κάτι πιο σκοτεινό;
Ο χρόνος αποτελεί την εμμονή γύρω από την οποία κινείται όλη η συλλογή. Στέκει εύφλεκτος στη μέση, περιμένοντας μια λέξη, μια ανάμνηση, ένα σύμπαν στενό για να πάρει φωτιά. Κι από κει και πέρα καίγεται, αργά ή γρήγορα, μακριά από το παρόν.
Η πρώτη εμφάνιση ενός ποιητή μοιάζει με ακροβασία ανάμεσα στη σιωπή και την ανάγκη να ειπωθεί κάτι καίριο. Τι σας ώθησε να αρθρώσετε αυτά τα ποιήματα τώρα; Και τι σας οδήγησε στις εκδόσεις Ιωλκός;
Κάποια από τα κείμενα της συλλογής αριθμούν πάνω από 2 χρόνια ζωής και άλλα είναι αρκετά πιο πρόσφατα. Ωστόσο, κινούνται στο ίδιο πλαίσιο, ακόμη κι αν τους χωρίζει αρκετός χρόνος και ειδικά οι μεταβάσεις των πρώτων ενήλικων χρόνων. Γι’ αυτόν τον λόγο, θεώρησα πως δε θα έπρεπε να μείνουν για πολύ ακόμα κρυφά, αλλά να μοιραστούν και να ταξιδέψουν. Ο δρόμος για τις εκδόσεις Ιωλκός δεν ήταν δύσκολη απόφαση, αφού ήδη πριν ακόμη σκεφτώ πως κάποια στιγμή θα δημοσιοποιήσω τα κείμενά μου, τις είχα σε εκτίμηση, τόσο για το περιεχόμενο όσο και για την αισθητική τους.
Υπάρχει μια αίσθηση εσωτερικής πυρκαγιάς στους στίχους σας, σαν να γράφονται από κάποιον που προσπαθεί να περισώσει κάτι πολύτιμο απ’ το φλεγόμενο παρόν. Ποια είναι, για εσάς, η πρώτη ύλη της ποίησης;
Ας φανταστούμε το εξής. Ο χωροχρόνος παίρνει τη μορφή ενός σπιτιού. Ενός διαμερίσματος στην πόλη σφηνωμένο, μα φοβερά σημαντικό για τον ήρωα. Ήταν το σπίτι του από πάντα, εκεί που άρχισε να περπατάει, που έμαθε να μιλάει, να ντύνεται μόνος, εκεί που ανακάλυψε μουσικές, εκεί που γεύτηκε τη χαρά και τη λύπη, Το πατρικό του, λοιπόν, βρίσκεται τώρα στις φλόγες. Δεν προλαβαίνει να σκεφτεί πολλά. Δεν πρέπει άλλωστε. Εκεί έρχονται τα κείμενα, και με τη μορφή του πρωταγωνιστή μπαίνουν και παλεύουν με την αναπόφευκτη φωτιά. Μελετούν τη φυσική της καταστροφής, τι οδήγησε ως εκεί και τι επιπτώσεις θα υπάρξουν. Μπαίνουν να σώσουν τις αναμνήσεις, τον έρωτα βαλμένο σε κορνίζες, τη μοναξιά γραμμένη σε τετράδια, τα όνειρα με χρώματα στους τοίχους κολλημένα, την επόμενη μέρα στοιβαγμένη στις ντουλάπες. Ύστερα από τον χαμό, ο Εύφλεκτος χρόνος βγαίνει έξω στον δρόμο, κοιτάζει πίσω του τον καπνό και μετά κοιτάζει στα χέρια του αυτά που πρόλαβε. Εκεί πέφτουν οι τίτλοι τέλους. Δεν ξέρεις αν ο ήρωας έσωσε όλα εκείνα που ήθελε ή αν έφυγε με άδεια χέρια. Ο καθένας το σκέφτεται όπως θέλει. Μπορεί να σώθηκα, μπορεί και όχι. Μπορεί να βρήκα τον έρωτα, μπορεί τη μοναξιά. Μπορεί να κάηκα, μπορεί και να το απέφυγα. Μα δεν τελειώνει κάπως, γιατί ακόμα η ταινία εξελίσσεται. Αυτή είναι λοιπόν, η πρώτη ύλη της ποίησής μου, η αβέβαιη εξέλιξη κάτι βέβαιου.
Τα ποιήματα που επιλέγετε να τοποθετήσετε ως «Αντί προλόγου» και «Αντί επιλόγου» λειτουργούν σαν εσωτερικοί πυρήνες, σχεδόν σαν άξονες προσανατολισμού για τον αναγνώστη. Ποια ήταν η πρόθεσή σας πίσω από αυτή τη δομική επιλογή; Πώς συνομιλούν αυτά τα δύο ποιήματα με το σύνολο της συλλογής;
Η λογική πίσω από τα δύο αυτά κείμενα, ήταν η ανάγκη ενός ευφάνταστου και λυρικού πρόλογου και επίλογου. Επέλεξα να εντάξω στο σύμπαν της συλλογής τα δομικά στοιχεία του βιβλίου, αντί μιας πιο πεζής προσέγγισης, λιγότερο λυρικής. Το «Αντί προλόγου» κρύβει μέσα του ένα κρυφό μήνυμα. Μετά το πέρας των δύο πρώτων στροφών που λειτουργούν εισαγωγικά, περιγράφεται κάθε τίτλος του κύριου μέρους, ενσωματωμένο με συνώνυμες λέξεις. Για παράδειγμα, «σαν να μιλάμε για πράγματα ασύνδετα» παραπέμπει στον πρώτο τίτλο «Περί ανέμων και υδάτων», «σκάνε σαν εκρήξεις και φωτίζουν» τίτλος «Λάμψεις», «πατά χρόνος ελάχιστος» τίτλος «Πέντε λεπτά», «με λέξεις ολόκληρες θα την περιγράψω» τίτλος «Ολογράφως» κ.α.. Από την άλλη, το «Αντί επιλόγου» καλύπτει την ανάγκη για ένα συμπέρασμα όλων όσων περιεγράφηκαν στο κύριο μέρος με ύφος ποιητικό, αλλά λίγο πιο αυθόρμητο και ελεύθερο. Ωστόσο, ο επίλογος αυτοαναιρείται με την ύπαρξη των υστερόγραφων, που δείχνουν ότι ο χρόνος ακόμα καίει ή μπορεί να καεί. Τέλος, ο πρόλογος και ο επίλογος θα μπορούσαν να αποτελούν επιστολές στον αναγνώστη ή στα πρόσωπα στα οποία αναφέρονται τα κείμενα εντός.
Υπάρχουν σκιές αγαπημένων ποιητών ή άλλων φωνών που συνομιλούν – ρητά ή άρρητα – με τα ποιήματά σας; Ποια είναι η γενεαλογία σας, αν μπορούμε να τη φανταστούμε;
Διαβάζοντας κάποιος τα κείμενα του Εύφλεκτου χρόνου, θα μπορούσε να συναντήσει επιρροές από άλλους ποιητές ή αναφορές σε αυτούς, παρόλο που το ύφος και η σύνδεση των στίχων φέρει πρωτοτυπία. Παραδείγματος χάριν, ο Ν. Καββαδίας θα μπορούσε να είναι ένας εξ αυτών, λόγω της τάσης των κειμένων να κινούνται σε ορίζοντες και θάλασσες, στοιχεία που συναντάμε συχνά στα έργα του. Επιπλέον, στα κείμενα θεωρώ πως επιδρά και η ξένη ποίηση, αυτή του P. Neruda, μέσω του ρομαντισμού αλλά και της ευχάριστης υπερβολής που υπάρχει τόσο στον έρωτα, όσο και στη ζωή γενικότερα. Ακόμη, στον τελευταίο γίνεται και άμεση αναφορά στο δεύτερο Υστερόγραφο «Αν είναι» («Διάβασε για ξένους έρωτες, στη μακρινή Χιλή…»).
Η γλώσσα σας είναι λιτή, σχεδόν αποφθεγματική, κι όμως αφήνει περιθώριο για συναίσθημα και δισταγμό. Πώς δουλεύετε τον στίχο; Πότε ένα ποίημα θεωρείτε ότι έχει “τελειώσει”;
Ένα κείμενό μου γεννιέται από μόνο μια ιδέα. Έχοντας στο νου μου ότι με αυτόν τον στίχο θέλω να αρχίζει ή να τελειώνει το ποίημα, χτίζω γύρω από αυτόν και δημιουργώ στο τέλος κάτι ολοκληρωμένο. Γενικά, οι ιδέες αυτές προέρχονται από την ανάγκη και προσπάθειά μου να συνδέσω πράγματα ασύνδετα, στα όρια του λογικού και του παράδοξου. Έπειτα, καταλαβαίνω πως ένα ποίημα έχει τελειώσει όταν θα έχω πει αυτό που σκεφτόμουν με τρόπο προσωπικά ικανοποιητικό. Μόλις, δηλαδή, βάλω τελεία να νιώσω πως το κενό που είχα πριν να κάτσω να γράψω, έχει γεμίσει.
Η πρώτη έκδοση ενός βιβλίου είναι και μια μικρή αποδοχή απώλειας – το έργο φεύγει από τα χέρια σας και πηγαίνει προς τον άλλον. Πώς βιώσατε αυτή τη μετάβαση; και θεωρείτε τον εαυτό σας τώρα εκτεθειμένο μπρος στο αναγνωστικό κοινό και τους | τις κριτικούς λογοτεχνίας;
Σίγουρα η δημοσιοποίηση των κειμένων που μέχρι τώρα ήταν μόνο στο συρτάρι μου, αποτελεί μορφή ευρείας έκθεσης, απέναντι σε γνωστούς αλλά και άγνωστους αναγνώστες. Ωστόσο, η απόφασή μου ήταν απόλυτα συνειδητή, αφού μου πήρε αρκετά χρόνια για να μοιραστώ τα κείμενά μου ακόμα και με τα πιο οικεία μου πρόσωπα. Για αυτόν τον λόγο, πιστεύω πως μετά από χρόνια προετοιμασίας, μπορώ να σταθώ με αυτοπεποίθηση απέναντι σε έκθεση και κριτικές.
Αν έπρεπε να αφήσετε έναν στίχο σας να λειτουργήσει ως επίλογος – ή ως αρχή για έναν αναγνώστη | μια αναγνώστρια που τώρα σας ανακαλύπτει – ποιος θα ήταν αυτός;
Ένας στίχος από τον Εύφλεκτο χρόνο που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως επίλογος θα ήταν από τον τίτλο «Κάποτε»:
«Τώρα πια μόνο μια θάλασσα μας χωρίζει/ κι ένα πελώριο κάποτε σαν ήττα.»
Από την άλλη, ένας στίχος που θα λειτουργούσε για έναν νέο αναγνώστη θα ήταν από τον τίτλο «Έξη»
«Αν τη νύχτα θυμηθείς/ πως μ’ ερωτεύτηκες,/ θυμήσου ότι ένα γράμμα απέχει/ η έλξη απ’ τη συνήθεια.//Απόψε, μην το γράψεις.»
(literature.gr 5.8.2025)