Συνέντευξη | Εύη Σέμπου

Συνέντευξη | Εύη Σέμπου

Σήμερα έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε στο Literature την πρωτοεμφανιζόμενη ποιήτρια Εύη Σέμπου. Η ποιητική της συλλογή «Ετερόκλητα« (Eκδόσεις Gutenberg, 2024) αποτελεί ένα δυναμικό ντεμπούτο που διακρίνεται για την έντονη εσωτερικότητα, τη γλωσσική ακρίβεια και τη θεματική πολυφωνία της. Ο τίτλος δεν είναι τυχαίος: τα ποιήματα της συλλογής συγκροτούν ένα μωσαϊκό φωνών, ύφους και προσεγγίσεων, χωρίς ωστόσο να χάνουν τη συνοχή τους.

Η Σέμπου κινείται με άνεση ανάμεσα στο καθημερινό και το υπαρξιακό, στο απτό και το αφηρημένο, χτίζοντας ποιητικές στιγμές που σφύζουν από λεπτότητα και βάθος. Η συλλογή χωρίζεται σε τρία μέρη, με το τρίτο μέρος να ξεχωρίζει, καθώς είναι γραμμένο εξ ολοκλήρου στα αγγλικά. Στα «Ετερόκλητα», η ποίηση γίνεται εργαλείο παρατήρησης και μνήμης, ενώ ταυτόχρονα ανιχνεύει τη σχέση του ατόμου με τον χρόνο, το σώμα, τον άλλον και τη γλώσσα. Η ποιήτρια καταθέτει μια φωνή ώριμη και προσωπική, που εντυπωσιάζει όχι με την ένταση, αλλά με την ακρίβεια της σιωπής της. Ποιήματα που κινούνται αβίαστα ανάμεσα στη σιγή και την πυκνή έκφραση, ανασύροντας το ασήμαντο και το προσωπικό για να το μεταμορφώσουν σε υπαρξιακό ερώτημα. Η Εύη Σέμπου, σε τούτη της την πρώτη ποιητική συλλογή, παρατηρεί τον κόσμο με βλέμμα καθαρό, διαβρωτικό και λεπταίσθητο. Το «Ετερόκλητα» είναι μια ποιητική τοιχογραφία φτιαγμένη από λέξεις που δεν κραυγάζουν, αλλά αντέχουν. Ποιήματα στοχαστικό βάθος. Ποίηση που δεν ζητά να εξηγήσει, αλλά να συντονιστεί με τον αναγνώστη. Ένα πρώτο βιβλίο που διακρίνεται για την ωριμότητά του και χαράζει έναν χώρο ποιητικά προσωπικό και απαιτητικό, μα ταυτόχρονα διαυγή.

Η Εύη Σέμπου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1989. Σπούδασε Φιλολογία στην Αθήνα, Συγκριτική Λογοτεχνία στο Λονδίνο και Ψηφιακές Σπουδές για το Βιβλίο στην Ολλανδία.

Ο τίτλος της συλλογής, «Ετερόκλητα», προδιαθέτει για μια ποικιλία θεμάτων ή υφολογικών επιλογών. Πώς προέκυψε αυτός ο τίτλος και τι σημαίνει για εσάς;

Για να είμαι ειλικρινής, ο τίτλος προέκυψε τυχαία. Ονόμασα εκείνο το word αρχείο ετερόκλητα και το έστειλα στον εκδοτικό, χωρίς να φαντάζομαι ένα ενιαίο σώμα γραπτών, μια «συλλογή». Αργότερα, όταν το βιβλίο τυπώθηκε, ένιωσα μάλλον ανακούφιση με το τυχαίο του τίτλου· όλοι, νομίζω, αποτελούμαστε από μικρά μικρά κομμάτια μνήμης (εκφρασμένα στα ελληνικά, στα αγγλικά, σε οποιαδήποτε γλώσσα και με οποιαδήποτε μορφή), θραύσματα διαφορετικών στιγμών του εαυτού μας σε ένα μονιασμένο (; Και βέβαια όχι) Εγώ, κι είναι αυτή η ετερόκλητη αίσθηση -που ανάλογα τη στιγμή του, ο καθένας, τη νιώθει άλλοτε σαν ελευθερία κι άλλοτε σαν βάρος – που μάλλον αποδίδει ο τίτλος.

Η επιλογή να αριθμήσετε τα ποιήματα αντί να τους δώσετε τίτλους δημιουργεί μια αίσθηση συνέχειας, σχεδόν σαν ενιαίο ποιητικό σώμα. Τι σηματοδοτεί για εσάς αυτή η επιλογή και πώς επηρεάζει τη σχέση του αναγνώστη με το κάθε ποίημα ξεχωριστά;

Κάθε ποίημα, ελπίζω, είναι σαν μια πολύ μικρή ιστορία. Οι τίτλοι μού φάνταζαν σαν πλεονασμός, σαν παραδοχή της αποτυχίας ότι κάθε μικρή ιστορία μπορεί να λειτουργήσει μόνη της, «ότι θέλει βοήθεια».

Τα ποιήματα της συλλογής μοιάζουν να συνομιλούν μεταξύ τους αλλά και με διαφορετικές φωνές ή χρόνους. Πώς δομήσατε τη συλλογή και ποια ήταν η πρόθεσή σας ως προς τη σύνδεση ή την αντίθεση των ποιημάτων;

Η ερώτηση λίγο με δυσκολεύει. Η αλήθεια είναι ότι τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν σε διάστημα 12 περίπου χρόνων, από τα 23 ως τα 35 μου, σε διαφορετικά μέρη, και ναι, σε διαφορετικές γλώσσες. Προσπάθειά μου ήταν, αφού τα έγραψα και τα έβαλα «στη σειρά», το κάθε ποίημα να ακολουθεί το άλλο, το κάθε νόημα (συγκεκριμένο ή αφηρημένο, πιο φανερό ή ελάχιστο), η κάθε εικόνα να διαδέχεται την επόμενη, δημιουργώντας ένα σύνολο που δεν κλωτσά στην ανάγνωση. Ήταν ένα στοίχημα· αν αυτή η συνοχή έχει επιτευχθεί, αυτό μου δίνει μεγάλη χαρά.

Υπάρχουν θεματικοί άξονες ή μοτίβα που νιώθετε ότι διατρέχουν την ποίησή σας γενικά και ειδικότερα αυτή τη συλλογή;

Γράφοντας, δεν το καταλαβαίνει πάντα κανείς, αναδρομικά όμως ναι, νομίζω πώς μπορώ να το πω: η μνήμη, που είναι ταυτόχρονα εκείνη που διατηρεί, κι εκείνη που διαστρεβλώνει· οι λέξεις, το μόνο που έχουμε, αλλά κι εκείνο που πάντα θα μας διαφεύγει· ο έρωτας…τι να πει κανείς για τον έρωτα! Δεν θα το τολμήσω εδώ· και μια μεγάλη αγάπη για τη γιαγιά μου.

Το ύφος σας στα «Ετερόκλητα» συνδυάζει το λιτό με το υπαινικτικό, αφήνοντας συχνά χώρο για σιωπές και υπόγειες εντάσεις. Πώς προσεγγίζετε τη γλώσσα και τη φόρμα στην ποιητική σας διαδικασία;

Ξέρετε…μερικές φορές όσο λιγότερα, τόσο πιο πολλά. Συχνά οι άνθρωποι κάνουμε έρωτα μες στη σιωπή, ναι; Βλέπετε, εκεί δεν χρειάζονται καν λέξεις.

Αν στα ετερόκλητα κάνω μια απόπειρα, ίσως είναι, στην ερώτησή σας, μια απόπειρα εντιμότητας. Κι αυτή η απόπειρα δεν συνίσταται στις βαρύγδουπές λέξεις, στις δύσκολές, ή στις αρχαιολάγνες, ίσα ίσα αυτές ακριβώς είναι που απομακρύνουν, αλλά σε μια απόπειρα ανάδυσης όσων δεν λέγονται, στο παιχνίδι μεταξύ φανερού, και κρυφού, κι αυτού που αιωρείται, πράγματα βέβαια για τον καθένα μας πολύ προσωπικά, αλλά να, είναι που μερικές φορές είναι στις σιωπές, που οι άνθρωποι συγκλίνουν και συγγενεύουν.

Υπάρχει μια ιδιότυπη ισορροπία ανάμεσα στο καθημερινό και το υπερβατικό στο στυλ σας. Πώς επιλέγετε τον τόνο και το ύφος κάθε ποιήματος; Είναι αποτέλεσμα ενστίκτου, πρότερης σύλληψης ή επεξεργασίας;

Η αρχή κάθε ποιήματος γίνεται πάντα αυθόρμητα. Δεν θα ισχυριστώ κάποια κατάσταση μέθεξης, κάτι τέτοιο θα μου φαινόταν γελοίο, η αλήθεια είναι ότι μπορεί να με πιάσει μια επιθυμία να γράψω σε καθημερινές καταστάσεις, όπως όταν βάζω πλυντήριο ή φτιάχνω μια μακαρονάδα. Κάθε κείμενο όμως πάντα το επεξεργάζομαι αργότερα, το θεωρώ αδύναμο ή ανεπαρκές εν τη γενέσει του, και στοιχείο ευθύνης, προς τον εαυτό μου αρχικά, να το ξαναπιάσω, να το βελτιώσω, ή απλά να το πετάξω.

Έτσι λοιπόν, δεν συντελείται κάποια πραγματική «επιλογή». Οι ζωές μας είναι μια καθημερινότητα, που μερικές φορές βαριόμαστε και μερικές φορές αγαπάμε. Αν καταφέρνω, σε κάποια κείμενα, να την μπολιάζω με αυτό το υπερβατικό, είναι νομίζω αυτή η αγωνία, που όλους μας πιάνει, ας την πούμε υπαρξιακή, αυτή η επιθυμία για το κάτι παραπάνω, που δεν ξέρουμε για το τι ακριβώς, για ένα κομμάτι μας για το οποίο πάντα θα πασχίζουμε, που είναι ταυτόχρονα το κομμάτι μας που δεν μπορούμε ποτέ ν’ αγνοούμε.

Το Γ’ μέρος της συλλογής είναι γραμμένο στα αγγλικά —μια αναπάντεχη επιλογή μέσα σε ένα κατά τα άλλα ελληνόγλωσσο έργο. Τι σας οδήγησε σε αυτήν τη γλωσσική μετάβαση και ποια λειτουργία εξυπηρετεί μέσα στη συνολική σύνθεση των «Ετερόκλητων»;

Το γράψιμο στα αγγλικά δεν έγινε συνειδητά. Η επιθυμία να γράψω κάποια κείμενα στα αγγλικά ήταν αυθόρμητη, βγήκε φυσικά. Τα αγγλικά είναι μια γλώσσα που θαυμάζω, μια γλώσσα που συμπυκνώνει έννοιες εντυπωσιακά, που μπορεί να αποκρύπτει, να φανερώνει τόσο όσο, να είναι τρομερά διφορούμενη.

Πώς επηρεάζει η σύγχρονη πραγματικότητα —πολιτική, κοινωνική, υπαρξιακή— τη γραφή σας και πώς αυτό αντανακλάται στα «Ετερόκλητα»;

Τα ετερόκλητα δεν είναι ένα πολιτικοποιημένο βιβλίο, δεν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί κάτι τέτοιο. Υπάρχουν ψήγματα κοινωνικά – οι καταβολές μου είναι αριστερές, κάτι για το οποίο είμαι μάλλον περήφανη -, κυρίως όμως είναι μάλλον υπαρξιακό, επηρεασμένο από όσα μέσα στα χρόνια παλεύω να καταλάβω, επηρεασμένο από τους ανθρώπους και τα κορίτσια που αγάπησα.

Ποιο είναι το ιδανικό “περιβάλλον” ανάγνωσης για τα «Ετερόκλητα»; Τι θα θέλατε να νιώσει ή να σκεφτεί ο αναγνώστης μόλις κλείσει το βιβλίο;

Δεν νομίζω ότι υπάρχει ιδανικό περιβάλλον ανάγνωσης για κανένα βιβλίο. Η καθεμιά κι ο καθένας διαβάζουν όπου μπορούν κι όπου τους ευχαριστεί. Αν κάτι θα μου έδινε χαρά από μια ανάγνωση του βιβλίου, θα ήταν αν η οποιαδήποτε αναγνώστρια κι αναγνώστης, αισθάνονταν ένα αίσθημα οικειότητας. Αν έστω και μια αναγνώστρια, διαβάζοντας το, ένιωσε κάτι, ένιωσε λιγότερο μόνη, αυτό θα ήταν υπέροχο.

Τελικά, γιατί “ανατρέχουμε στις λέξεις” (στίχος από το ποίημα ~3~ σ. 14);

Υπάρχει, νομίζω, μια αέναη προσπάθεια κάπου να φτάσουμε, προσπάθεια από τα αποδυτήρια χαμένη (είναι θέμα ορισμών, οι ορισμοί των ανθρώπων πάντα διαφέρουν, όλοι αγαπάμε, πενθούμε, μισούμε, ποθούμε, αλλά πάντα άλλο εννοώ εγώ κι άλλο εσύ με τις έννοιες αυτές), προσπάθεια που μέχρι το θάνατο ατελεύτητα κάνουμε. Ανατρέχουμε στις λέξεις γιατί είναι το μόνο που έχουμε, εκ φύσεως λειψό, ταλαιπωρημένο, ανάπηρο, παραμένει ωστόσο η μόνη προσπάθεια κάπου να φτάσουμε, και το να φτάσουμε κάπου, σημαίνει πάντα, αλάθητα, να προσεγγίσουμε, να πλησιάσουμε κάποιον. Παραδεχόμενοι ότι δεν υπάρχει κάποια υπαρξιακή περάτωση, παραδεχόμαστε ταυτόχρονα στον εαυτό μας, ότι οφείλουμε να συνεχίσουμε αυτή την προσπάθεια εγγύτητας, …γιατί δεν είμαστε τίποτα χωρίς τους άλλους.

(literature.gr 20.5.2025)

Ημερομηνία

20 Μάι 2025
Expired!
Κατηγορία