Συνέντευξη | Γιώργος Κατσιπάνος

Συνέντευξη | Γιώργος Κατσιπάνος

Στον χώρο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, το αστυνομικό μυθιστόρημα έχει βρει τη θέση του τα τελευταία χρόνια, με σημαντικές φωνές που επιχειρούν να δώσουν όχι μόνο μυστήριο, αλλά και κοινωνικό προβληματισμό. Ο Γιώργος Κατσιπάνος, με το πρώτο του βιβλίο «Εντολή άνωθεν» (εκδόσεις Βακχικόν, 2025), έρχεται να προσθέσει το δικό του στίγμα στο είδος, με μια ιστορία που μπλέκει το έγκλημα με την εξουσία, την αλήθεια με τη σιωπή, και τον άνθρωπο με τα μεγάλα διλήμματα του παρελθόντος, παραδίδοντας ένα αφήγημα που ισορροπεί ανάμεσα στην αστυνομική πλοκή και το κοινωνικό σχόλιο. Στο «Εντολή άνωθεν», τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται: τέσσερις φόνοι οδηγούν σε μια αλυσίδα αποκαλύψεων, οι ήρωες κινούνται σε ένα θολό τοπίο προσωπικών αναζητήσεων, εξουσίας, διαφθοράς και συμφερόντων, και ο αναγνώστης | η αναγνώστρια καλείται να αναρωτηθεί για το πόσο ανεξάρτητη είναι τελικά η δικαιοσύνη και πόσο αποδεκτή είναι η ηθική δικαίωση μέσω της αυτοδικίας.

Ο Γιώργος Κατσιπάνος γεννήθηκε στο Αγρίνιο, όπου έζησε τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια. Σπούδασε Μηχανολογία στο TEI Πειραιά. Σήμερα ζει στη γενέτειρά του όπου εργάζεται ως μηχανολόγος μηχανικός. Στις αγαπημένες του ενασχολήσεις περιλαμβάνονται η ανάγνωση, το θέατρο και η φωτογραφία. Τον τελευταίο καιρό ασχολείται με το «Podcast της λήθης» στο οποίο καταπιάνεται με ιστορικά θέματα, κυρίως τοπικού χαρακτήρα. Τον ευχαριστούμε θερμά για τη συνέντευξη που μας παραχώρησε.

Κατερίνα Λιάτζουρα Ιούνιος 2025

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το «Εντολή άνωθεν»; Υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο γεγονός ή έμπνευση που σας οδήγησε στη συγγραφή του;

Από διάφορες ιστορίες που έχω διαβάσει και αφορούν την μαύρη εποχή του εμφυλίου. Δεν υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο γεγονός πέρα από την μάχη της Άρτας στα τέλη του 1944 που ήταν από τις πρώτες και πιο αιμοβόρες μάχες του εμφυλίου. Από κει και πέρα οι χαρακτήρες και τα γεγονότα είναι προϊόν μυθοπλασίας.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση για εσάς στη συγγραφή του πρώτου σας μυθιστορήματος, και μάλιστα αστυνομικού;

Θεωρώ πως το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι κατά βάση – ας μου επιτραπεί η έκφραση – κοινωνικό μυθιστόρημα. H μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να ισορροπήσω ανάμεσα στην πλοκή και στους χαρακτήρες. Και εξηγούμαι. Στο μυθιστόρημα και δη στο αστυνομικό υπάρχει η απαίτηση να κρατήσεις τον αναγνώστη σε εγρήγορση, να τον εκπλήξεις, να μην αποκαλύψεις την αλήθεια πολύ νωρίς. Ταυτόχρονα όμως ήθελα οι χαρακτήρες του βιβλίου να είναι αληθινοί, απλοί, καθημερινοί και όχι πιόνια μιας καλοστημένης ίντριγκας.

Ο τίτλος «Εντολή άνωθεν» υπονοεί ίσως πολιτικές ή ηθικές συγκρούσεις. Τι θέλετε να περάσετε στον αναγνώστη μέσα από αυτόν;

Ο τίτλος του βιβλίου και για αυτό επιλέχθηκε παραπέμπει σε μια δομή εξουσίας, όπου οι εντολές υπακούονται τυφλά – είτε αυτές είναι πολιτικές είτε στρατιωτικές ή ακόμα και ενδοοικογενειακές. Θίγεται λοιπόν το ζήτημα της υπακοής χωρίς κρίση, αλλά και της συνενοχής όταν κάποιος απλά ακολουθεί διαταγές. Η φράση εντολή άνωθεν αποκτά πολυεπίπεδο χαρακτήρα στο βιβλίο:
Στρατιωτικά: θυμίζει το αυταρχικό δόγμα υπακοής και ιεραρχίας. Πολιτικά: αφήνει υπόνοιες για συγκάλυψη, θεσμική αναλγησία ή ακόμα και συνενοχή. Ψυχολογικά: σχετίζεται με την υποταγή στο πατρικό ή εθνικό πρότυπο με χαρακτήρες που συχνά δρουν όχι επειδή θέλουν αλλά πρέπει.

Ο Εμφύλιος, που διατρέχει το «Εντολή άνωθεν», είναι ένα θέμα-νάρκη στην Ελλάδα, με βαριές πολιτικές μνήμες και διχασμούς. Πώς χειριστήκατε τις ισορροπίες, κρατώντας αποστάσεις από δεξιές και αριστερές αφηγήσεις, και πόσο σας απασχόλησαν οι πολιτικές προεκτάσεις της ιστορίας σας;

Γνώριζα από την αρχή ότι αγγίζω ένα φορτισμένο ιστορικό πεδίο. Ο Εμφύλιος δεν είναι απλώς ένα κεφάλαιο της ιστορίας μας — είναι μια πληγή που ακόμη επηρεάζει τον τρόπο που βλέπουμε την πολιτική, την εξουσία, ακόμα και την καθημερινότητά μας. Δεν με ενδιέφερε να πάρω θέση υπέρ ή κατά μιας πλευράς. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να δείξω τι συμβαίνει όταν η Ιστορία —με τα τραύματά της— διαστέλλεται στον παρόντα χρόνο.

Στο «Εντολή Άνωθεν», ο Εμφύλιος λειτουργεί κυρίως ως υπόστρωμα. Δεν παρουσιάζεται ως αντικείμενο ιστορικής ανάλυσης, αλλά ως φωνή που επιμένει, ως σκιά που επανέρχεται — και πολλές φορές επιβάλλεται — σε αποφάσεις του σήμερα. Οι χαρακτήρες μου δεν είναι σύμβολα κάποιας ιδεολογίας. Είναι άνθρωποι που κουβαλούν μνήμες, προκαταλήψεις, ενοχές ή και μια δίψα για δικαίωση, η οποία δεν ξέρει πάντα πού να απευθυνθεί.

Οι πολιτικές προεκτάσεις της ιστορίας με απασχόλησαν, φυσικά, αλλά όχι με την έννοια της “πολιτικής ορθότητας”. Με απασχόλησε πώς μπορεί κανείς να αφηγηθεί ένα έγκλημα, ένα καθήκον, ή μια επιλογή, όταν κουβαλά επάνω της τη σκιά ενός παρελθόντος που δεν έχουμε ακόμη συμφιλιωθεί μαζί του. Εκεί βρίσκεται και το βάρος — και ίσως και η αξία — της αφήγησης.

Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία έχει χρέος να παίρνει θέση σε τέτοια ζητήματα ή αρκεί να τα αναδεικνύει αφήνοντας τον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα; Σας απασχόλησε το ενδεχόμενο η πολιτική διάσταση του μυθιστορήματος να επισκιάσει την καθαρά αστυνομική πλοκή;

Πιστεύω ότι η λογοτεχνία έχει χρέος να θέτει τα σωστά ερωτήματα, όχι απαραίτητα να δίνει απαντήσεις. Όταν έγραφα αυτό το βιβλίο δεν είχα σκοπό να διδάξω ή να καθοδηγήσω τον αναγνώστη – ίσως να τον ταρακουνήσω λίγο, – να τον βάλω στη διαδικασία να σκεφτεί, να πάρει θέση, αν το θέλει. Αν κάτι έχει αξία στη λογοτεχνία για μένα, είναι αυτή η ελευθερία που δίνει στον αναγνώστη να ερμηνεύσει, να νιώσει, να αμφισβητήσει.

Με απασχόλησε, φυσικά, το ενδεχόμενο η πολιτική διάσταση να υπερισχύσει της πλοκής. Όμως, για μένα, αυτά τα δύο δεν είναι αντίθετα. Η πολιτική δεν είναι κάτι έξω από την ιστορία· είναι το υπόβαθρο, η σκιά, το ρεύμα κάτω από την επιφάνεια. Στην «Εντολή Άνωθεν» ήθελα το μυστήριο να λειτουργεί σε δύο επίπεδα: ποιος έκανε τι — αλλά και γιατί, υπό ποιες σιωπές, ποιες ενοχές, ποια κληρονομιά. Αν η πλοκή έχει βάθος, τότε και η πολιτική της διάσταση δεν είναι “βάρος”, αλλά προέκταση της αλήθειας των χαρακτήρων.

Ο Καζαντζάκης και η “Ασκητική” του παίζουν κομβικό ρόλο στην πλοκή του μυθιστορήματος σας. Θέλετε να μας πείτε λίγα λόγια;

Η Ασκητική λειτουργεί σαν πνευματικός άξονας στο «Εντολή Άνωθεν». Ο Καζαντζάκης δεν προσφέρει απαντήσεις αλλά φωτίζει την αγωνία της ύπαρξης, του χρέους, της συνείδησης. Ο ήρωας μου την κουβαλά όχι σαν βιβλίο αλλά σαν εσωτερική πυξίδα, ακόμη κι αν τον οδηγεί σε λάθος δρόμο.

Στο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα βλέπουμε συχνά επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Πιστεύετε ότι το «Εντολή άνωθεν» καταφέρνει να ξεφύγει από αυτά και να φέρει κάτι πραγματικά νέο; Πιστεύετε ότι έχει βρει / έχετε βρει τη δική του / τη δική σας ταυτότητα;

Αγαπώ το αστυνομικό είδος, αλλά αναγνωρίζω ότι έχει την τάση —στην Ελλάδα όπως και αλλού— να επαναπαύεται σε ορισμένα μοτίβα: τον κυνικό ντετέκτιβ, τη διαφθορά ψηλά, τη σήψη κάτω, μια κοινωνία που παρακολουθεί παθητικά. Δεν θεωρώ ότι τα απορρίπτω αυτά — τα κατανοώ και τα χρησιμοποιώ — αλλά προσπαθώ να τα ενσωματώσω μέσα σε κάτι πιο υπαρξιακό, πιο ηθικά αμφίσημο.

Στο «Εντολή Άνωθεν» δεν υπάρχει μόνο το «ποιος το έκανε», αλλά και το «τι σημαίνει να το ξέρεις». Δεν υπάρχει μόνο έγκλημα, αλλά και καθήκον που συγκρούεται με την αλήθεια. Η αστυνομική πλοκή είναι παρούσα, αλλά δεν είναι αυτόνομη από τις εσωτερικές ρωγμές των χαρακτήρων και τα ηθικά τους διλήμματα.

Ως προς την ταυτότητα: δεν ξέρω αν μπορώ να πω ότι τη βρήκα από το πρώτο κιόλας βιβλίο. Μπορώ όμως να πω ότι την αναζήτησα ειλικρινά. Δεν με ενδιέφερε να γράψω «ένα ακόμη αστυνομικό». Ήθελα να γράψω μια ιστορία που να κουβαλά μια αγωνία, και το αστυνομικό ήταν το μέσο — όχι ο σκοπός.

Σε μια αγορά βιβλίου που έχει γίνει πλέον πληθωρική στις μέρες μας και με άπειρους πια εκδοτικούς οίκους, πόσο δύσκολο είναι για έναν νέο συγγραφέα να βρει χώρο και ακροατήριο;

Έχω την τύχη να έχω γνωριστεί με διάφορους συγγραφείς. Ένας από αυτούς είναι ο Παναγιώτης Κωνσταντόπουλος (που συνεργάζεται με τις εκδόσεις Βακχικόν) και με παρότρυνε να επικοινωνήσω με τους εκδότες και να τολμήσω να τους προτείνω το βιβλίο. Ο δρόμος προς την έκδοση βιβλίων για τους νέους συγγραφείς είναι μακρύς και επίπονος και, για να είμαι ειλικρινής, αν δεν υπήρχε ο Παναγιώτης και οι εκδόσεις «Βακχικόν», το βιβλίο μάλλον θα ξέμενε ως απλό εικονίδιο στην επιφάνεια εργασίας του λάπτοπ μου.

Σας απασχόλησε καθόλου αν το βιβλίο θα είναι “εμπορικό”; Υπήρχαν συμβιβασμοί που χρειάστηκε να κάνετε για να φτάσει το έργο σας στο ράφι;

Όχι δεν με απασχόλησε η εμπορικότητα του βιβλίου, ούτε έκανα κάποιον συμβιβασμό.

Πώς έχετε βιώσει μέχρι τώρα την αποδοχή του βιβλίου από το αναγνωστικό κοινό; Υπήρξε κάποια αντίδραση ή σχόλιο που σας εξέπληξε ιδιαίτερα;

Θα απαντήσω ανάποδα και εννοώ θα ξεκινήσω με το δεύτερο σκέλος της ερώτησή σας. Με πήρε μια μέρα στο κινητό μου ένας κύριος από την Χαλκιδική ο οποίος έψαχνε απεγνωσμένα το βιβλίο. Λόγω εξάντλησης και επειδή περιμέναμε την δεύτερη έκδοση του είπα να κάνει λίγη υπομονή να βγει η 2η έκδοση. Καταλήξαμε να μιλάμε σαράντα λεπτά στο τηλέφωνο για διάφορα ιστορικά θέματα, για τον Μεσαίωνα, το Βυζάντιο, τον εμφύλιο κλπ. Νομίζω ότι αυτό το γεγονός με εξέπληξε ευχάριστα. Τώρα όσον αφορά το πρώτο σκέλος της ερώτησης, θεωρώ ότι είναι νωρίς ακόμα για να αξιολογήσω την αποδοχή του βιβλίου στο αναγνωστικό κοινό. Ο χρόνος θα δείξει.

Ετοιμάζετε ήδη κάτι επόμενο; Σκέφτεστε να συνεχίσετε στο αστυνομικό είδος ή θέλετε να δοκιμαστείτε και σε άλλες κατευθύνσεις;

Ναι έχω ξεκινήσει να γράφω το 2ο βιβλίο με ήρωα ξανά τον Υπαστυνόμο Χαριτόπουλο. Ιδανικά θα ήθελα να γράψω μια τριλογία αστυνομικού μυθιστορήματος με τον Χαριτόπουλο βασικό ήρωα. Από κει και πέρα αν θα δοκιμαστώ σε άλλες κατευθύνσεις δεν είναι κάτι που έχω σκεφτεί. Κι αυτό θα το δείξει ο χρόνος.

(literature.gr 27.6.2025)

Ημερομηνία

27 Ιούν 2025
Expired!
Κατηγορία