Συνέντευξη | Αλέξης Σταμάτης
Έχουμε την χαρά να φιλοξενούμε σήμερα στο Literature τον συγγραφέα Αλέξη Σταμάτη με αφορμή το πρόσφατο του μυθιστόρημα «Το παιδί και ο Άγγελος», που κυκλοφόρησε το 2025 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ο Αλέξης Σταμάτης, γνωστός και αγαπητός συγγραφέας της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, με σπουδές αρχιτεκτονικής και κινηματογράφου, και με ένα ευρύ συγγραφικό έργο που εκτείνεται από τη λογοτεχνία ως τη δημοσιογραφία, έχει καταφέρει να διαμορφώσει μια ξεχωριστή φωνή στη σύγχρονη λογοτεχνική σκηνή.
Το νέο του μυθιστόρημα, «Το Παιδί και ο Άγγελος», αποτελεί μια στοχαστική εξερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στην αθωότητα και την υπέρβαση, στο τραύμα και τη φαντασία. Μέσα από την ιστορία του Άγγελου, ενός άντρα που συνομιλεί – πραγματικά ή φαντασιακά – με μια μυστηριώδη αγγελική ή διαβολική παιδική φιγούρα, ο Σταμάτης επιστρέφει με δύναμη σε μια θεματολογία που αγαπά: τη μεταμόρφωση, την αναζήτηση νοήματος και την ισορροπία ανάμεσα στον ρεαλισμό και το υπερβατικό στοιχείο. Η γραφή του, λεπταίσθητη και συναισθηματικά φορτισμένη, οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα εσωτερικό ταξίδι με βαθιές υπαρξιακές αποχρώσεις. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που συγκινεί, προβληματίζει και αφήνει μια αίσθηση φωτός, ακόμα και όταν κοιτάζει κατάματα το σκοτάδι.
Κατερίνα Λιάτζουρα, Ιούλιος 2025
«Το παιδί και ο Άγγελος» είναι ένας τίτλος με έντονη συμβολική χροιά. Ποια ήταν η αρχική έμπνευση για αυτή την ιστορία και πώς προέκυψε ο τίτλος;
Όλα ξεκίνησαν ένα βράδυ, με μια αίσθηση που δεν έλεγε να φύγει. Ήταν από εκείνες τις αισθήσεις που δεν είναι ειρηνικές – είναι φορτισμένες. Σαν να υπάρχει κάτι στον αέρα που περιμένει να σου πει μια ιστορία, αν καθίσεις ήσυχος για αρκετή ώρα. Κάπως έτσι μου ήρθε η ιδέα: ένας άνθρωπος που εμφανίζεται από το πουθενά και αρχίζει να κάνει το καλό. Χωρίς να ζητά τίποτα. Και όλοι τρομάζουν. Κι ύστερα ένα παιδί, με πολύ έντονη αύρα, που δεν μιλάει.
Ο τίτλος μού ήρθε όπως έρχονται τα καλά ονόματα. Ξαφνικά, σαν να τον άκουσα από κάποιον. Ένας τίτλος που μοιάζει γλυκός στην αρχή, σχεδόν παιδικός — αλλά, αν κάτσεις και τον σκεφτείς, έχει μέσα του και κάτι ανησυχητικό. Όπως πρέπει.
Στο μυθιστόρημα συναντάμε έντονα υπαρξιακά και μεταφυσικά στοιχεία. Τι ρόλο παίζει το «υπερφυσικό» στην αφήγηση και ποια είναι η λειτουργία του στην ψυχολογία των χαρακτήρων;
Δεν με ενδιαφέρει το υπερφυσικό per se. Με ενδιαφέρει γιατί λειτουργεί σαν καθρέφτης. Όχι ο καθρέφτης που δείχνει το πρόσωπό σου – αλλά εκείνος που σου δείχνει το βλέμμα σου. Το πώς κοιτάζεις. Οι ήρωες του βιβλίου βλέπουν κάτι που δεν χωράει στην κανονική τους ζωή. Δεν ξέρουν αν αυτός ο Άγγελος είναι καλός ή κακός, πραγματικός ή φανταστικός. Και αυτό τους ταξιδεύει, ελπίζω. Όμοια με το παιδί.
Όλοι έχουμε ένα σημείο όπου σταματάει η λογική μας και αρχίζει ο φόβος. Εκεί χτίζονται οι ιστορίες.
Το υπερφυσικό ανασύρει από τα βάθη της ψυχής εκείνα τα κομμάτια που είχαν ταφεί για να μην πονούν – το χαμένο παιδί, το βλέμμα που δεν άντεξε, το τραύμα που έγινε σιωπή. Δεν είναι θεϊκό, είναι βαθύτατα ανθρώπινο. Και σ’ αυτό το πλαίσιο, η αναγνώριση του «άλλου», του ανεξήγητου, δεν τρομάζει: θεραπεύει. Μας λέει ότι δεν είμαστε κλεισμένοι σε μια γραμμική πραγματικότητα. Μας δίνει, εκείνη τη μικρή ρωγμή, απ’ όπου περνά φως που δεν είχαμε φανταστεί.
Η γλώσσα σας είναι πάντα προσεγμένη και στοχευμένη. Στο συγκεκριμένο έργο ακολουθείτε μια πιο λιτή ή πιο λυρική προσέγγιση; Πώς καθορίζει το ύφος τη σχέση αναγνώστη-κειμένου;
Δεν μου αρέσει να φλυαρώ. Η ιστορία πρέπει να κυλάει, όχι να ποζάρει στον καθρέφτη. Οπότε ναι, η γλώσσα εδώ είναι καθαρή, χωρίς πολλά φτιασίδια. Αλλά όχι ξερή. Όταν το παιδί κοιτάζει, θέλω να νιώσεις τι βλέπει – όχι να θαυμάσεις πώς το έγραψα.
Ο αναγνώστης δεν είναι ούτε μαθητής ούτε θεατής. Είναι κάποιος που κουβαλάει τη δική του ιστορία. Οπότε του μιλάω όπως θα μιλούσα σε κάποιον στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου, καθώς διασχίζουμε μια έρημη επαρχία τη νύχτα. Δηλαδή με προσοχή. Και με λίγο φόβο.
Κάποια σημεία είναι καθαρά, σχεδόν λιτά, σαν τοπίο που δεν έχει ακόμη χτιστεί. Αλλού, πλέκεται ένας ρυθμός πιο παχύς, πιο «λυρικός» – όταν η σιωπή δεν φτάνει. Το ύφος δεν είναι ύφος για χάρη του ύφους. Είναι θερμοκρασία.
Ο παιδικός κόσμος και η ενηλικίωση αποτελούν βασικό θεματικό άξονα. Πώς αντιμετωπίζετε λογοτεχνικά τη σχέση του παιδιού με τον Άγγελο; Είναι αυτός ένας εσωτερικός οδηγός ή κάτι άλλο;
Το παιδί και ο Άγγελος έχουν μια σχέση που δύσκολα περιγράφεται. Είναι σαν εκείνες τις φιλίες που δημιουργούνται χωρίς λόγια. Το παιδί κουβαλάει κάτι μέσα του – κάτι βαρύ, που δεν ξέρει πώς να το πει. Ο Άγγελος δεν του ζητά να το πει. Απλώς είναι εκεί. Και αυτό είναι, καμιά φορά, ό,τι χρειαζόμαστε.
Η σχέση του παιδιού με τον Άγγελο είναι η καρδιά της σιωπηλής αλήθειας του βιβλίου. Δεν λειτουργεί ως πλοκή, αλλά ως υπόστρωμα ύπαρξης. Ο Άγγελος δεν είναι μέντορας, δεν διδάσκει, δεν εξηγεί. Είναι παρουσία, και η παρουσία, όταν είναι σταθερή και άνευ όρων, έχει τη δύναμη να θεραπεύει ό,τι δεν μπορεί να ειπωθεί.
Το παιδί κουβαλάει μέσα του το άρρητο, εκείνη την αίσθηση ότι κάτι πήγε στραβά πριν καν καταλάβει το γιατί. Ο Άγγελος λειτουργεί σαν αντηχείο αυτής της αίσθησης. Δεν έρχεται να διορθώσει, αλλά να μετοικήσει μέσα στο σκοτεινό. Είναι ο άλλος που δεν απαιτεί εξηγήσεις.
Η μυστηριώδης άφιξη ενός αγνώστου προκαλεί την καχυποψία των κατοίκων. Πιστεύετε ότι το μυθιστόρημα αντανακλά τη σημερινή κοινωνία; Υπάρχει κοινωνική ή πολιτική διάσταση στο βιβλίο;
Ναι. Αλλά όχι όπως σ’ ένα πάνελ στην τηλεόραση. Δεν είναι πολιτικό με την έννοια των συνθημάτων. Είναι πολιτικό με την έννοια της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Της φοβίας απέναντι στο καλό που δεν ζητά αντάλλαγμα. Της ανάγκης μας να εξηγήσουμε τα πάντα ή να τα απορρίψουμε.
Ο κόσμος σήμερα βλέπει κάποιον που βοηθά και λέει: κάτι θέλει. Αν δεν μπορώ να σε κατατάξω, σε διώχνω. Το βιβλίο απλώς κρατά έναν καθρέφτη σ’ αυτή τη συνήθεια – και ρωτά: είσαι έτοιμος να δεις τι έχεις γίνει;
«Το χωριό αρχίζει να καταρρέει – όχι μόνο τα σπίτια, αλλά και οι βεβαιότητες». Τελικά, τι φοβόμαστε περισσότερο; Το άγνωστο ή αυτό που αποκαλύπτει για εμάς;
Η αλήθεια; Το δεύτερο. Το άγνωστο μπορεί να είναι και συναρπαστικό. Αλλά το να συνειδητοποιήσεις ότι εσύ ο ίδιος έχεις χτίσει τη ζωή σου πάνω σε φόβο, πάνω σε υποψία, πάνω στην ανάγκη να κρατάς τους άλλους απέξω; Αυτό πονάει.
Κάποιες αφίξεις δεν φέρνουν πρόσωπα, φέρνουν καθρέφτες. Και ποιος θέλει να σταθεί απέναντι στον καθρέφτη όταν είναι γυμνός, όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά;
Αν έπρεπε να συνοψίσετε με μία φράση το συναισθηματικό αποτύπωμα που θέλετε να αφήσει το βιβλίο στον αναγνώστη, ποια θα ήταν αυτή;
Μη βιάζεσαι να διώξεις αυτό που δεν καταλαβαίνεις, ίσως είναι εκεί για να σε σώσει.
Το μυθιστόρημά σας είναι το 35ο. Από πού αντλείτε την έμπνευση και τι ακολουθεί;
Αν με ρωτήσεις «γιατί συνεχίζεις να γράφεις», θα σου πω: γιατί δεν μπορώ να μη γράφω. Είναι σαν ένα ρεύμα που, αν δεν του δώσεις διέξοδο, σε καίει από μέσα. Η έμπνευση έρχεται από τα πάντα: μια κουβέντα στον δρόμο, ένα βλέμμα στο μετρό, ένα παιδί που κοιτάζει χωρίς να μιλάει.
Το επόμενο μου βιβλίο θα λέγεται μάλλον «Ρίβα», το όνομα μιας πλατφόρμας στην οποία μπαίνει ένας 65χρονος εικαστικός, ο ήρωας του βιβλίου. Η Ρίβα είναι μια απόπειρα να οργανωθεί το αβάσταχτο. Είναι ένας τεχνητός μηχανισμός, αλλά όχι ψεύτικος. Φτιαγμένος από λέξεις, από ήχους, από αναπαραστάσεις που δεν θέλουν να μιμηθούν την πραγματικότητα, αλλά να την αναχαιτίσουν. Να της επιβάλουν έναν νέο ρυθμό.
Οι παραμορφώσεις που εμφανίζονται στο βιβλίο –τα συμβάντα, οι εικόνες, τα ονόματα που γλιστρούν– δεν είναι υπερφυσικά. Είναι παρενέργειες του τραύματος, παραμορφώσεις της ανάμνησης, διαθλάσεις της τέχνης που παλεύει να κρατήσει ζωντανό κάτι που έχει ήδη διαρρεύσει. Περισσότερα, σύντομα.
(literature.gr 14.8.2025)