Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης | Νώε

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης | Νώε

[…] Σχεδόν μεσάνυχτα ξυπνώ. Είμαι ανάσκελα γυμνός. Πάνω μου η γυναίκα, αγκομαχά. Προσπαθώ να καταλάβω αν ζω σαν πραγματικότητα το όνειρο που βλέπω ή αν βλέπω σαν όνειρο την πραγματικότητα που ζω. Στο μεταξύ γίνομαι η βάρκα και η γυναίκα γίνεται ο κωπηλάτης, ταξιδεύουμε εν μέσω θαλασσοταραχής μεγάλης, τα κύματα τη μια μας ανεβάζουνε ψηλά, την άλλη μας ρίχνουνε στο βάραθρο, αρχαίες δίνες σχηματίζονται γύρω μας, μας τραβάνε και μας καταπίνουν – η γυναίκα κρατά γερά το τιμόνι.
Όσο μακριά κι αν ταξιδεύουμε, τα πιο μακρινά ταξίδια είναι τελικά τα σώματα των άλλων με τις ανεξερεύνητες ηπείρους, τις βουνοκορφές, τις χαράδρες, τα οροπέδια, τις πεδιάδες, τις πηγές, τις ερήμους, τα πυκνά δάση, τα μνημεία, τους δρόμους, τις πλατείες, τα πεδία της μάχης, τα ηλιοβασιλέματα, τις δυνατές βροχές και τις ψυχάλες. Πίσω από το κεφάλι της γυναίκας βλέπω να προβάλλει το φεγγάρι. Στέκομαι και την κοιτάζω μαγεμένος. Πόση οδύνη χωράει η ευτυχία και πόση ευτυχία χωράει η οδύνη; Ξανακλείνω τα μάτια.
Δεν περνά πολλή ώρα κι ακούω τον Παρασκευά να γρυλίζει. Η θέση της γυναίκας είναι άδεια. Την ψάχνω στην άλλη πλευρά της βάρκας. Δεν βρίσκεται ούτε εκεί. Το φεγγάρι έχει κρυφτεί πίσω από τα σύννεφα. Νιώθω το σκοτάδι και τη θάλασσα να με κυκλώνουν. Δεν ακούγεται τίποτα πλην ενός ελαφρού κυματισμού που σβήνει. Θέλω να τη φωνάξω πίσω, για τις χώρες του βορρά να της πω, παλιά και νέα παραμύθια να εξιστορήσω, δεν βγαίνει όμως η φωνή μου. Ξαπλώνω πάλι στο κοίλο μέρος της βάρκας, πιο μόνος από ποτέ.

(απόσπασμα σ. 38)
Εκδόσεις Κίχλη, 2024

Ημερομηνία

16 Ιούλ 2024
Expired!
Κατηγορία