Κώστας Ακρίβος | Γάλα Μαγνησίας
[…] Αν η πλατεία στην Πορταριά ήταν μια φορά όμορφη, αυτή εδώ ήταν δέκα και βάλε. Η βρύση ήταν σαν ένα μικρό σπίτι, όπου το νερό έτρεχε από τρεις κάνουλες. Τα πλατάνια ακόμα πιο μεγάλα και η θέα τρομερή: έβλεπες όχι μόνο κάτω την πόλη και τη θάλασσα, αλλά και τα πιο μακρινά βουνά. «Εκείνος εκεί είναι ο Παρνασσός» μας είπε το γκαρσόνι στον καφενέ όπου καθίσαμε να πιούμε καφέ και να φουμέρουμε -εμείς, όχι ο Βαγγελάκης. Ήταν ένα μικρό καφενεδάκι που στον τοίχο είχε μια μεγάλη ζωγραφιά μουντζουρωμένη. Το γκαρσόνι μάς είπε πως την είχε κάνει ένας ζωγράφος που ήταν από τη Μυτιλήνη και που έζησε για χρόνια στο Πήλιο πάμφτωχος και όλοι τον κορόιδευαν, Θεόφιλο τον έλεγαν. Όταν βγήκαμε έξω, πήραμε να πετάμε πέτρες από ψηλά σ’ ένα αυλάκι με νερό. Βαρεθήκαμε και ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε, όταν από ένα καλντερίμι εκείνη τη στιγμή ακούσαμε σαματά.
Γυρίσαμε τα μάτια και είδαμε να πλησιάζει ένα παράξενο μπουλούκι. Μπροστά πήγαιναν κάτι γέροι με βράκες που έπαιζαν νταούλια και ζουρνάδες. Από πίσω καμιά δεκαριά άλλοι ντυμένοι παράξενα, σαν μασκαράδες στις Αποκριές. Κάποιος απ’ αυτούς κρατούσε ένα κοντάρι στολισμένο με λουλούδια και το κουνούσε πάνω κάτω. Άλλοι φορούσαν στο κεφάλι τους καπέλα με κρόσσια, ένας ήταν ντυμένος παπάς, ένας άλλος με γυναικεία ρούχα… […] Μας τα είπαν όλα για το παράξενο έθιμο, τους «Μάηδες» […]
απόσπασμα σελ. 199-200
εκδόσεις Μεταίχμιο, 2018