Κωνσταντίνος Λουκόπουλος | γενόσημα
[έρωτας]
Ένας γλάρος σημαίνει τη θάλασσα μα οι αναλογίες δεν εκτείνονται στις ιδιότητες. Ούτε η θάλασσα πετάει, ούτε οι γλάροι φουρτουνιάζουν. Κάποτε μόνο ξεβράζονται στην άμπωτη όσοι -λέμε τώρα- ερωτεύονται κάποιο κύμα.
(σελ. 13)
[το μπλε του δάσους]
Το σαλόνι με τους μπρούντζινους πάνθηρες περιέχει το όνειρο που στάζει. Ένα ρωμαϊκό πηγάδι συλλέγει το νερό μα πού και πού ξεφεύγει κυανό με τη μορφή του δάσους. Τα δάση πάντα ήταν πιο μπλε από τις θάλασσες. Στο δάσος της Βουλώνης, κάθε
[κατόρζ ζιγιέ]
το γαλλικό πλακόστρωτο ορίζει τις κρεβατικάμαρες, με την παράλληλη στοίχιση, μέσα από την αίθουσα με τους καθρέφτες. Δεν έχει μείνει πλέον Βαστίλη εδώ. Ο ψάλτης των ορθών ανέμων ψέλνει μονήρης για τη λευτεριά, μα η κασίδα του ξεχωρίζει από τη σκιά του παλεύοντος για τη μητρότητα ενός δερματικού που τον ταλαιπωρεί από παιδί. Το πονεμένο του πόδι, που με τα χρόνια φθίνει στο μηραίο, σχεδόν διαγράφεται σκελετικά. Αν και
[στη φύση]
κάτι τέτοια έχουν απαντηθεί εξαρχής: κανείς δε συμμετέχει, δίχως λειρί σε κοκορομαχίες, κι από το αίμα των πουλιών καμιά φορά προκύπτουν γεώμηλα.
(σελ. 26)
[ποίηση]
Είναι μια γάτα που τεντώνει τα νύχια της στον ήλιο, σαν ένα ελάχιστο μανιφέστο αιχμηρότητας. Μοιραία το φως της θα εκτιναχθεί (μέσα από τις νυχιές που θα προκύψουν στης ημέρας το κατάμαυρο σεντόνι).
(σελ. 42)
εκδόσεις ΑΩ, 2021