Ζαχαρίας Στουφής | Μαρμαρού

Ζαχαρίας Στουφής | Μαρμαρού

(Συνεχίζεται η προφορική αφήγηση της θείας Λέφαινας)

«… Το χωριό ήλεγε πως αυτός τη σκότωσε, μα δεν εματαπαντρεύτηκε, ούτε ενδιαφέρθηκε για το παιδί και το σπίτι του γύριζε από χωριό σε χωριό δουλεύοντας, μεροδούλι μεροφάι. Λένε πως δεν έκοψε άλλο τα γένια του και τα μαλλιά του και μέχρι την ημέρα που επέθανε, επαιδευότανε με την τέχνη του. Το παιδί έζηε θεομόναχο, ούτε το λιγοστό σόι του Μαρμαρά το περιμάζεψε, εδιακόνευε κομμάτι ψωμί από τη γειτονιά και μετά από λίγα χρόνια αρρώστησε, βρωμερό κρυωμένο και γεμάτο ψείρες πέθανε».
«Βρε θεία, τι μου λες, δεν το είχα ακούσει αυτό το στεκάτο».
«Παρεί να προσέχεις, παιδάκι μου, πού πας και κοιμάσαι μονάχος στο χωριό, και αυγή βράδυ να κάνεις το σταυρό σου». Ο Παναγιώτης φοβισμένος έκαμε τον σταυρό του και σηκώθηκε να φύγει, προσπάθησε να αλλάξει η κουβέντα λέγοντας της:
«Θα πάω να ανάψω τα καντήλια της Αγίας Θέκλης, μου ‘δωκε κομμάτι δηλαδή η θεία Μαρίκα και σου στέλνει πολλούς χαιρετισμούς».
«Ω κι εφτούνη, είκοσι χρόνια έχω να την ιδώ».
«Λοιπόν, αντίο θεία», είπε ο Παναγιώτης και βγήκε από τη γωνία με το βλέμμα στο κενό και με αργά βήματα διέσχισε τον οικισμό κατευθυνόμενος προς την εκκλησία.
Μόλις είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί τι συμβαίνει και πως η περίεργη η γυναίκα που του χόρευε και του κρατούσε συντροφιά τα βράδια στο χωριό δεν ήταν παρά μια βρικόλακας. […]

(απόσπασμα σ. 77-78)

Εκδόσεις Αω, 2024

Ημερομηνία

13 Δεκ 2024
Expired!
Κατηγορία