Γιώτα Τεμπρίδου | διήγημας

Γιώτα Τεμπρίδου | διήγημας

Μάνα που μ’ έμαθες στα ψέματα και να μένω στα ρηχά, μη φοβάσαι τα γατιά, φτάνει πια. Δες τα δικά μου τι όμορφα, δες τι καλά. Μάνα που ξέρεις από τρελούς, ζεις με τρελού, για τρελούς νοιάζεσαι ή κάνεις πως νοιάζεσαι, από τρελό θα το βρεις, μάνα. Μάνα, δε μπόρεσες να κάνεις παιδιά, να μεγαλώσεις ανθρώπους, να προσφέρεις στην κοινωνία, να εκπληρώσεις την προφητείς. Μάνα με τη χωρίς μήτρα και με τη μόνο πίκρα. Που πια δεν τη χαρίζεις, δεν τη μοιράζεσαι, τη θέλεις δική σου – όλη την πίκρα δική σου. Η πίκρα έφαγε τη γλύκα κι η μάνα τρέφεται με πίκρα, μέχρι που γίνεται κι ίδια πίκρα. Άμα είσαι πίκρα, μπορείς να πικραθείς; Μάνα που ονειρεύτηκες εννέα γιους και μια κόρη, δεν ήταν για σένα τα μεγάλα όνειρα, για σένα είναι τα μεγάλα δράματα. Μάνα με δίχως γιο και μάνα δίχως κόρη. Που θέλησες να δείξεις τον δρόμο που ούτε ήξερες, να σώσεις, εσύ που δεν σώθηκες. Μάνα που με διαβάζεις τώρα, σκέφτεσαι “για μένα λέει; για μένα πρέπει να λέει” και χαμογελάς, αν και δεν υπάρχει λόγος για χαμόγελα. Αλλά γιατί “μάνα”; Ο απέναντι φώναζε τη μάνα του έτσι. Εγώ την δική μου την έλεγα “μούτα” από κα΄τι γερμανικά που προσπάθησα να μάθω παλιά. Mutter über alles. Μήπως ν’ αγόραζες καμιά φορά ένα βιβλίο μου, μαμά, έτσι, για τη διαφορά; Ξέρεις οι μάνες τα στηρίζουν τα παιδιά. Παραδοσιακά. Μεγάλωσες πιαδιά, εγγόνια, δισέγγονα, μα έμεινες μάνα. Μάνα που πρώτη απ’ όλες ξυπνάς, που όλα τα κατουράς, που βράζεις καφέ και πάντα τον χύνεις, αλλά στο τέλος πίνεις δέκα κούπες. Μάνα γιατί πήρες κηνυγό, άντρα σωστό; Γιατί βάρβαρο; Γιατί έκλεινες τα μάτια; Γιατί μ’ έμαθες να τα κλείνω κι εγώ; Να ξέρεις, τ’ άνοιξα και όλα τα είδα. Μάνα που ψωνίζεις, θυμώνεις και γαβγίζεις. […]
(απόσπασμα σ. 31)

Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2023

Ημερομηνία

01 Σεπ 2024
Expired!
Κατηγορία