Αναγνωστικές ματιές | Σωτήρης Σιαμανδούρας «Έκτος όροφος»

Αναγνωστικές ματιές | Σωτήρης Σιαμανδούρας «Έκτος όροφος»

«Έκτος όροφος» εκδόσεις Κουκκίδα, 2024

Ο Σωτήρης Σιαμανδούρας πρωτοεμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα με δεκαοκτώ ποιήματα. Ή, πιο σωστό θα ήταν να πούμε, ότι δεκαεπτά είναι τα αυτούσια ποιήματα της συλλογής του, και ότι υπάρχει ακόμη ένα, εκείνο το ένα το αρχικό, το πρωταρχικό ποίημα, το ποίημα που θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως προμετωπίδα, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ίσως και την ταυτότητα του ποιητή. Λέει: «Είμαι ένα φύλλο στο δέντρο/ Αν ανασάνεις τρέμω/ Αν φυσήξεις πετώ» («Ήρεμο φύλλο», σελ. 9). Με αυτό το τρίστιχο ποίημα λοιπόν, μας καλωσορίζει στο ποιητικό του σπίτι ο ποιητής και μας συστήνετε και μας επικοινωνεί, ό,τι ενδεχομένως να χρειαζόμαστε να γνωρίζουμε για εκείνον, πριν ξεκινήσουμε το ποιητικό μας ταξίδι. Με άλλα λόγια, μέσα σ’ αυτούς τους τρεις στίχους, μας εκμυστηρεύεται με απόλυτη ειλικρίνεια ο ποιητής, ότι είναι μέρος αυτού του κόσμου, μέρος αυτής της φύσης, μέρος της κοινωνίας· μέσα από αυτούς τους στίχους μάς κοινωνεί συμπυκνωμένα την κοσμοθεωρία του. Και δεν είναι καθόλου εύκολη αυτή η παραδοχή· δεν είναι καθόλου εύκολο το να παραδεχτείς, αλλά και να ξεστομίσεις μεγαλόφωνα, την άμεση σχέση εξάρτησης που αναπτύσσεται ανάμεσα στο “Εγώ” και στο “Εσύ”· την αλληλοεξάρτηση του ενός από τον άλλον, την αλληλεπίδραση του ενός πάνω στον άλλον, την εκούσια ή ακούσια, αρμονική ή μη, αλλά την πάντοτε απαραίτητη και ανυπέρβλητη, συνύπαρξη των ατόμων – ανθρώπων, πράγμα που ήταν από παλιά και εξακολουθεί φυσικά να είναι και στην εποχή μας πολυπόθητο ζητούμενο. Η συνύπαρξη ομολογουμένως δεν είναι εύκολη υπόθεση, πόσο μάλλον η συνειδητοποίηση των προεκτάσεων της και η καταγραφή των εμπειριών και των οραμάτων με ποιητικούς στίχους. Και θαρρώ πως είναι ακριβώς αυτό, στο επίκεντρο της ποίησης του Σιαμανδούρα· η συν-ύπαρξη άλογων και λογικών πλασμάτων, τόσο από φιλοσοφικής άποψης όσο και υπό το πρίσμα της υπαρξιστικής προοπτικής. Η συνύπαρξη ανάμεσα στους ανθρώπους, ανάμεσα στον άντρα και την γυναίκα, ανάμεσα στα πλάσματα της φύσης, ανάμεσα σε ινδάλματα πραγματικά ή φανταστικά, ανάμεσα στις πολύπλευρες γνώσεις, τις κλασικές- φιλολογικές σπουδές του ποιητή και τις προσωπικές του θεωρήσεις. Οι στίχοι του είναι γεμάτοι συμπόνοια, ενσυναίσθηση και αποδοχή.

Από το ύψος, και ίσως και την ασφαλή απόσταση που σου παρέχει ένα διαμέρισμα του έκτου ορόφου, ο ποιητής ατενίζει τον κόσμο γύρω του. Με πολύ έντονο το προσωπικό βίωμα, ο ποιητής αρχικά κινείται ποιητικά και νοητά στην περιοχή της Κυψέλης, μια περιοχή της Αθήνας, και συγκεκριμένα στον πεζόδρομο Φωκίωνος Νέγρη. Και κατά μήκος του πεζόδρομου αυτού, στην διαδρομή δηλαδή από την Πλατεία Κυψέλης ως την οδό Ιωάννου Δροσοπούλου, ο ποιητής ξεδιπλώνει την ποιητική του τέχνη. Εκεί συναντάται και συνυπάρχει και συνοδοιπορεί με την σημαντική ποιήτρια από την Αργεντινή, Αλεχάντρα Πιζάρνικ. Στο συγκεκριμένο του ποίημα με τίτλο «Κυψέλη» (σελ. 10) παρακολουθούμε την κορυφαία συνομιλία – συνύπαρξη του “Εγώ” και του “Εσύ” του ποιητή· και στο “Εσύ” του, ο Σιαμανδούρας ενσωματώνει και την ποιήτρια Πιζάρνικ, διευρύνοντας έτσι τον ορίζοντα μιας προσωπικής και συγκεκριμένης αντωνυμίας, σε κάτι πιο μεγάλο, σε κάτι πιο συμπεριληπτικό, σε κάτι ανώτερο, σε κάτι άυλο ίσως, που με δυσκολία ίσως να μπορεί να προσδιοριστεί.

Την έμπνευση του την αντλεί από εικόνες καθημερινές και άκρως ρεαλιστικές, προσδίδοντας τους όμως στοιχεία υπερρεαλιστικά. Έτσι το μαγιό στο χέρι του κοριτσιού γίνεται σημαία μέσα στη θάλασσα, τα παγκάκια που γέρνουν γίνονται τσουλήθρες που ενώνουν τους ανθρώπους, η καρέκλα που τριπόδιζε τρι τρι τρι τερερίζει σαν τα τζιτζίκια, η κοπέλα πάνω στην πινακίδα του πάρκινγκ που τρώει ένα ροδάκινο, η στάλα της πρωινής πάχνης που κάθισε στη μασχάλη, η Κοντορεβιθούλα που άφηνε ψυχουλάκια στο δρόμο αντί για ψιχουλάκια, ο ιατρός που κοιμισμένος ονειρεύεται το ξύπνιο του, τα μπαρ πίσω από τους θάμνους, η Αφροδίτη της Μήλου που βλάστησε δίχως χέρια μέσα από τη γη, και άλλα πολλά, πολλά τα σημεία. Τα ποιήματα του Σιαμανδούρα εξελίσσονται σε κοντινές γειτονιές αλλά και σε πόλεις μακρινές και εξωτικές, όπως στην Κάδιθ της Ανδαλουσίας ή όπως στην Γένοβα της Ιταλίας· άλλα ποιήματα του, τα εμπνέεται ο ποιητής από την ιστορία ή ακόμη και από την επαγγελματική του ιδιότητα, αυτή του φιλολόγου, όπως στα ποιήματα «Ιλιάδα» και «Αφροδίτη της Μήλου» (σελ. 30 και σελ. 36)· διακριτά στοιχεία της ποίησης του, είναι και οι ανησυχίες του οι περιβαλλοντικές, αλλά και ο σεβασμός που τον διακατέχει για ό,τι υπάρχει γύρω του, ο σεβασμός για κάθε πλάσμα, για κάθε τι πάνω στη γη, έμψυχο ή άψυχο. Πάντοτε εντός του αστικού ιστού ασκεί κριτική στην αποξένωση και την απομόνωση του ανθρώπου από την φύση, ασκεί κριτική στην ασφυκτική ατμόσφαιρα της Αθήνας, στην τσιμεντοποίηση της πόλης, στην έλλειψη του πράσινου χρώματος, στην απουσία της φύσης. Χαρακτηριστικά σημεία οι παρακάτω στίχοι στο ποίημα «Το γιασεμί» (σελ. 28): «Το γιασεμί δεν το φαντάζεσαι στην Αλεξάνδρας/ φαντάζεσαι το γιασεμί/ σε μικρές γλάστρες/ σε λευκά σπιτάκια/με φόντο το γαλάζιο Αιγαίο/ […]» ή στο ποίημα «Πορφύρα» (σελ. 38): «Νηφάλια η πορφύρα κείται Φθινοπωρινό φύλλο/ Που κάηκε ένα καλοκαίρι ολόκληρο/ φλεγόταν τον χειμώνα την άνοιξη/ Καλοκαίρι δεύτερο/ Φλεγόταν/ Φύλλο διάπυρο/ Στις θημωνιές σου// […]»

Και ο έρωτας; Υπάρχει ο έρωτας στην ποίηση του Σωτήρη Σιαμανδούρα; Και πως θα μπορούσε -απαντώ εγώ- να απουσιάζει από την ποίηση του Σωτήρη Σιαμανδούρα το στοιχείο του έρωτα, αφού ο έρωτας είναι αναπόσπαστο στοιχείο της συνύπαρξης; Ο έρωτας στην ποίηση του Σιαμανδούρα όχι απλά είναι ευδιάκριτος, αλλά είναι και ξέχειλος στα ποιήματα του. Ο έρωτας ασφυκτιεί στους στίχους του και ψάχνει δρόμους και διεξόδους για να απελευθερωθεί από τα δεσμά της ευπρέπειας, να εκφραστεί μέσα από το ερωτικό κάλεσμα, να ανταποκριθεί ο ίδιος ο ποιητής στο κάλεσμα του έρωτα, να εξομολογηθεί τα ανείπωτα. Ωστόσο και όπως είναι φυσικό, μαζί με τον έρωτα ευδιάκριτες είναι και οι προσδοκίες που θρέφει ένας ερωτευμένος άνθρωπος από το υποκείμενο του πόθου του. Αλλά όπως συνήθως γίνεται στον έρωτα, αυτός ακολουθείται από την ματαίωση και την ερωτική ίσως απογοήτευση, με αποτέλεσμα οι προσδοκίες να μην βρίσκουν γόνιμο έδαφος για να ευδοκιμήσουν και ο έρωτας να μαραίνεται, να χάνεται και να γίνεται αντικείμενο νοσταλγίας. Χαρακτηριστικό ποίημα νομίζω είναι το «Όλα καλά» (σελ. 24), όπου γράφει ο ποιητής: «Καλά είμαι/ Μπορεί καμιά φορά να ουρλιάζω/ Μα δεν είναι αληθινό δικό μου/ ουρλιαχτό/ πιο πολύ μια μίμηση δική σου/ Πάει να πει, είσαι εδώ».

Η ποίηση του Σωτήρη Σιαμανδούρα σε πρώτη ανάγνωση αναδύει μελαγχολία. Σε δεύτερη και τρίτη ανάγνωση όμως, κανείς αντιλαμβάνεται την δύναμη που κρύβουν μέσα τους οι στίχοι του· μια δύναμη που είναι ικανή να αλλάξει, να ανατρέψει, να μετατρέψει την αρχική μελαγχολία σε συνειδητοποίηση, σε ώριμη σκέψη, σε ώριμο απολογισμό. Όσο τραγική μπορεί να είναι η συνειδητοποίηση του ιδεατού “Εμείς”, άλλο τόσο τραγική και επίπονη είναι η διαδικασία της αποδόμησης του ιδεατού. Είναι ιδεαλιστής ο ποιητής μας; φυσικά και είναι. Είναι ονειροπόλος; σίγουρα είναι, όπως είναι κάθε ποιητής και κάθε ποιήτρια. Είναι όμως αιθεροβάμων; δεν έχει σχέση δηλαδή με την πραγματικότητα και κάνει σχέδια που είναι απραγματοποίητα; με βεβαιότητα απαντώ πως όχι! Ο ποιητής στέκει στέρεα πάνω στο ποιητικό του έδαφος, με σταθερό βήμα κινείται στους νοητούς του συλλογισμούς, στιβαρά στήνει τους στίχους, τον έναν πάνω στον άλλον. Χωρίς περιττούς συναισθηματισμούς και ποιητικές εξάρσεις, απλά αλλά όχι απλοϊκά, λιτά και συμπυκνωμένα, ο ποιητής ξεκινά από την αρχική του ιδέα, για να επιστρέψει ξανά στην ίδια ιδέα, στο τέλος του ποιήματος του, επιβεβαιώνοντας μέσα από αυτόν τον λογοτεχνικό κύκλο, την ποιητικότητα του έργου του αλλά και την εμπειρία του, στην τέχνη της ποιητικής. Ενδεικτικά αναφέρω από το ποίημα «Πάρκινγκ» (σελ. 20) την αρχή και το τέλος του ποιήματος: «πάνω στην πινακίδα του πάρκινγκ/ Σε βλέπω να τρως ένα ροδάκινο/ πέρα δώθε τα πόδια σου// […] //πάνω στην πινακίδα του πάρκινγκ/ Σε βλέπω// σε βλέπω να τρως ένα ροδάκινο/ ύστερα γλείφω τα δάχτυλά μου».

Άλλοτε στίχο στίχο και άλλοτε πεζόμορφα, άλλοτε σύντομα και άλλοτε με ποιο εκτενή ποιήματα, ο Σιαμανδούρας εκφράζει την φιλοσοφία του, αντλώντας στοιχεία – θα τολμήσω να το πω – από την φιλοσοφία του Υπαρξισμού. Ο ποιητής αντιμετωπίζει δηλαδή τον άνθρωπο, ως υπάρχον πρόσωπο, ως υπαρκτό όν, και όχι απλά ως μια απρόσωπη οντότητα δίχως ύπαρξη. Ο άνθρωπος στην ποίηση του, έχει συγκριμένο όνομα, έχει συγκεκριμένη ύπαρξη και υπόσταση· τον συναντάμε με προσωπική δράση, να αυτοκαθορίζεται και να έχει ταυτότητα, και που να ευθύνεται εντέλει μέσα από τις επιλογές του, ΓΙΑ ό,τι ή ΣΕ ό,τι, Θα ή Έχει καταλήξει. Ο Γάλλος Φιλόσοφος Ζαν-Πολ Σαρτρ1, ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της φιλοσοφίας του Υπαρξισμού είχε δηλώσει κάποτε ότι: “ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Καταδικασμένος, γιατί δεν δημιούργησε, δεν έπλασε μόνος του τον εαυτό του κι ωστόσο ταυτόχρονα ελεύθερος, γιατί από τη στιγμή που πετάχτηκε στον κόσμο, είναι υπεύθυνος για ό,τι κάνει”. Κι αν αποτολμούσα να κάνω κάποιον συσχετισμό ανάμεσα στον λόγο του φιλοσόφου και την ποίηση του έκτου ορόφου, θα έλεγα ότι ο Σωτήρης Σιαμανδούρας κατορθώνει σχεδόν το ακατόρθωτο· κατορθώνει να ποιήσει λόγο που λειτουργεί ως ανακούφιση, που λειτουργεί ως ένα είδος κάθαρσης· κατορθώνει δηλαδή, να πραγματώσει τον απώτερο σκοπό της ποίησης. Και το κατορθώνει αυτό δείχνοντας στον αναγνώστη και την αναγνώστρια, εκείνη την φωτεινή ένδειξη που οδηγεί στην απόδραση από την καθημερινότητα, προσφέροντας τους έτσι την πιθανότητα ή την ευκαιρία, να οδηγηθούνε στην πολυπόθητη απελευθέρωση του νου και στην ελευθερία της σκέψης, που τόσο έχουμε ανάγκη.

εκδόσεις Κουκκίδα, 2024

fractal.gr (27.3.2024)

Ημερομηνία

27 Μαρ 2024
Expired!
Κατηγορία