Αναγνωστικές ματιές | Νίκος Μαντάς «Ύδωρ, Έρως, Πόλεμος»

Αναγνωστικές ματιές | Νίκος Μαντάς «Ύδωρ, Έρως, Πόλεμος»

Η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Μαντά, «Ύδωρ, Έρως, Πόλεμος» (εκδόσεις Μελτέμι, 2025), συγκροτεί ένα πυκνό και στοχαστικό τρίπτυχο, όπου τρεις θεμελιώδεις δυνάμεις της ανθρώπινης εμπειρίας, το νερό, ο έρωτας και ο πόλεμος τίθενται σε διαρκή διάλογο. Τα ποιήματα της συλλογής, λιτά και απολύτως ενδεικτικά της ποιητικής πρόθεσης του Μαντά, λειτουργούν ως συμπύκνωση ενός κόσμου σε συνεχή ροή και ένταση. Ο ποιητής με ελάχιστες ύλες, συνθέτει και καταθέτει ποιήματα, που «κυλούν ανάμεσα στη γαλήνη και τη θύελλα», όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στο οπισθόφυλλο. Άρα μιλάμε για μια ποίηση μεταβατική, όπου τίποτα δεν είναι απολύτως σίγουρο, σταθερό και αμετάβλητο. Η τρυφερότητα στην ποίηση του Νίκου Μαντά, συνυπάρχει με τη σύγκρουση, όχι όμως ως μια αντίθεση στην δυναμική των πραγμάτων, αλλά ως μια αναπόσπαστη συνθήκη του ανθρώπινου βίου. Ο Μαντάς επιλέγει μια γλώσσα ελλειπτική και υπαινικτική, επιτρέποντας στον αναγνώστη και την αναγνώστρια να βιώσει καθένα από τα ποιήματα ως μια ολοκληρωμένη ποιητική εμπειρία και όχι απλά ως ένα ερμηνευτικό σχήμα της ποίησης.

Ύδωρ

Το στοιχείο του νερού στην ποίηση αποτελεί ένα από τα πιο σταθερά και πολυσήμαντα σύμβολα της ποιητικής έκφρασης. Η ρευστή του φύση, η αέναη κίνησή του και η ικανότητά του να μεταμορφώνεται, το καθιστούν προνομιακό φορέα υπαρξιακών, αισθητικών και μυθολογικών νοημάτων. Σε πολλές ποιητικές παραδόσεις το νερό συνδέεται πρωτίστως με τη γένεση και τη ζωή. Είναι το στοιχείο της απαρχής, της γονιμότητας και της ανανέωσης, ενώ σε τελετουργικό και συμβολικό επίπεδο λειτουργεί καθαρτικά, ως βάπτισμα ή λύτρωση. Παράλληλα, η αδιάκοπη ροή του προσφέρεται για να αποδοθεί ποιητικά ο χρόνος: ποτάμια και ρεύματα ενσαρκώνουν την παροδικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και τη μη αναστρεψιμότητα της εμπειρίας, από την προσωκρατική σκέψη έως τη σύγχρονη ποίηση. Στο ίδιο πλαίσιο, το νερό συνδέεται και με τον έρωτα: η επαφή μαζί του δηλώνει συχνά την επιθυμία, τη διάλυση των ορίων του εαυτού και την απώλεια της σταθερής ταυτότητας, όπως ακριβώς ο ερωτικός δεσμός διαταράσσει την αυτάρκεια του υποκειμένου. Στα περισσότερα ποιήματα του Μαντά συναντάμε το στοιχείο του νερού. Ενδεικτικά κάποιοι στίχοι: «Η καλοκαιρινή μπόρα άφησε/ τη μνήμη να κοχλάζει./ Υγρασία, ανάμνηση./ Και η αρμύρα τα μέσα έξω,/ καιρό τώρα. […]» («Almost Blue_2», σ. 9) ή «[…] Και δίχως να καταλάβω,/ ξεδιψώ από την πηγή σου./ Γάργαρο νερό λιωμένο από χιόνι. […]» («Βράδυ τ’ Απρίλη», σ. 13) ή στο ποίημα «Saudade» (σ. 11) «Στέκομαι απέναντι στο είδωλο μου./ Το νερό τρέχει./ Το νερό κάνει θόρυβο, αχνίζει./ Κάπως με κρύβει./ Κάπως κρύβει τα χέρια/ που λείπουν γύρω μου. […]» Έτσι, το νερό στην ποίηση του Μαντά δεν είναι απλώς ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, αλλά ένα κατεξοχήν ποιητικό εργαλείο. Μέσα από την αστάθεια της ύλης του νερού και τη ρευστότητα του, αλλά και την πολλαπλότητά της χρήσης του ως ποιητικό στοιχείο, επιτρέπει στον ποιητή να το χρησιμοποιεί ώστε να εκφράσει την ανθρώπινη εμπειρία, ενώνοντας το σωματικό με το μεταφυσικό, το ατομικό με το συλλογικό, τη ζωή με την απώλειά της, αλλά και με τον έρωτα.

Έρως

Το δεύτερο στοιχείο λοιπόν στην ποίηση του Νίκου Μαντά είναι ο έρωτας. Ο έρωτας που αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη και διαχρονικά στοιχεία της ποίησης, καθώς συμπυκνώνει με μοναδική ένταση την ανθρώπινη εμπειρία. Από την αρχαία λυρική ποίηση έως τη σύγχρονη γραφή, ο έρωτας εμφανίζεται όχι μόνο ως συναίσθημα, αλλά ως δύναμη που μεταμορφώνει το υποκείμενο, διασαλεύει τη λογική και ανατρέπει την αίσθηση του χρόνου και της ταυτότητας. Η ποιητική γλώσσα, με τη συμπυκνωμένη και υπαινικτική της φύση, προσφέρεται κατεξοχήν για να αποδώσει αυτή την εμπειρία, η οποία συχνά υπερβαίνει τη δυνατότητα της απλής περιγραφής. Ο έρωτας μπορεί να βιώνεται ως πληρότητα και αποκάλυψη, ως αίσθηση ενότητας με τον άλλον, αλλά και ως έλλειψη, αγωνία ή πόνος. Συχνά ο ποιητικός έρωτας είναι αντιφατικός: υπόσχεται λύτρωση και συγχρόνως οδηγεί στη διάλυση του εαυτού, καθώς το ερωτευμένο υποκείμενο χάνει τα σταθερά του όρια και εκτίθεται στην απώλεια. Στη νεότερη και σύγχρονη ποίηση, ο έρωτας συχνά εμφανίζεται τραυματισμένος ή ανολοκλήρωτος, αντικατοπτρίζοντας την αβεβαιότητα και τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, στοιχείο που είναι πολύ έντονο στην ποίηση του Μαντά αποκαλύπτοντας με τη μεγαλύτερη δυνατή ένταση, την ευθραυστότητα και το βάθος της ποιητικής του έκφρασης. Γράφει ο ποιητής στο ποίημα «Ύφεση» (σ. 53): «Δεν μέτρησα τα κύματα,/ δεν τα μετρώ ποτέ πια./ Δεν καρτερώ τη νηνεμία στη ψυχή,/ ούτε εύχομαι την αντάρα του έρωτα. […]» ή στο ποίημα «Αχινός» (σ. 63): […] «Μα είμαι άνθρωπος,/ που πάντα κάτι λαχταρώ/ και βολοδέρνω πέρα δώθε/ στην κάθε παλίρροια της ζωής» ή στο ποίημα «Αρμύρα» (σ. 67): […] «Ιδρώτας που κυλά/ στο ανέγγιχτο κορμί,/ τυφλά παραδομένο στον καύσωνα/ του εκλιπόντος έρωτα»

Πόλεμος

Και πάμε στο τρίτο στοιχείο στην ποίηση του Μαντά, τον πόλεμο. Ο πόλεμος, από την επική ποίηση της αρχαιότητας έως τη σύγχρονη αντιπολεμική γραφή, λειτουργεί ως χώρος σύγκρουσης όχι μόνο σωμάτων και στρατών, αλλά και αξιών, ιδεολογιών και ταυτοτήτων και αποτελεί ένα από τα πλέον ισχυρά στοιχεία στην τέχνη της ποίησης. Η ποίηση επιχειρεί να καταγράψει έτσι, ως λόγος συμπυκνωμένος και στοχαστικός, όλα όσα η ιστορική αφήγηση συχνά αδυνατεί να αποδώσει: τον φόβο, την απώλεια, την ηθική αμφισημία. Στη νεότερη και σύγχρονη ποίηση, ο πόλεμος εμφανίζεται συχνά απογυμνωμένος από κάθε ηρωικό περίβλημα. Κυριαρχούν οι εικόνες σιωπής και σωματικού ή ψυχικού τραύματος, πολύ δυνατές είναι πια οι αντιπολεμικές ποιητικές φωνές που απαιτούν ειρήνη, δικαιοσύνη και ισότητα. Όμως, διαβάζοντας την ποιητική συλλογή του Νίκου Μαντά, διαπιστώνει κανείς ότι δεν υπάρχει ούτε ένα ποίημα που να είναι αφιερωμένο, να αφηγείται, να επεξεργάζεται ή να εξορκίζει τον πόλεμο. Να διευκρινίσω, ότι εγώ αναφέρομαι στον πόλεμο τον πραγματικό και τον ορατό, σε εκείνον τον πόλεμο, όπως δηλαδή τον γνωρίζουμε από τις βίαιες και αιματηρές αναπαραστάσεις σε εμπόλεμες ζώνες όπου ο άνθρωπος πολέμα σε ανελέητες συγκρούσεις τον συνάνθρωπο του. Δίνοντας όμως μεγαλύτερη προσοχή στα ποιήματα της συλλογής, διαπιστώνουμε ότι ο Μαντάς γράφει για έναν άλλον, τον πόλεμο τον αόρατο, τον βαθειά υπαρξιακό πόλεμο, εκείνον τον πόλεμο που διενεργείται -εσωτερικά και σιωπηλά- εκείνον τον πόλεμο που διενεργείται από την ψυχή του ανθρώπου ενάντια στο μυαλό του, από την λογική του ενάντια στο θυμικό του, εκείνον τον πόλεμο όπου ο εαυτός αντιμάχεται το Εγώ, και το Εγώ αντιμάχεται την καρδιά. Ο Νίκος Μαντάς μετατρέπει την εσωτερική σύγκρουση λογικής και συναισθήματος, επιθυμίας και ματαίωσης, σε βαθύ στοχασμό πάνω στα όρια της ύπαρξης του.

Όλα όσα ισχυρίζομαι λοιπόν εδώ, βρίσκονται, κατά την άποψη μου, συμπυκνωμένα στο ποίημα «Ιθύνουσα Γραμμή» (σ. 43). Γράφει ο ποιητής: «Σαν βγεις στον πηγαιμό/ για τον έρωτα,/ να εύχεσαι να είναι δρόμος./ Να περπατάς, να ανοίγεις μονοπάτια./ Να εύχεσαι να νιώθεις τις λακκούβες/ και τους κυματισμούς./ Γιατί μόνο τότε είσαι άγρυπνος./ Τότε μόνο καταλαβαίνεις» Η «Ιθύνουσα Γραμμή» του Νίκου Μαντά συνομιλεί ευθέως με την καβαφική «Ιθάκη», αλλά το κάνει σε καθεστώς συνειδητής αντιδιαστολής. Ο Καβάφης αρθρώνει μια ποιητική της πορείας ως χρονικά εκτεταμένης μαθητείας: το ταξίδι προς την Ιθάκη οφείλει να είναι «μακρύ», πλούσιο σε εμπειρίες, απολαύσεις και γνώση, με τον προορισμό να λειτουργεί κυρίως ως αφορμή και όχι ως σκοπός. Η έμφαση τοποθετείται στη συσσώρευση βιωμάτων και στη σοφία που προκύπτει σχεδόν φυσικά από τη διάρκεια. Ο Μαντάς, αντίθετα, συμπυκνώνει την εμπειρία σε μια διαρκή εγρήγορση. Η «Ιθύνουσα Γραμμή» δεν αφορά έναν προορισμό αλλά έναν τρόπο βάδισης. Ο «πηγαιμός» εδώ δεν είναι προς έναν τόπο, αλλά προς τον έρωτα, ο οποίος δεν προσλαμβάνεται ως ανταμοιβή, αλλά ως διαδικασία επίπονη και ανοιχτή. Η ευχή δεν είναι να είναι ο δρόμος μακρύς, αλλά να είναι πράγματι δρόμος: να έχει «λακκούβες» και «κυματισμούς», δηλαδή αντιστάσεις, ανισορροπίες, διακοπές της αυτονόητης ροής. Σε αντίθεση με την καβαφική προτροπή για απόλαυση και αφθονία εμπειριών, ο Μαντάς εστιάζει στη συνειδητότητα. Μόνο όταν το σώμα αισθάνεται τις ανωμαλίες του δρόμου, μόνο όταν η κίνηση δεν είναι ομαλή, ο άνθρωπος παραμένει «άγρυπνος». Η κατανόηση δεν προκύπτει από τη διάρκεια ή την ποσότητα, αλλά από την ένταση της παρουσίας. Εάν η «Ιθάκη» του Καβάφη προτείνει μια σοφία συμφιλιωμένη με τον χρόνο, η «Ιθύνουσα Γραμμή» προτείνει μια ηθική της εγρήγορσης. Ο έρωτας, όπως και η πορεία, δεν δικαιώνεται στο τέλος, αλλά στη διαρκή επίγνωση κάθε βήματος. Το ποίημα του Μαντά είναι λιγότερο διδακτικό και περισσότερο βιωματικό, όπου το νόημα δεν συσσωρεύεται, αλλά αποκαλύπτεται στιγμιαία, μέσα στην τριβή με τον δρόμο.

«Ύδωρ, Έρως, Πόλεμος», μια συλλογή για όσα μας διαπερνούν και μας καθορίζουν: όσα μας πλημμυρίζουν σιωπηλά και όσα μας φλέγουν ακαριαία. Το ύδωρ δεν είναι απλώς στοιχείο κάθαρσης ή γαλήνης· είναι η κίνηση, η μνήμη, η αργή αλλά ακατάπαυστη διάβρωση. Ο έρως εμφανίζεται ως σπίθα, στιγμιαίος και επικίνδυνα φωτεινός, δύναμη δημιουργίας αλλά και έκθεσης. Ο πόλεμος, η σύγκρουση η εσωτερική, δεν δηλώνεται κραυγαλέα· παρίσταται ως σκιά, ως μόνιμη απειλή που εισχωρεί στο ιδιωτικό, υπενθυμίζοντας τη βία που υποβόσκει ακόμη και στις πιο τρυφερές στιγμές μας.

εκδόσεις Μελτέμι, 2025

(culturebook.gr 11.2.2016)

Ημερομηνία

11 Φεβ 2026
Expired!
Κατηγορία