Αναγνωστικές ματιές | Μαγδαληνή Θωμά «Τον πατέρα στην πλάτη»
Με μια τοιχογραφία της ανθρώπινης ψυχής και βασικό υλικό το τραύμα η Μαγδαληνή Θωμά επανέρχεται με άλλο ένα πεζογραφικό έργο. Έπειτα από τρία μυθιστορήματα, η Θωμά επιλέγει την μικρή φόρμα για να εκφράσει το μεγάλο, ίσως και ανεξάντλητο, θέμα του τραύματος. Η συλλογή διηγημάτων της με τίτλο «Τον πατέρα στην πλάτη» (Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2025), αποτελεί μια επιβεβαίωση της συγγραφικής της δεινότητας και αποδεικνύει ότι ο πεζός λόγος δίνει εκείνα τα συγγραφικά εργαλεία, που επιτρέπουν σε μια καλή συγγραφέα, να προσδιορίσει ζητήματα που ταλαιπωρούσαν και θα ταλαιπωρούν την ανθρώπινη υπόσταση. Στην εν λόγω λοιπόν συλλογή μέσα από τις δεκατρείς ιστορίες, η Θωμά άλλοτε με κρυφό και άλλοτε με φανερό τρόπο, διερευνά τα τραύματα που ενέχουν και ταλανίζουν τις σχέσεις των ανθρώπων. Ωστόσο οι ιστορίες της Θωμά δεν δίνουν απαντήσεις· αυτό που επιχειρεί η Θωμά, είναι να φωτίσει τις ρωγμές που αφήνουν πίσω τους οι σχέσεις οι πατρικές, οι μητρικές, οι αδελφικές, οι φιλικές, οι ερωτικές, οι συντροφικές, οι παιδικές.
Ο τίτλος «Τον πατέρα στην πλάτη» λειτουργεί ως ισχυρή μεταφορά για το φορτίο που κουβαλάμε από την πατρική φιγούρα: συναισθηματικό, ψυχικό, κοινωνικό. Ενσωματώνει τη σχέση εξουσίας, την ενοχή, την ανάγκη για αναγνώριση αλλά και τη δυσκολία απεμπλοκής από το παρελθόν. Μια πράξη διαρκούς διαπραγμάτευσης με ό,τι κληρονομήσαμε – είτε το ζητήσαμε είτε όχι. Δεν πρόκειται μόνο για έναν πατέρα-πρόσωπο, αλλά για έναν πατέρα-σύμβολο: της ιστορίας, της πατριαρχίας, της απώλειας ή της ανείπωτης αγάπης που γίνεται βάρος. Η συγγραφέας επιλέγει συνειδητά την αιτιατική πτώση, αντί για την αναμενόμενη ονομαστική («Ο πατέρας στην πλάτη»), και αυτή η γλωσσική επιλογή έχει βαθύ συμβολικό και ψυχολογικό φορτίο. Η χρήση της αιτιατικής μετατρέπει τον πατέρα από ενεργό και αυθύπαρκτο υποκείμενο σε “αντικείμενο” που κάποιος “κουβαλά” — σαν βάρος, σαν φορτίο, σαν μνήμη. Δεν πρόκειται λοιπόν για έναν πατέρα παρόντα ή ενεργό στη ζωή του υποκειμένου, αλλά για έναν πατέρα που φέρει κανείς στην πλάτη του, που λειτουργεί ως βάρος ψυχικό, συναισθηματικό ή υπαρξιακό. Η ίδια η εικόνα της “πλάτης” ενισχύει αυτή την ερμηνεία, καθώς η πλάτη υποδηλώνει συχνά ό,τι κρύβεται από το οπτικό πεδίο, ό,τι κουβαλάμε χωρίς να το βλέπουμε, που όμως μας επηρεάζει σε κάθε μας βήμα. Συμβολίζει το παρελθόν, την κληρονομιά, τα τραύματα και τις ενοχές που δεν έχουμε επεξεργαστεί πλήρως, αλλά μας συνοδεύουν ως άτομο στην πορεία μας. Έτσι, ο πατέρας στην πλάτη γίνεται η εικόνα ενός πατρικού αποτυπώματος που δεν έχει αποβληθεί, μιας παρουσίας που επιμένει μέσα από την απουσία της. Μέσα από τον τίτλο, λοιπόν, αναδεικνύεται η δύσκολη, συχνά επώδυνη σχέση με την γονεϊκή φιγούρα, είτε αυτή συνδέεται με έλλειψη, είτε με καταπίεση, είτε με μια άλυτη εσωτερική σύγκρουση. Ο πατέρας δεν κατονομάζεται ως πρόσωπο, αλλά ως βάρος που κουβαλιέται — μια πράξη συνεχής, σχεδόν εξουθενωτική. Με αυτόν τον τρόπο, η συγγραφέας ενσωματώνει στο γλωσσικό επίπεδο τον πυρήνα του συναισθηματικού περιεχομένου του έργου της: την επίδραση του πατέρα ως ανεξίτηλο φορτίο στην ανθρώπινη ψυχή.
Διαβάζοντας τα διηγήματα της Μαγδαληνής Θωμά μου ήρθε στο μυαλό η Κασσάνδρα· εκείνη η Τρωαδίτισσα προφήτισσα, που ο θεός Απόλλωνας καταράστηκε να λέει πάντα την αλήθεια αλλά να μην την πιστεύει κανείς. Η Θωμά διηγείται ιστορίες ατόμων που ζουν και προβλέπουν ή αντιλαμβάνονται επικείμενους κινδύνους ή αλήθειες, αλλά κανείς δεν τα πιστεύει ή δεν τα λαμβάνει σοβαρά υπόψιν, ούτε καν τα ίδια τα άτομα τον εαυτό τους. Στο πλαίσιο των διηγημάτων της Θωμά, μπορεί κάποιος να εντοπίσει χαρακτήρες που “βλέπουν” το τραύμα – το προσωπικό ή το συλλογικό – που όμως μένουν αόρατοι, περιθωριοποιημένοι ή γελοιοποιημένοι. Έτσι, το τραύμα συνεχίζει να ποτίζει υπόγεια τις ζωές, ενώ η προειδοποίηση χάνεται στη σιωπή.
Η γραφή της Θωμά είναι μεστή και γεμάτη αλληγορίες, εικονοπλαστική και βαθιά συναισθηματική. Κατορθώνει να αφηγηθεί τη συνύπαρξη του παράδοξου και του σπαρακτικού χωρίς υπερβολές, με έναν ρυθμό που θυμίζει παλιό λαϊκό παραμύθι αναμεμειγμένο με τη βιωματική αλήθεια της σύγχρονης πεζογραφίας. Το χιούμορ – πικρό και διακριτικό – ισορροπεί τις ιστορίες και δεν επιτρέπει στο δράμα να γίνει μελό. Η αφήγηση εμπιστεύεται τη δύναμη των εικόνων και των υπαινιγμών, κι έτσι τα διηγήματα έχουν τη δύναμη να μένουν στον αναγνώστη και στην αναγνώστρια πολύ μετά την ανάγνωση. Ήδη από την πρώτη σελίδα, συναντάμε ερωτήματα που δεν ξεχνιούνται εύκολα: «Άμα καταφέρεις να σηκώσεις ένα καρπούζι, μπορεί να σ’ αγαπήσει η μάνα σου;» ή «Και πόσα χρόνια κουβαλάς, άμα φορτώσεις στην πλάτη σου τον πατέρα σου;» Το βάρος – κυριολεκτικό και συμβολικό – είναι παρόν παντού: στις οικογενειακές προσδοκίες, στις σιωπηλές συγκρούσεις, στην αδυναμία των παιδιών να διαχειριστούν το φορτίο που τους δίνεται. Οι ήρωες, καθημερινοί άνθρωποι χωρίς εξαιρετικές ικανότητες ή ηρωικά χαρακτηριστικά, κινούνται σε ένα τοπίο όπου η τρυφερότητα συναντά τη βία, η μνήμη το τραύμα, την απώλεια, αλλά και το χιούμορ. Κάθε διήγημα είναι μια μικρή πληγή που ανοίγει αργά, αφήνοντας χώρο για συναισθηματική αναγνώριση. Μια πράξη διαρκούς διαπραγμάτευσης με ό,τι κληρονομήσαμε – είτε το ζητήσαμε είτε όχι.
Η ιστορική διάσταση των διηγημάτων δίνει στη συλλογή ένα επιπλέον επίπεδο ανάγνωσης. Οι ήρωες δεν είναι μόνο φορείς του οικογενειακού πόνου, αλλά και της συλλογικής μνήμης. Από την Κατοχή ως τη Μικρασιατική καταστροφή, η Θωμά δεν γράφει ιστορική λογοτεχνία με την αυστηρή έννοια· χρησιμοποιεί την ιστορία ως το αυλάκι μέσα στο οποίο κυλά η ιδιωτική τραγωδία. Όπως ρωτά και στο οπισθόφυλλο: «Κι αν πέσεις μες στο αυλάκι του πολέμου μπορείς να δεις αυτό που αγαπάς;» ή «Πώς γίνεται να κρύψεις μια κρυψώνα, φεύγοντας από τ’ όνειρο της Σμύρνης;» Σε αυτή τη διαδρομή, οι ήρωες κουβαλούν όχι μόνο το τραύμα τους, αλλά και την πατρίδα, τη μνήμη, τη βία και την απώλεια. Και συχνά, όπως διαφαίνεται στο διήγημα «Ο Ιταλός μου στην Κατοχή», κουβαλούν και την ανομολόγητη αγάπη, την ερωτική φλόγα που χάνεται μέσα σε εποχές όπου τίποτα δεν συγχωρείται.
(fractal.gr 8.7.2025)