Αναγνωστικές ματιές | Λία Νικολάου «Το Λαϊνάκι»
«Το Λαϊνάκι»
Το νέο μυθιστόρημα της Λίας Νικολάου «Το Λαϊνάκι» (Εκδόσεις Ελκυστής, 2025), αποτελεί μια στοχαστική και βαθιά συγκινητική κατάδυση στη μνήμη, τον χρόνο και την ανθρώπινη συνθήκη, γραμμένο με μια λογοτεχνική ωριμότητα που αναδεικνύει τη συγγραφέα σε μια αξιοπρόσεχτη φωνή της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας.
Ο τίτλος «Το Λαϊνάκι» φέρει έναν έντονο συμβολισμό. Το λαήνι ή αλλιώς λαγήνι –ένα φτηνό, ταπεινό πήλινο σκεύος καθημερινής χρήσης– λειτουργεί ως μεταφορά για τις ζωές των ανθρώπων που περνούν απαρατήρητοι, κουβαλώντας εντούτοις μέσα τους την ιστορία ενός ολόκληρου τόπου. Ανθεκτικό και εύθραυστο συνάμα, όπως και οι ήρωες του μυθιστορήματος, γίνεται το σιωπηλό σύμβολο μιας κοινωνίας που διαρκώς μεταλλάσσεται χωρίς να αλλάζει ουσιαστικά.
Κεντρικός άξονας της αφήγησης είναι η πορεία του Χαραλάμπη, ενός ανθρώπου που η ζωή του εκτείνεται από τη δεκαετία του ’30 έως τις αρχές της νέας χιλιετίας. Η ιστορία του μυθιστορήματος εξελίσσεται στην πόλη του Βόλου καθώς και στα περίχωρα του, που την εποχή εκείνη ήταν μια επαρχιακή πόλη που όμως λειτουργούσε -και ίσως εξακολουθεί να λειτουργεί ακόμη και σήμερα- ως μικρογραφία της ίδιας της Ελλάδας. Μέσα από τα μάτια του πρωταγωνιστή και τα συνεχή περάσματα του από το παρόν στο παρελθόν και τούμπαλιν, παρακολουθούμε τη μεταμόρφωση μιας κοινωνίας, τις διαγενεακές πληγές και την κληροδοτούμενη εσωτερική ανεπάρκεια που ορίζει αυτή στις επόμενες γενιές. Όμως, η ιστορία του δεν αποτελεί απλώς έναν προσωπικό απολογισμό. Είναι η ίδια η Μνήμη –όπως εύστοχα σημειώνεται στο οπισθόφυλλο– που οδηγεί την ιστορία. Τα “μακριά, σφιχτοπλεγμένα δίχτυα της” απλώνονται πάνω στους ανθρώπους και τους τόπους, πλέκοντας έναν καμβά φορτισμένο με πάθη, ενοχές και όνειρα που δεν ησύχασαν ποτέ.
Η Νικολάου, με μια γραφή μεστή και πλούσια σε εσωτερικό ρυθμό και με σβέλτους διαλόγους γεμάτους ατάκες και χιούμορ, καταφέρνει να απαντήσει στα καίρια ερωτήματα που θέτει: “Αλλάζουν οι άνθρωποι όταν ταξιδεύουν; Ησυχάζουν τα όνειρα όταν οι άνθρωποι γερνούν;” Η απάντηση, που δεν δίνεται ρητά αλλά υπονοείται μέσα από την πορεία των ηρώων, μοιάζει να γέρνει προς ένα ήρεμο “όχι”. Ο άνθρωπος δεν απαλλάσσεται από την καταγωγή του, ούτε και από τα όνειρα που κάποτε αρνήθηκε ή πρόδωσε. Η Μνήμη δεν λησμονεί· απλώς σωπαίνει ώσπου να της δοθεί ξανά η ευκαιρία να μιλήσει.
«Το Λαϊνάκι» δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα εποχής· είναι μια διαχρονική ανατομία του ανθρώπινου τραύματος, μια γλυκόπικρη αφήγηση απαλλαγμένη από την ψευδαίσθηση ότι το χθες, το σήμερα και το αύριο διαφέρουν ουσιωδώς. Η Νικολάου, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ανθρωπογεωγραφία της πόλης, σε χαρακτήρες που πάλλονται ανάμεσα στην ηθική και την ανάγκη, σε οικογένειες καταδικασμένες να επαναλάβουν τα λάθη των προγόνων τους, επιχειρεί να φωτίσει τις βαθιές ψυχικές χαράξεις που αφήνουν οι εμπειρίες των ανθρώπων και πώς αυτές, ασυνείδητα ή εσκεμμένα, μεταφέρονται από γενιά σε γενιά. Η πορεία του Χαραλάμπη –όπως και των προσώπων που τον πλαισιώνουν– λειτουργεί ως υπόδειγμα της αέναης πάλης ανάμεσα στην προσωπική μοίρα και τη συλλογική Ιστορία. Κάθε τραύμα, κάθε σιωπή, κάθε απογοήτευση, δεν ανήκει αποκλειστικά στο παρελθόν, αλλά συνεχίζει να πάλλεται στο παρόν και να καθορίζει το μέλλον. Είναι αυτές οι σκιές που στέκουν πάντα ακίνητες στις άκρες των αφηγήσεων μας, που μαρτυρούν μια αλήθεια διαχρονική –πως η Ιστορία δεν προχωρά πάντοτε μπροστά, αλλά συχνά κάνει κύκλους πάνω από τον ίδιο τόπο, πάνω από τους ίδιους του ανθρώπους -ζωντανούς και νεκρούς.
Η συγγραφέας, με λεπτοδουλεμένη ψυχολογική προσέγγιση και με εξαιρετική αφηγηματική τεχνική, απλώνεται εντός της μυθιστορίας της χωρίς βιασύνη, αποδομεί τη γραμμική αντίληψη του χρόνου. Αντί να παρουσιάσει την εξέλιξη ως πρόοδο ή αλλαγή, δείχνει πώς οι ίδιες οι εσωτερικές συγκρούσεις, οι ίδιες παθογένειες και οι ίδιοι φόβοι επαναλαμβάνονται με διαφορετικά προσωπεία. Οι ήρωες και οι ηρωίδες της Νικολάου, όσο κι αν προσπαθούν να ξεφύγουν από τα λάθη των προηγούμενων ανθρώπων και γενεών, καταλήγουν να τα επαναλαμβάνουν – όχι από αδυναμία, αλλά επειδή το βάρος της μνήμης και των άγραφων κανόνων μιας κοινωνίας άκαμπτης και σκληρής, αποτελούν βραχονησίδα επικίνδυνη για την πορεία του ανθρώπου, εμπόδιο σχεδόν απροσπέλαστο, βαρίδι ασήκωτο που εντέλει οδηγεί στην ασφυξία, στον πνιγμό, νομοτελειακά στον θάνατο.
Έτσι, «Το Λαϊνάκι» γίνεται μια σπουδή πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη: στην ανάγκη του ανθρώπου να αγαπήσει, να αποδεχθεί, να κατανοήσει, αλλά και στην αδυναμία του να αλλάξει ουσιαστικά όταν δεν έχει συμφιλιωθεί με το παρελθόν του. Η Νικολάου δείχνει πως οι αλλαγές είναι συχνά επιφανειακές· το υπόστρωμα, εκείνο το υπόγειο ρεύμα που καθορίζει τις αντιδράσεις, τις αποφάσεις και τις σιωπές των ανθρώπων, παραμένει σχεδόν αμετάβλητο. Ακριβώς γι’ αυτό, η αφήγηση της Νικολάου συγκινεί βαθιά. Δεν εξιδανικεύει, δεν ηθικολογεί, δεν καταφεύγει σε εύκολες λύσεις ή λυτρωτικά τέλη. Αντίθετα, προσφέρει στον αναγνώστη τη σπάνια εμπειρία της ενσυναίσθησης· τον καλεί να σταθεί απέναντι στους ήρωες με κατανόηση, και απέναντι στον εαυτό του με ειλικρίνεια. «Το Λαϊνάκι» μάς υπενθυμίζει πως, ανεξαρτήτως εποχής, δεν είμαστε παρά οι ιστορίες που κουβαλάμε – με όλες τις ρωγμές, τα σφάλματα και τη βαθιά, σιωπηλή επιθυμία για ένα νόημα που θα κάνει τα βάρη μας ελαφρύτερα. Η Λία Νικολάου υπογράφει ένα βιβλίο που θα αφήσει το αποτύπωμά του, όπως ακριβώς τα δίχτυα της μνήμης αφήνουν πάνω μας το δικό τους.
(literature.gr 12.6.2025)