Αναγνωστικές ματιές | Δημήτρης Π. Κρανιώτης «Ρυτίδες στον καφέ»

Αναγνωστικές ματιές | Δημήτρης Π. Κρανιώτης «Ρυτίδες στον καφέ»

«Ρυτίδες στον καφέ»

Η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Π. Κρανιώτη, «Ρυτίδες στον καφέ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος (2024), είναι μια ποιητική κατάθεση φιλοσοφικού στοχασμού πάνω στο πέρασμα του χρόνου, τη μνήμη και τις καθημερινές ματαιότητες. Ο τίτλος προδίδει από την αρχή μια μελαγχολική διάθεση: ρυτίδες όχι στο πρόσωπο, αλλά στον καφέ, σε αυτό το τελετουργικό της ρουτίνας που σηματοδοτεί την έναρξη της ημέρας και, συμβολικά, τη φθορά που διαπερνά ακόμη και τις πιο τετριμμένες στιγμές μας.
Η ποιητική συλλογή μπορεί να προσεγγιστεί υπό το πρίσμα της υπαρξιστικής φιλοσοφίας, καθώς θίγει ζητήματα όπως η παροδικότητα του χρόνου, η καθημερινή αλλοτρίωση και η αναζήτηση νοήματος σε έναν κόσμο που δεν προσφέρει εγγενώς καμία μεταφυσική βεβαιότητα. Στην υπαρξιστική σκέψη, όπως αυτή διαμορφώθηκε από φιλοσόφους όπως ο Jean-Paul Sartre, Albert Camus και Martin Heidegger το άτομο βρίσκεται αντιμέτωπο με την ελευθερία του, αλλά ταυτόχρονα και με το υπαρξιακό άγχος που γεννά αυτή η ελευθερία. Η ποίηση του Κρανιώτη φαίνεται να συνομιλεί με αυτήν την αγωνία: ο καθημερινός καφές γίνεται ένα σύμβολο της ρουτίνας, της συνήθειας που λειτουργεί σαν παρηγοριά απέναντι στο αβέβαιο και άγνωστο της ύπαρξης. Οι “ρυτίδες” στον καφέ δεν είναι απλώς σημάδια στο υγρό της κούπας, αλλά αναπαριστούν τις χαραγμένες στιγμές του χρόνου στο σώμα και στη μνήμη του ανθρώπου. Ο Sartre μιλά για την αυτοεξαπάτηση στην οποία υποκύπτουν οι άνθρωποι όταν προσπαθούν να αποφύγουν την ευθύνη της ελευθερίας τους. Κάτι αντίστοιχο φαίνεται να συμβαίνει και στο ποιητικό σύμπαν του Κρανιώτη: οι καθημερινές πράξεις γίνονται μηχανικές, σχεδόν τελετουργικές, κρύβοντας την κενότητα που υποβόσκει κάτω από αυτές. Αντίστοιχα, ο Camus εξετάζει την έννοια του παράλογου και τη σύγκρουση του ανθρώπου με έναν κόσμο που δεν παρέχει καμία εγγενή σημασία. Η ποιητική συλλογή του Κρανιώτη φαίνεται να αγγίζει αυτή την παραλογικότητα, καταγράφοντας μια ύπαρξη εγκλωβισμένη στην καθημερινότητα, όπου ο χρόνος κυλά απαρατήρητος, αφήνοντας μόνο “ρυτίδες” ως μαρτυρία του περάσματός του. Τέλος, η αναφορά στη φθορά και στη μνήμη θυμίζει τη σκέψη του Heidegger όπου η ανθρώπινη ύπαρξη (Dasein) είναι ουσιαστικά προσανατολισμένη προς τον θάνατο. Οι εικόνες της συλλογής φαίνεται να αντανακλούν αυτή την οντολογική αγωνία, καθώς η συνειδητοποίηση του εφήμερου διαπερνά τα ποιήματα.
Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι οι «Ρυτίδες στον καφέ» αποτελούν μια υπαρξιακή σπουδή πάνω στον χρόνο, τη μνήμη και την αναζήτηση νοήματος. Ο Κρανιώτης μοιάζει να τοποθετεί τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τη ρουτίνα της ύπαρξης, αφήνοντας να διαφανεί η βασική υπαρξιστική διαπίστωση: η ζωή δεν έχει εγγενές νόημα – εμείς της το προσδίδουμε. Ως ενίσχυση της παραπάνω θεώρησης, παραθέτω παράδειγμα το ποίημα «Αυτοεξόριστος» (σ. 43) που αποτελεί κατά την άποψη μου μια βαθιά αποτύπωση της κοινωνικής αποξένωσης και της απώλειας της ανθρώπινης επικοινωνίας, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τη διαδικασία της αυτογνωσίας ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της απομάκρυνσης από τον κοινωνικό ιστό. “Παρασιτικά πουλιά/ Λιμοκτονούν σε πόλεις/ Πνιγμένες στο καυσαέριο/ Μαζί με ανθρώπους/ Που τρέφονται ο ένας/ Από την κομμένη ανάσα/ Του άλλου// Αποξηραμένες ρίζες/ Παρασιτικών φυτών/ Στολίζουν βίλες νεόπλουτων/ Με «in» οικολογικές ανησυχίες// Κι εσύ αυτοεξόριστος/ Ξέχασες την «καλημέρα»/ Με το παράλογο επιχείρημα/ Ότι δεν υπήρξε/ Κανένας διαθέσιμος/ Να την αποδεχτεί.” Η μεταφορά των “παρασιτικών πουλιών” στην πρώτη στροφή και των ανθρώπων που λιμοκτονούν μαζί, υπογραμμίζει την αποξένωση μέσα στις σύγχρονες πόλεις. Οι άνθρωποι, αντί να αλληλοϋποστηρίζονται, “τρέφονται” από την καταστροφή του άλλου, γεγονός που υποδηλώνει έναν φαύλο κύκλο κοινωνικής απορρύθμισης, όπου η επικοινωνία μετατρέπεται σε αγώνα επιβίωσης. Η δεύτερη στροφή περιγράφει μια ειρωνική εικόνα: οι “αποξηραμένες ρίζες” που κοσμούν βίλες νεόπλουτων, αντικατοπτρίζουν μια υποκριτική οικολογική ευαισθησία, σύμβολο μιας κοινωνίας που έχει χάσει την αυθεντικότητά της. Ο κόσμος που περιγράφεται είναι κενός από ουσία, όπου η εικόνα έχει μεγαλύτερη σημασία από την πραγματική σύνδεση με τη φύση ή τον συνάνθρωπο. Η τελευταία στροφή είναι η κορύφωση της υπαρξιακής απομόνωσης. Ο “αυτοεξόριστος” είναι κάποιος που επέλεξε να απομακρυνθεί από αυτή τη στρεβλή κοινωνία, όμως η αποκοπή του είναι τόσο ριζική που ξεχνά ακόμα και την “καλημέρα”. Το παράλογο της ύπαρξης αναδεικνύεται από τη δικαιολογία του: δεν υπάρχει κανείς διαθέσιμος να την αποδεχτεί. Αυτή η διαπίστωση καταδεικνύει πως η μοναξιά μπορεί να είναι επιλογή, αλλά και παγίδα, καθώς η αναζήτηση αυτογνωσίας οδηγεί στην πλήρη αποκοπή από τους άλλους. Το ποίημα αποτυπώνει έτσι το δίπολο μεταξύ κοινωνικής αποξένωσης και προσωπικής αυτογνωσίας, υπενθυμίζοντας ότι η απόδραση από μια διεφθαρμένη κοινωνία δεν σημαίνει απαραίτητα ελευθερία, αλλά ενδέχεται να καταλήξει σε υπαρξιακή μοναξιά.
Συμπερασματικά, ο πολυγραφότατος ποιητής Κρανιώτης, επιχειρεί και κατορθώνει να προσδώσει βάθος στις εικόνες του, δίχως να διολισθαίνει σε κοινοτοπίες και βαρυσήμαντες διατυπώσεις. Ο καφές γίνεται καθρέφτης των ανησυχιών του ποιητή και το άρωμα του, που αναδύεται από τον καφέ, προπέτασμα καπνού για τις θεματικές που αυξάνουν τη δυναμική του ενδιαφέροντος μας σε μια επαναλαμβανόμενη και ουσιαστική απόλαυση. Με αμεσότητα και η αυθεντικότητα βουτά ο ποιητής στη μελαγχολία, βουτά στα άδυτα του ανθρώπινου ψυχισμού, κερνώντας μας γουλιά γουλιά από τον βαρύ-γλυκό καφέ της ποίησης του.

Εκδόσεις Κέδρος, 2024

(literature.gr 7.4.2025)

Ημερομηνία

07 Απρ 2025
Expired!
Κατηγορία