Χρύσα Φάντη | Οδός Ευτυχίδου
Χωρίς αλεξίπτωτο Ι
Μπαίνεις για τα καλά στο δρόμο της πρώτης ενηλικίωσης, αλλά δεν έχεις αποκτήσει ακόμη αυτό που αποκαλούμε “φρόνηση”, πόσο μάλλον “συνείδηση ύπαρξης” αίσθημα χρόνου”. Υπάρχουν μέσα σου πράγματα αδιευκρίνιστα ή λιγότερο απ’ όσο ήλπιζες καθαρά; Μάλλον απέχεις από το να βλέπεις ψύχραιμα όσα σου εναντιώνονται, το μυαλό σου συνεχίζει να γυρίζει σαν σβούρα γύρω από τα ίδια, μουντά και επαναλαμβανόμενα, μοτίβα. Ίσως βιώνεις κάτι που έρχεται από το βάθος εκατομμυρίων ετών, από έναν χρόνο πολύ πριν από τον δικό σου.
Τι ένιωσες την στιγμή που την είδες; Έτσι όπως μόναζες στο δωμάτιό σου, η απροσδόκητη εμφάνισή της σε έκανε να αναπηδήσεις. Στην ιδέα ότι ο χώρος απ’ όπου ξεμύτισε μπορεί να μην ήταν αποκλειστικά δικός σου, ένα ρίγος σε διαπέρασε. Κανένας θόρυβος, καμιά κίνηση από μεριάς του εντόμου. Στεκόταν σε μια γωνιά κάτω από το γραφείο σου, ασάλευτη.
Η υποψία ότι δεν βρισκόταν μόνη εκεί, αλλά πίσω της έσερνε δεκάδες άλλα εξίσου σιχαμερά όντα, βομβίνους, σφήκες, σερσένια, κοριούς, ψύλλους, ποντίκια, έναν συρφετό από ανεπιθύμητα έντομα και ζωύφια που, από στιγμή σε στιγμή, θα έκαναν κι αυτά την εμφάνισή τους, η σκέψη ότι, ακόμη κι αν τη σημάδευες με τις μπότες σου, ακόμη κι αν κατάφερνες να τη φτάσεις και να την συνθλίψεις κάτω από τις σόλες των παπουτσιών σου, η φάρα της θα συνέχιζε να κυκλοφορεί στον χώρο τον δικό σου παραβιάζοντας την ιδιωτικότητά σου και απειλώντας ακόμη και την υγεία σου ήταν αρκετά για να σε φρικάρουν. Μπροστά στην τρομακτική δύναμη της ακινησίας της, βρίσκεσαι σε επαγρύπανση, καιροφυλακτείς· στην ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσες με μια σου κίνηση να την εξουδετερώσεις αφανίζοντας έτσι το είδος της και εξασφαλίζοντας τη διαιώνιση του δικού σου, μια σκοτεινή ευφορία γεννιέται μέσα σου. Από σένα εξαρτάται αυτή η κίνηση, από σένα εξαρτάται να ενεργήσεις πρώτος. Αντ’ αυτού, μένεις ασάλευτος, όρθιος σε εκείνη τη γωνιά μες στο δωμάτιό σου, ένα μέτρο απόσταση από την κατσαρίδα, που κι αυτή βρίσκεται επίσης σε επιφυλακή. Πανικοβάλλεσαι, ενώ δεν θα έπρεπε να νιώθεις το οτιδήποτε από αυτά που δεν μπορεί να νιώσει μια κατσαρίδα. Αυτό το άσαρκο ον δεν είναι παρά ένα κενό, είναι ο πανικός σου πολύ πριν βγεις από τη μήτρα της Αγγελικής, πολύ πριν βγει η Αγγελική από την κοιλιά της Κατίνας, πολύ πριν βγει ο άνθρωπος από την κοιλιά του Ανθρώπου.
Είναι ο φόβος που σε εμποδίζει να αναμετρηθείς μαζί του, ίδιος με εκείνον της μητέρας σου τη μέρα που είδε μια στρατιά από δαύτες να επιπλέουν πάνω στην αναποδογυρισμένη παντόφλα του άντρα της, ενώ αυτή βυθιζόταν σε μια πλημμυρίδα δίψας και δυστυχίας. Όλα τώρα εξαρτώνται από αυτή την κίνηση, που δεν πραγματοποιείς, παρά την ελάχιστη απόσταση που σας χωρίζει.
(σελ. 123)
εκδόσεις Σμίλη, 2023