Η μάνα | για την Γιορτή της Μητέρας
[Η μάνα]
Με το ένα της το πόδι ριζωμένο στην πατρίδα
ποτίζει λουλούδια ερημικά στο μνήμα των προγόνων.
Με το άλλο της το πόδι βρεγμένο να ισορροπεί
σε πλεούμενα που υπόσχονται τη θύμηση.
Με το ένα της το παιδί παραμάσχαλα
να αποζητά στο στερνοβύζι μια υπόσχεση ζωής.
Και το άλλο της το παιδί θαμμένο πρόχειρα
κάπου βαθειά μέσα στο χώμα.
Μεγαλόψυχη η ψυχή της.
Πάλλεται κάτω από στρώματα υποταγής
μα η αρχέγονη ανάγκη ανυπακοής και επιβίωσης
που δεν γνωρίζει μήτε ράτσα μήτε φυλή
δεν την άφησε
δεν της επέτρεψε να λιποψυχήσει.
Κι όμως, βαθυπέλαγα με στραγγισμένα μάτια,
ανάκατα μυαλά και γερασμένες σκέψεις
θυμάται εκείνο το σπιτικό με το μικρό μπαξέ
και το νερό που κουβάλαγε, να δώσει χρόνο
στην ελπίδα να ευδοκιμήσει.
Θυμάται όμως και την εκκωφαντική εκείνη τη στιγμή
όπου τρόμος, χώμα και Θεός γίνανε ένα.
Θυμάται και πώς σε ομιχλώδης έκταση
τον εαυτό της Άτροπο
να ξεθάβει με ματωμένες σκέψεις και ξεριζωμένα νύχια
μέλη της φαμίλιας της, μαλλιά και φρούδες ελπίδες.
Μεγαλόψυχη η φύση της.
Στην καρδιά της ένας μικρός σπόρος
ένα τρυφερό βλαστάρι
όλη η πατρίδα
όλοι οι αγαπημένοι.
Από την ποιητική συλλογή “Αποκαΐδια Ηθικής”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017
Χαρακτικό: Βάσω Κατράκη, “Τρεις καλημέρες”, 1965