Συνέντευξη | Χρήστος Χαρτοματσίδης
Σήμερα φιλοξενούμε στο Literature έναν συγγραφέα που δεν χρειάζεται συστάσεις. Ο Χρήστος Χαρτοματσίδης με πολυετή παρουσία στα ελληνικά γράμματα, πολυπρισματική ματιά και γραφή που συνδυάζει το πολιτικό με το βαθιά ανθρώπινο, επιστρέφει φέτος με το «Ρίο Γκράντε», ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στα νοητά και κυριολεκτικά σύνορα των ανθρώπων, των ταυτοτήτων και των επιλογών. Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το 2024 και ήδη συζητιέται έντονα για τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει ζητήματα προσωπικής ελευθερίας και εσωτερικών και εξωτερικών συγκρούσεων, ζητήματα του βαλκανικού και ελληνικού υπόκοσμου και των διεφθαρμένων αστυνομικών, των ονείρων και των απογοητεύσεων, των ερωτικών ματαιώσεων και των κοινωνικών συμβιβασμών. Στο «Ρίο Γκράντε», ο Χαρτοματσίδης υφαίνει με ακρίβεια έναν κόσμο γεμάτο εντάσεις, αντιφάσεις και ερωτήματα που αφορούν όχι μόνο τους ήρωες και τις ηρωίδες του, αλλά και εμάς τους ίδιους και τις ίδιες ως αναγνώστες και αναγνώστριες. Η αφήγησή του κινείται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το υπαρξιακό, η πλοκή του στήνεται με κινηματογραφική μαεστρία, οι διάλογοι χειμαρρώδεις, η γλώσσα σύγχρονη και αφοπλιστική, ενώ η γεωγραφία του τίτλου μετατρέπεται σιγά σιγά σε μια μεταφορά για όλα όσα χωρίζουν — και ενώνουν — τους ανθρώπους.
Ο Χρήστος Χαρτοματσίδης γεννήθηκε το 1954 στο Καζακστάν και μεγάλωσε στη Σοβιετική Ένωση, ενώ εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα το 1990. Είναι συγγραφέας, μεταφραστής και θεατρικός συγγραφέας, με έργο που γεφυρώνει πολιτισμούς, γλώσσες και εποχές. Έχει τιμηθεί με λογοτεχνικά βραβεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα ρωσικά, βουλγαρικά και αγγλικά. Το «Ρίο Γκράντε» είναι το πιο πρόσφατο του έργο, μέσα από το οποίο συνεχίζει να εξερευνά το υπαρξιακό και κοινωνικό τοπίο με τη γνωστή του ευαισθησία και στοχαστικότητα.
Κατερίνα Λιάτζουρα, Αύγουστος 2025
Τι αποτέλεσε την αρχική έμπνευση για το μυθιστόρημα «Ρίο Γκράντε» και πώς γεννήθηκε η ιδέα για την ιστορία;
Tο μυθιστόρημα αποτελεί αυτόνομη και αυτοτελή συνέχεια του μυθιστορήματός μου «Είναι κάπου αλλού η γιορτή» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τόπος το 2011. Αντιλήφθηκα πως θα μπορούσε να γίνει μια πολύ καλύτερη ιστορία, πιο συγκεντρωμένη, με πιο ξεκάθαρη και δυναμική πλοκή, χωρίς κάποιους από τους παλιούς ήρωες. Στο «Ρίο Γκράντε» η αφήγηση μας μεταφέρει είκοσι χρόνια μετά, όταν οι βασικοί χαρακτήρες θα έπρεπε ήδη να έχουν ωριμάσει για να αντιμετωπίσουν δυναμικά το πεπρωμένο τους. Κι όμως…
Ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει σε ένα γεωγραφικό σύνορο με φορτισμένο συμβολισμό. Τι σημαίνει για εσάς το «Ρίο Γκράντε» και πώς λειτουργεί στο πλαίσιο του μυθιστορήματος;
Πράγματι υπάρχει ο συμβολισμός. Οι κατατρεγμένοι από κάθε είδους σερίφηδες προσπαθούν να διασχίσουν αυτόν τον ποταμό για να διαφύγουν από τις ΗΠΑ στο Μεξικό. Εδώ στην πραγματικότητα είναι το συμβολικό όριο, ανάμεσα στην υποταγή και την ανυπακοή, ανάμεσα στην καταπίεση και την αντίσταση.
Ποιος είναι ο κεντρικός θεματικός άξονας του έργου και τι θέλατε να μεταδώσετε στον αναγνώστη μέσα από την αφήγηση;
Ξέρουμε πως το θέμα ενός έργου είναι ο κύκλος προβλημάτων που απασχολούν τον συγγραφέα. Εδώ μπαίνουν τα περισσότερα κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος Έλληνας, από τα απλά της καθημερινής επιβίωσης, αλλά και τα πιο σύνθετα της προσωπικής μας ολοκλήρωσης, τα ερωτικά πάθη, οι υπαρξιακές μας ανησυχίες, οι κοινωνικοί μας προβληματισμοί κ.λπ., όλα αυτά μέσα σε ένα αντίξοο έως και εχθρικό κοινωνικό περιβάλλον. Στην πλοκή, αυτό εκφράζεται μέσα από την αντιπαράθεση κλέφτες/ αστυνόμοι, υπόκοσμος / όργανα της τάξης, οικογενειακό καθήκον / παράνομος έρωτας, μα και με τη σύγκρουση ιδανικών / συμβιβασμών.
Τοποθετείτε το έργο σας μέσα σε κάποιο συγκεκριμένο λογοτεχνικό ρεύμα ή σας απασχόλησε περισσότερο η προσωπική έκφραση;
Με απασχολούσε η προσωπική έκφραση, μα τώρα που το σκέφτομαι θεματικά θα μπορούσε να είναι μακρινός βαλκάνιος απόηχος των «Angry Young Men», του λογοτεχνικού ρεύματος της δεκαετίας των ’50 στην Αγγλία, με τον αγαπημένο συγγραφέα Alan Silitoe. Που χαρακτηρίζεται όπως έχει πολύ καλά διατυπωθεί στη Wikipedia από «την άρνηση να αφομοιωθούν από μια χρεοκοπημένη κοινωνία» και την «ενστικτώδη αλληλεγγύη με τις κατώτερες τάξεις». Βέβαια στο «Ρίο Γκράντε» το χιούμορ προσπαθεί να ισορροπήσει την οργή, να μετριάσει κάπως τα πράγματα παρά τον σκεπτικισμό για το αβέβαιο μέλλον.
Οι χαρακτήρες του βιβλίου φαίνεται να κουβαλούν έντονες εσωτερικές συγκρούσεις. Πόσο επηρεαστήκατε από πραγματικά πρόσωπα ή βιώματα;
Πάντα στα γραπτά του ο συγγραφέας επηρεάζεται από προσωπικά βιώματα και παραστάσεις. Μερικές φορές τα χαρακτηριστικά αποδίδονται αναλλοίωτα, κι αμέσως μπορείς να αναγνωρίσεις τον πρωτότυπο, αν και πιο συχνά δανείζεσαι κάποια στοιχεία τόσο ως προς την εμφάνιση αλλά και ως προς τα βιώματα από διαφορετικούς ανθρώπους, μερικές φορές και αντιφατικά, και πλάθεις τους δικούς σου ήρωες, συνθέτεις τους καινούργιους χαρακτήρες.
Στο μυθιστόρημά σας αναφέρεστε στο θρυλικό νυχτερινό κέντρο διασκέδασης της Θεσσαλονίκης «Κοπακαμπάνα». Πείτε μας δυο λόγια.
Αν και αποτελεί μέρος του ντεκόρ, του περιβάλλοντος όπου διαδραματίζεται η πλοκή, τελικά, το χορευτικό αυτό κέντρο μάλλον εντυπωσίασε κι «έμεινε» στους αναγνώστες. Πρόσεξα πως μέχρι και η σχεδιάστρια του εξωφύλλου Σαβίνα Χριστοπούλου δεν παρέλειψε να το ενσωματώσει στο εντυπωσιακό εξώφυλλο του βιβλίου. Δεν σκόπευα να το αναδείξω σε σύμβολο, μα μερικές φορές η γραφή αυτονομείται και ξεπερνάει τον συγγραφέα. Δίπλα στον Νέο Σταθμό της Θεσσαλονίκης υπήρχε παλιά το ένδοξο χορευτικό κέντρο «Κομπαρσίτα», που είναι το πρωτότυπο του «Κοπακαμπάνα». Εκεί για πρώτη φορά ο Μπίλης χορεύει με τη Βάσια και η Ανθούλα με τον Βελέγκα. Εκεί συλλαμβάνουν τον Μπίλη. Εκεί πάλι γίνεται το γλέντι του γάμου του με την Ανθούλα. Με τα χρόνια το κέντρο χάνει την αίγλη του, φτάνει στην παρακμή. Αντί για το τεράστιο χορευτικό σαλόνι, χρησιμοποιείται μόνο ένα τμήμα του ως μπαρ. Στο τέλος «οι κακοί» θα βάλουν φωτιά στο κέντρο σαν σύμβολο του τέλους μιας εποχής. Της εποχής της αθωότητας.
Στο «Ρίο Γκράντε» τα σύνορα παίζουν καθοριστικό ρόλο. Αν η Θεσσαλονίκη είχε το δικό της «Ρίο Γκράντε», θα μπορούσε η «Κοπακαμπάνα» να είναι ένα τέτοιο σύνορο; Σας ενέπνευσε ποτέ ως χώρος με συμβολικά ή αφηγηματικά χαρακτηριστικά;
Και γεωγραφικά η «Κοπακαμπάνα» βρίσκεται στα όρια της Δυτικής Θεσσαλονίκης. Λίγο πιο πέρα είναι ο Βαρδάρης κι αρχίζει η Εγνατία. Από εκεί και πέρα τα πράγματα φαντάζουν κάπως πιο «πολιτισμένα». Τα όρια εδώ δεν είναι πια μόνο συμβολικά, μα και κοινωνικά. Στα ανατολικά είναι οι ακριβές συνοικίες με τους εύπορους πολίτες, τα πολυτελή καταστήματα και μαγαζιά, όπου ένα ζευγάρι γυναικείες μπότες στοιχίζει όσο το νοίκι μιας οικογένειας στα δυτικά…
Πώς υποδέχτηκε το κοινό και η κριτική το «Ρίο Γκράντε» μέχρι στιγμής και τι σχόλια σας έχουν κάνει ιδιαίτερη εντύπωση;
Και το κοινό και η κριτική αγκάλιασαν το βιβλίο. Δεν θέλω να περιαυτολογώ, μα ακούω και διαβάζω μόνο θετικά σχόλια και μάλιστα από άτομα με διαφορετική παιδεία και κουλτούρα. Θεωρούν πως είναι το καλύτερό μου βιβλίο. Εγώ νομίζω πως το καλύτερό μου είναι το «Όσο κρατάει ένα φιλί», τουλάχιστον προσωπικά είμαι περισσότερο συνδεμένος με εκείνο. Μου έκανε εντύπωση πως πολλοί αναγνώστες έχουν προσέξει τη «λεπτομέρεια στο ντεκόρ» – το χορευτικό κέντρο «Κοπακαμπάνα» στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω.
Ως συγγραφέας που έχει ζήσει και γράψει μέσα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, πώς νιώθετε ότι αλλάζει η ταυτότητα του Έλληνα –ή του ανθρώπου γενικότερα– στα σύνορα του κόσμου;
Κι όμως η ταυτότητα του Έλληνα έχει αλλάξει και μάλλον προς το καλύτερο. Η γενιά του Εμφυλίου έχει φύγει, τα πάθη έχουν κάπως καταλαγιάσει. Δείχνουμε περισσότερη ανοχή προς τη διαφορετικότητα του άλλου –βέβαια αν ψάξεις, πάντα θα δεις να υποβόσκει ο ρατσισμός– δεν μισούμε τους ξένους, μα δεν θα χάσουμε την ευκαιρία «καλοπροαίρετα» να τους διορθώσουμε, να τους κάνουμε υποδείξεις ή παρατηρήσεις. Ταυτόχρονα υπάρχει αδιαφορία ή μάλλον απογοήτευση για τα κοινωνικά, που επιτρέπει σε μερικούς να αναπτύξουν δυσανεξία για τα φρονήματα των άλλων.
Μπορούν τελικά οι παλιοί έρωτες και τα φαντάσματα, τα λάθη και τα πάθη του παρελθόντος να στοιχειώσουν το δύσκολο παρόν και το αβέβαιο μέλλον των ηρώων και ηρωίδων σας στο «Ρίο Γκράντε»;
Κάποια λάθη, κάποιες εσφαλμένες αποφάσεις και παρορμητισμοί, κάποιοι μοιραίοι έρωτες σίγουρα στοιχειώνουν τη ζωή μας –όπως και αυτή των λογοτεχνικών ηρώων–, δημιουργούν ταλαιπωρίες στο παρόν και αμφιβολίες για το μέλλον. Πρέπει όμως κάπως να συνεχίσουμε να επιστρατεύουμε τις αντοχές μας και τους… συμβιβασμούς. Μέχρι να κάνουμε το επόμενο λάθος, την επόμενη παρορμητική κίνηση, ή να ερωτευτούμε ξανά τον λάθος άνθρωπο, κάτι που όμως είναι πάντα μέρος της ψυχής μας, του ρομαντικού εαυτού μας.
Εντέλει, θα περάσουμε τα σύνορα του «Ρίο Γκράντε», κύριε Χαρτοματσίδη;
Με προβλημάτισε πολύ αυτή η τελευταία ερώτηση. Είναι εύκολο να παριστάνεις τον αισιόδοξο. Αρχίζω και σκέφτομαι μήπως τελικά η προσπάθεια να ξεφύγεις δεν είναι μοναχά μια ψευδαίσθηση, μια αναγκαία αυταπάτη. Στο μυθιστόρημα η Βάσια λέει: «Μα εκεί είναι η γιορτή!» (δηλαδή στον αγώνα, στην προσπάθεια) κι ακούγεται πολύ ωραίο κι επαναστατικά ρομαντικό. Βαθιά μέσα μου όμως υπάρχει η αμφιβολία, πως στην απέναντι όχθη του Ρίο Γκράντε μας περιμένουν οι εκεί διεφθαρμένοι σερίφηδες, που μόνο εξωτερικά διαφέρουν από τους δικούς μας, από τους οποίους μόλις ξεφύγαμε. Που δεν φοράνε καουμπόικα καπέλα, μα σομπρέρος, είναι μελαμψοί και μουστακαλήδες με μια μοβ ελιά στο μάγουλο. Μας κοιτάνε περιφρονητικά και λένε: «Άκου, Gringo! Εμείς κάνουμε κουμάντο εδώ! Κι αυτά που ήξερες να τα ξεχάσεις!»
Σας ευχαριστώ και συγνώμη για το απαισιόδοξο φινάλε!
(literature.gr 16.8.2025)