Αναγνωστικές ματιές | Θανάσης Πάνου «ασπρόμαυρα πλάνα»

Αναγνωστικές ματιές | Θανάσης Πάνου «ασπρόμαυρα πλάνα»

Επίμονη πίστη στην επιβίωση του βλέμματος

Στην πρώτη του ποιητική κατάθεση, ο Θανάσης Πάνου μάς χαρίζει μια συλλογή που ανασαίνει με τον ρυθμό του ελλείποντος, του άρρητου και του μισοειπωμένου. «ασπρόμαυρα πλάνα»∙ τίτλος κινηματογραφικός, μα και απολύτως ποιητικός, δηλώνει τη ρηγματωμένη ματιά που διατρέχει τη ζωή σαν παλιό φιλμ: με κόκκους μοναξιάς, σκοτεινά καρέ απογοήτευσης, διάσπαρτα φλας από αδιέξοδους έρωτες και την υποψία του τέλους να πλανάται σαν στατικό σελίδων.

Η ποίηση του Πάνου κινείται ανάμεσα στο απτό και το φευγαλέο, σαν μεθυστικά αγριολούλουδα που ανθίζουν από πείσμα, μα και σαν σκουριασμένες ράγες που καρτερούν μάταια τη διέλευση. Το σώμα του ποιήματος είναι τραχύ, άγριο και τρυφερό συνάμα — μια φωνή που πρωτομιλά, μα έχει ήδη γνωρίσει την ήττα. Μεταξύ απουσίας και επιθυμίας, ο ποιητής ανασυνθέτει σπασμένα κάδρα σε μια προσπάθεια να ξαναβρεί μορφή στο θραυσμένο.

Το ομότιτλο ποίημα «ασπρόμαυρα πλάνα» διαβάζεται ως υπαρξιακή εξομολόγηση ενός υποκειμένου που παλεύει με τη μνήμη, την απώλεια και τη ματαιότητα της αναπαράστασης. Από υπαρξιακής άποψης, ο ποιητής αναμετράται με την αγωνία της ύπαρξης μέσα σε έναν κόσμο που δεν προσφέρει σταθερότητα, ούτε λύτρωση — μόνο στιγμιότυπα: ασπρόμαυρα, θραυσματικά, ρευστά. Στην αρχή, η πράξη της σύνθεσης και του μοντάζ παραπέμπει σε μια προσπάθεια να δοθεί τάξη στο χάος: το υποκείμενο επιτελεί έναν ρόλο δημιουργού, τακτοποιεί το παρελθόν «σε συρτάρια καθαρά», με «στοργή» — σαν να επιχειρεί να ελέγξει τον χρόνο, να ημερώσει τη μνήμη. Οι εικόνες μοιάζουν ακίνδυνες, «μωρά γατιά», τυλιγμένα στο κρύο της ύπαρξης. Κι όμως, η ζωή δεν φυλακίζεται τόσο εύκολα. Η δεύτερη ενότητα αντιστρέφει τη συνθήκη: οι εικόνες αποκτούν απειλητικά χαρακτηριστικά — τώρα «στύβουν τοξικά υγρά», «αποκεφαλίζουν», πληγώνουν. Η ίδια η μνήμη γίνεται δηλητήριο. Το «πείσμα» των πλάνων που «πέφτουν σαν αλεξίπτωτα» αποτυπώνει την αναπόφευκτη πτώση: τίποτα δεν μπορεί να σωθεί, κανένας δεν περιμένει να σωθεί. Ο άνθρωπος εγκαταλείπεται στο κενό. Η βαρύτητα, εδώ, γίνεται σύμβολο της συνθήκης του Είναι — του αναπόφευκτου τέλους, της υγρασίας του θανάτου που ποτίζει ακόμα και τα πιο οικεία σημεία: το κρεβάτι, το σώμα, τον λόγο. Το ανήμπορο χέρι δεν φτάνει πια — όπως και η ανθρώπινη συνείδηση δεν φτάνει να αρπάξει το νόημα. Το ποίημα καταλήγει σε ένα τοπίο λήθης, όπου μόνα ζωντανά είναι «στόματα χαλασμένα στο χιόνι», που γεύονται —ή ίσως μασούν αργά— το απόλυτο τίποτα. Μια κραυγή για την απουσία νοήματος. Και ταυτόχρονα, μια πράξη βαθύτατης αποδοχής.

Η αναγνωστική μου ματιά επίσης επικεντρώθηκε στο ποίημα «Σχέδια» (σελ. 16), που θεωρώ ότι λειτουργεί και ως Μανιφέστο του ποιητή. Στο ποίημα αυτό, όπου η τελευταία πρόταση «Σκοπεύω όλα αυτά να τα κάνω με δάκρυα», φανερώνει σαν υστερόγραφο ειλικρίνειας, τη βαθιά ανθρωπιά αυτού του ποιητικού μανιφέστου. Ο ποιητής εδώ δεν προτείνει μια βίαιη ρήξη με το παρελθόν∙ αντιθέτως, το διεκδικεί συναισθηματικά, με οξύτητα και ρωγμές, με ανατροπές αλλά και ευγνωμοσύνη. Πρόκειται για μια ποιητική δήλωση όχι τόσο περί μέλλοντος, όσο περί στάσης: μια φωνή που επιθυμεί να πάψει να δέχεται και να αρχίσει να πράττει, να παρεμβαίνει, να αποκόπτει, να εκδικείται και, τελικά, να λυτρώνεται. Ο απόηχος των στίχων του Αγγελάκα, που μας υποδέχονται στο εν λόγω ποίημα, είναι εμφανής: «τους τρελούς που ξενυχτάν κάτω απ’ το δέρμα σου» συνομιλεί με «τη νότα θλίψης που σιγοτραγουδά κάτω απ’ το δέρμα μου». Η ποίηση εδώ γεννιέται στο λεπτό όριο ανάμεσα στο άγγιγμα και τον πόνο, στο φως της λάμπας και το αντιφέγγισμά της — δηλαδή στην ανάμνηση, στο μετείκασμα. Ο ποιητής δεν στοχάζεται, δρα. Η επανάληψη του ρήματος «σκοπεύω» αποκτά σχεδόν λειτουργικό ρυθμό, γίνεται ικεσία, εντολή και παραδοχή μαζί. Ο έρωτας, η μνήμη, η εκδίκηση, ο θάνατος και η τέχνη του αποχωρισμού συνθέτουν το σώμα ενός υποκειμένου που δεν θέλει πια να σωπάσει. Ο ίδιος ο ποιητής γράφει όχι για να σβήσει, αλλά για να υπενθυμίσει πως το ποίημα είναι μια πράξη – κι η πράξη, ένα δάκρυ που αντέχει. Σ’ αυτόν τον ορίζοντα, το ποίημα «Σχέδια» δεν είναι υπόσχεση. Είναι μια θρυμματισμένη αυτοπροσωπογραφία που, ακόμη και αν διαλυθεί, θα λάμψει.

Ο χρόνος στη συλλογή είναι άχρονος — ή καλύτερα, καιρός εσωτερικός. Οι τόποι: μετέωροι. Μα αυτό που διαπερνά τα ποιήματα είναι μια υπόγεια, επίμονη πίστη στην επιβίωση του βλέμματος, στο πείσμα της γραφής. Ο Πάνου δεν καταθέτει απλώς εμπειρίες, αλλά χτίζει με υλικά της φθοράς μια νέα αισθητική επιμονής: το ποίημα ως καταφύγιο και τοπίο πένθους.

Μια πρώτη συλλογή που αφήνει υπόσχεση – και κυρίως, αποτύπωμα.

(literature.gr 26.7.2025)

Ημερομηνία

26 Ιούλ 2025
Expired!
Κατηγορία