Αναγνωστικές ματιές | Ευσταθία Δήμου «Κακώς μας ήρθες, κυρ Σατιρικέ…»

Αναγνωστικές ματιές | Ευσταθία Δήμου «Κακώς μας ήρθες, κυρ Σατιρικέ…»

[έρχεται ανεπιθύμητος]

Η ανθολογία σατιρικής ποίησης «Κακώς μας ήρθες, κυρ Σατιρικέ…», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν το 2025 σε ανθολόγηση της Ευσταθίας Δήμου, έχει την πρόθεση, όπως γράφει και η ίδια, […] να αποτελέσει συμπλήρωμα και συνέχεια της μεγάλης ανθολογίας σατιρικής ποίησης που κατάρτισε ο Σπύρος Κοκκίνης υπό τον τίτλο «Ανθολογία νεοελληνικής σατιρικής ποίησης» (1981), που ξεκινά από τον ποιητή Λαυρέντιο Βενέριο (17ος αι.) και φτάνει μέχρι τον ποιητή Άγγελο Παρθένη (1935-) […] (σ. 73), καλύπτοντας έτσι ένα εμφανές -κατά την άποψη μου, κι ας το αρνείται η ανθολόγος- κενό, στον χώρο της ελληνικής γραμματείας: την καταγραφή, ανάδειξη και θεωρητική προσέγγιση της σατιρικής ποιητικής παραγωγής, από τα παλαιότερα χρόνια, από το 1900 συγκεκριμένα, και ως τις μέρες μας.

Ο τίτλος της ανθολογίας «Κακώς μας ήρθες, κυρ Σατιρικέ…» αντλείται από το ποίημα «Υποδοχή σατιρικού» του Ανδρέα Λασκαράτου («Ποιήματα ανέκδοτα», εκδ. Μαρή, 1958):

“Κακώς μας ήρθες, κυρ σατιρικέ,

με τα φρικώδη απαίσια σύνεργα σου,

εσύ χτυπάς, λαβώνεις και ποτέ

λόγος γλυκός δεν βγαίνει απ’ τα μυαλά σου.”

Η επιλογή αυτού του στίχου για τίτλο δεν είναι τυχαία· φέρνει μαζί της ένα ειρωνικό χαμόγελο, μια αυτοσυνείδητη αναφορά στη φύση της σάτιρας και στη δύσκολη θέση του σατιρικού ποιητή μέσα στην κοινωνία του. Ο Λασκαράτος, που υπήρξε από τις πιο αιχμηρές και τολμηρές σατιρικές φωνές του 19ου αιώνα, βάζει στον στίχο του την αμφίσημη στάση που έχουν οι κοινωνίες απέναντι στη σάτιρα: τη φοβούνται, την αποστρέφονται, την απορρίπτουν, αλλά κατά βάθος τη χρειάζονται. Ο «κυρ Σατιρικός» έρχεται ανεπιθύμητος — φέρει «φρικώδη απαίσια σύνεργα», χτυπά, πληγώνει, δεν χαρίζεται — και γι’ αυτό προκαλεί δυσφορία. Όμως αυτή η δυσφορία είναι ακριβώς το εργαλείο που ξεσκεπάζει τα ελαττώματα, τα ψεύδη και τις υποκρισίες της εποχής. Ο σατιρικός ποιητής δεν είναι φτιαγμένος για να χαϊδεύει αυτιά· η δουλειά του είναι να ενοχλεί, να τραντάζει, να ξεβολεύει. Επιλέγοντας αυτό τον τίτλο, η ανθολόγος Ευσταθία Δήμου συνδέει το παρελθόν με το παρόν, και μας υπενθυμίζει ότι η σάτιρα ήταν ανέκαθεν (και παραμένει) ένας λόγος δύσκολος, αλλά αναγκαίος. Ο τίτλος λειτουργεί σχεδόν ως προειδοποίηση στον αναγνώστη | στην αναγνώστρια: αν ανοίξεις αυτές τις σελίδες, μην περιμένεις όμορφα λόγια ή γλυκές παρηγοριές — εδώ μιλά ο σατιρικός, και η φωνή του, όσο πικρή ή αιχμηρή κι αν ακούγεται, έχει στόχο να πει την αλήθεια, διακωμωδώντας και περιγελώντας εαυτό και περίγυρο, αλλά κάνοντας μας εντέλει να χαμογελάσουμε ή και να ξεκαρδιστούμε στα γέλια. Γιατί ένας από τους στόχους της σατιρικής ποίησης είναι και αυτός. Να μας διασκεδάσει. Έτσι λοιπόν, με τον έξυπνο, αυτο-υπονομευτικό τίτλο της, η ανθολογία δίνει εξαρχής το στίγμα της: ο σατιρικός λόγος έρχεται πάντα απρόσκλητος, ενοχλητικός, ανατρεπτικός — και όμως, είναι απολύτως απαραίτητος για να λειτουργήσει […] κριτικά, αφυπνιστικά, διεγερτικά του πνεύματος και του αισθήματος […] (σ. 13).

Πριν περάσουμε στο σχολιασμό της ίδιας της ανθολογίας, αξίζει μια σύντομη αναφορά στο “τι είναι σατιρική ποίηση” και πώς εξελίχθηκε διαχρονικά. Η σάτιρα, ως ποιητικό (και όχι μόνο) είδος, εμφανίζεται ήδη στην αρχαιότητα, με ρίζες που φτάνουν στους ιαμβικούς και σατιρικούς στίχους του Αρχίλοχου (7ος αι. π.Χ.) και του Ιππώνακτα, συνεχίζει με τις σατιρικές σκηνές της αρχαίας κωμωδίας (π.χ. Αριστοφάνης), και αποκρυσταλλώνεται ως ιδιαίτερη ποιητική φωνή στα λατινικά πρότυπα (Horatius, Juvenalis). Στη νεότερη και σύγχρονη εποχή, η σατιρική ποίηση ανανεώνεται συνεχώς, ασκώντας κριτική σε κοινωνικά ή πολιτικά φαινόμενα, γελοιοποιώντας ή αποδομώντας πρόσωπα και καταστάσεις, είτε μέσω χιούμορ είτε μέσω καυστικού σαρκασμού. Στην ελληνική παράδοση, από τον Σουρή ως τον Καρυωτάκη και τον Καββαδία, η σάτιρα υπήρξε πάντα μια γόνιμη φλέβα, που αναδεικνύει τις αντιφάσεις της κοινωνίας, αλλά και του ίδιου του ποιητικού εγχειρήματος.

Η ανθολογία της Δήμου επιχειρεί ακριβώς αυτό: να χαρτογραφήσει τον πλούτο και την ποικιλία της νεοελληνικής σατιρικής ποίησης, αναδεικνύοντας φωνές που συχνά κατέχουν ήδη μια θέση περίοπτη στην λογοτεχνική σκηνή και αναγνωρισμένη από την πλευρά της “σοβαρής” λογοτεχνικής ιστορίας, που όμως έχουν να καταθέσουν και αξιόλογη σατιρική ποίηση, που ενδεχομένως δεν την προσέξαμε όσο ίσως θα άρμοζε, επειδή ακριβώς -παρεξηγημένη στις ημέρες μας η τέχνη της σάτιρας- θεωρείται “ελαφριά” ή απλώς “διασκεδαστική”. Το βιβλίο περιλαμβάνει ένα ποίημα από πάνω από 80 ποιητές και ποιήτριες διαφόρων περιόδων, οι οποίοι | οι οποίες με χιούμορ, ειρωνεία, ή και πικρόχολη διάθεση και σαρκασμό, σχολιάζουν, περιγελούν, καυτηριάζουν, διακωμωδούν πολιτικά, κοινωνικά και προσωπικά θέματα, ή ακόμη και την ίδια την “ποίηση” ως πράξη. Εδώ αναδεικνύεται το εύρος του σατιρικού λόγου, που μπορεί να είναι άλλοτε χονδροειδής και άμεσος, άλλοτε υπαινικτικός και εκλεπτυσμένος, πάντοτε όμως αιχμηρός. Η ανθολόγηση θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά ισορροπημένη: δίπλα σε εμβληματικά ονόματα ποιητών, η ανθολόγος εντάσσει και λιγότερο προβεβλημένους ποιητές, όπως επίσης και πολύ πολύ σύγχρονες φωνές (ο νεότερος ανθολογούμενος ποιητής, Θανάσης Γαλανάκης, γεννήθηκε το 1993). Αξιοπρόσεχτοι είναι και οι ποιητές που γράφουν με ψευδώνυμα, όπως ο Λάμπρος Λαρέλης ή ο Φάνης Λυσιφάνης, κρύβοντας την ταυτότητα τους, όπως κάνανε άλλοτε και ο Νίκος Σαραντάκος [Άχθος Αρούρης] ή ο Μανόλης Αναγνωστάκης [Μανούσος Φάσσης]. Ένα στοιχείο επίσης που ξεχωρίζει είναι η προσπάθεια της Δήμου να αναδείξει και γυναικείες σατιρικές φωνές, που συχνά μένουν στη σκιά ανδρών ποιητών. Έτσι, βρίσκουμε ποιήτριες που γράφουν με καυστικότητα και πολύ χιούμορ, δίνοντας μια ανανεωτική διάσταση στη σατιρική παράδοση.

Η Ευσταθία Δήμου, στο πρόλογο που προτάσσει, δίνει ένα συνοπτικό πλαίσιο για τη σάτιρα ως ποιητικό είδος: εξηγεί πώς η σάτιρα ξεφεύγει από το απλό “αστείο” ή το επιφανειακό σχόλιο, και γίνεται ένα είδος βαθύτερης κοινωνικής παρέμβασης. Σημειώνει επίσης τον δύσκολο ρόλο του σατιρικού ποιητή, που καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη σκωπτική διάθεση και τη σοβαρότητα του νοήματος, χωρίς να καταφεύγει σε κενή ειρωνεία ή εύκολους λαϊκισμούς και εξηγεί τέλος τα κριτήρια της τα προσωπικά, για την επιλογή και ανθολόγηση των συγκεκριμένων ποιημάτων. Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η μελέτη της υπό τον τίτλο «Ποιητική της Σάτιρας», η οποία επιχειρεί μια θεωρητική αποτίμηση του φαινομένου σε Ελλάδα και Κύπρο. Η μελέτη αυτή -όπως μας έχει συνηθίσει άλλωστε η Δήμου και από τις προηγούμενες μελέτες της- αποτελεί ένα από τα δυνατά χαρτιά της έκδοσης, καθώς όχι μόνο παρέχει ιστορικές και θεωρητικές γνώσεις, αλλά θέτει και κρίσιμα ερωτήματα: Ποια είναι τα όρια της σάτιρας σήμερα; Μπορεί η σάτιρα να επιβιώσει σε μια εποχή υπερπληροφόρησης και μιμίδιων; Έχει θέση η ποιητική σάτιρα σε έναν κόσμο που καταναλώνει κυρίως εικόνες και σύντομα memes; Η Δήμου δεν δίνει απλοϊκές απαντήσεις, αλλά ανοίγει έναν γόνιμο διάλογο, προτείνοντας ότι η σάτιρα, αν και αλλάζει μορφές, παραμένει αναγκαία — ίσως μάλιστα πιο αναγκαία από ποτέ.

Συνοψίζοντας, το «Κακώς μας ήρθες, κυρ Σατιρικέ…» είναι μια εξαιρετική ανθολογία που έρχεται να προτείνει μια ανανεωμένη προσέγγιση της νεοελληνικής σατιρικής ποίησης, όχι μόνο συγκεντρώνοντας σπουδαία δείγματα σατιρικής γραφής, αλλά και θέτοντας στοχαστικά ερωτήματα για τη φύση, τα όρια και τις δυνατότητες της σάτιρας σήμερα.

Αποτελεί πολύτιμο εργαλείο τόσο για τον φιλαναγνώστη | την φιλαναγνώστρια όσο και για τον μελετητή | την μελετήτρια, αφού παρατίθενται αναλυτικά βιβλιογραφικές αναφορές, σημειώσεις και παραπομπές που παρέχουν μια σφαιρική και πανοραμική οπτική στην σύγχρονη σατιρική γραμματεία, ενώ, χάρη στην έξυπνη ανθολόγηση και τη φιλολογική φροντίδα, διαβάζεται με ευχαρίστηση, χωρίς να χάνει την επιστημονική του αξία. Ένα βιβλίο που αποδεικνύει ότι ο σατιρικός λόγος δεν είναι απλώς διασκέδαση αλλά μια βαθιά μορφή κοινωνικής αυτογνωσίας.

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το ποίημα του Φάνη Λυσιφάνη «Μπλακ Άουτ» (σ. 174):

[…] Το κράτος μας καμώνεται τάχατες πως υπάρχει

Προκύπτει το παραμικρό κι αμέσως χάος άρχει

Σε ράλι, νοιώθω, τρέχουμε μ’ ένα σαραβαλάκι

κι αν ντεραπάρει στη στροφή θα κλαίμε τον κοσμάκη

Σέρβις κανείς δεν έκανε, κανείς δεν βάζει ζώνη

όλοι μονάχα νοιάζονται να κάτσουν στο τιμόνι

Κι αν απ’ το τρόλεϊ πέφτοντας τον σβέρκο σπασ’ η χώρα

θα ψάχνουμ’ αν την σπρώξανε ή πήδησε με φόρα …

(«2013 … εν κρανίω τρικυμία», ΑΩ Εκδόσεις, Αθήνα, 2013)

(literature.gr 4.6.2025)

Ημερομηνία

04 Ιούν 2025
Expired!
Κατηγορία