Άι Ογκάουα | Τα αιρετικά παραμύθια
[Αθανασία]
Ονειρεύτηκα πως έσκαβα έναν τάφο
που συνεχώς γέμιζε με νερό.
Την επόμενη μέρα πέθανες.
Σ’ έντυσα με μια μάλλινη φούστα
και σακάκι,
γιατί πάντα κρύωνες
και σ’ το ‘χα υποσχεθεί να σου το κάνω αυτό.
Μετά πήρα να φάω μια πατάτα, βγήκα έξω
και ξεκίνησα να σκάβω.
[…]
Ρίχνω μια βρόμικη φτυαριά στο φέρετρο σου.
Δεν είναι πως σε μισώ που όλα τα παράτησες
με το δηλητήριο σου.
Είναι που ήθελα εγώ να το κάνω –
Να απαλύνω επιτέλους αυτή την πείνα
να αγοράσω από την αφοσίωση μου σε σένα
και να το αναγνωρίσεις
λίγο πριν κατεβάσω το σφυρί και σ’ απελευθερώσω.
[…]
(απόσπασμα)
[…] Στην ποίηση της Ογκάουα η ζωή αναμιγνύεται με τον θάνατο, οι δύο όψεις ενός και του αυτού αποκαλύπτονται σε μια και μόνη ουσία ιαματική και απελευθερωτική. Δεν είναι μόνον που ο θάνατος έρχεται σαν μια αστραπή σε αίθριο ουρανό, σαν μια πέτρα που πέφτοντας στη ήρεμη λίμνη ταράσσει τα νερά και δημιουργεί τον αναπάντεχο κυματισμό, κυρίως είναι που μοιάζει σαν μια φυσική συνέχεια της ζωής, σαν μετάβαση σε μια μη ζωή που έχει το θράσος ακόμη να θάλλει ασπαίρουσα. […]
(από την εισαγωγή του βιβλίου )
Ανθολόγηση και μετάφραση Διώνη Δημητριάδου και Βαγγέλης Αλεξόπουλος, εκδόσεις βακχικόν, 2020